Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2016

Να δουλέψουμε, αλλά όχι να πεθάνουμε στη δουλειά......



Λόγια ο ένας, λόγια ο άλλος και κουβέντα οι δυο μαζί, τι δουλειά μπορεί να βγει;
Παροιμία





Ωραίο πράγμα η δουλειά, μόνο μ' αυτή πάει μπροστά ο άνθρωπος



Ο Γιόκα κάθησε πλάι στο Φοτζίνι.

- Τι λες, πάμε στο χτήμα του άρχοντα Μαγιάρα που ζητάνε εργάτες;

- Είναι μακριά;
είπε ο Φοτζίνι.

- Είναι, είπε σκεφτικός ο Γιόκα, μα κάτι πρέπει να κάνουμε και μεις. Βαρέθηκα να με λένε ακαμάτη.

-Έχεις δίκιο, είπε ο Φοτζίνι. Εκεί πληρώνουνε καλά. Θα δουλέψουμε όλη μέρα και θα γυρίσουμε εδώ με το μεροκάματο, και κάτι θα βρεθεί να κάνουμε.

- Και βέβαια κάτι θα βρεθεί. Άμα είναι ξύπνιος κανείς, μπορεί τα λίγα να τα κάνει πολλά.

- Τάχα,
είπε ο Φοτζίνι, ο έμπορας ο Μάρνα, από το τίποτα δεν άρχισε;

- Πεινούσε όταν ήρθε.

- Και τώρα έχει του κόσμου τα λεφτά.


Ώρες πολλές τα συζητήσανε οι δυο φίλοι, κι αφού είπαν πολλά, τέλος κατάληξαν ότι ήταν μια θαυμάσια αρχή να πάνε να δουλέψουν την άλλη μέρα στα χτήματα του άρχοντα Μαγιάρα, και σίγουρα αυτή η δουλειά, όσο κι αν φαίνονταν ασήμαντη, πολύ γρήγορα θα τους άνοιγε δρόμο γι' άλλες δουλειές και για μεγάλα κέρδη, και σε λίγο χρόνο θα είχαν δούλους, αρχοντικά, χρήματα και ό,τι έχουνε οι άλλοι πλούσιοι μες στην πόλη. Τράβηξαν λοιπόν να κοιμηθούν νωρίς για να ξεκινήσουν τα χαράματα ξεκούραστοι.

Την άλλη μέρα πριν φανεί ακόμη ο ήλιος, οι δυο φίλοι τραβούσαν για τη δουλειά.

- Λοιπόν δεν είναι άσχημα να ξυπνάει κανείς πρωί, είπε ο Γιόκα.

- Αληθινά είναι πολύ ωραία, συμφώνησε ο Φοτζίνι και κοίταξε ψηλά τον ουρανό που άρχισε να παίρνει περίεργες ροζ αποχρώσεις... Σιγά-σιγά η ώρα περνούσε κι οι δυο φίλοι βάδιζαν σιωπηλοί.

- Ωραίο πράγμα η δουλειά, ψιθύρισε ο Φοτζίνι. Μόνο μ' αυτή πάει μπροστά ο άνθρωπος.

- Δεν έχουν άδικο οι σοφοί που την υμνούνε, συμφώνησε ο Γιόκα. Όσο καιρό καθόμουνα ένοιωθα σαν άρρωστος. Όμως θαρρώ πως όλα άλλαξαν. Ο κόσμος μου φαίνεται αλλιώτικος, κι ο ίδιος ο εαυτός μου.

-Έτσι είναι, είπε ο Φοτζίνι. Κάναμε άσκημα που αποφεύγαμε ό,τι πιο ωραίο υπάρχει σ' αυτή τη ζωή. Θυμάμαι τα λόγια του πατέρα μου: Μάθε γιε μου Φοτζίνι ότι μόνο η δουλειά έχει το χάρισμα να νοστιμεύει το ψωμί, να κάνει ευχάριστο το κρεβάτι, να διώχνει τις άσκημες σκέψεις και να κάνει σεβαστό τον άνθρωπο.



Όσο πιο πολύ δουλεύεις τόσο λιγότερο κουράζεσαι... δεν έχεις καιρό να το σκεφτείς.


Ο Γιόκα σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπο του κι άλλαξε χέρι στο δισάκι με το φαΐ.

- Πρέπει Γιόκα να είμαστε πρώτοι στη δουλειά. Σίγουρα τότε θ' ακουστεί σ' όλη την περιοχή ότι είμαστε οι πιο ικανοί και αποδοτικοί εργάτες και θα μας ζητάνε παντού. Κι ίσως και να μας δίνουν πιο πολλά.

- Γιατί όχι;
είπε με σκέψη ο Γιόκα. Ο καλός εργάτης κάνει διπλή δουλειά. Θα ριχτούμε μες στα όλα. Μια μέρα είναι αυτή.

- Και τι θαρρείς,
είπε ο Φοτζίνι κοιτάζοντας τις βαθειές σκιές που έριχναν γύρω τους τα δέντρα, όσο πιο πολύ δουλεύεις τόσο λιγότερο κουράζεσαι, γιατί δεν έχεις καιρό να το σκεφτείς.

Η ζέστη άρχισε σιγά-σιγά ν' απλώνεται στον κάμπο. Το δισάκι με το φαΐ τους που κράταγαν στο χέρι, όσο πήγαινε τους φαίνονταν πιο βαρύ.

- Μακρύς ο δρόμος, είπε ο Γιόκα.

- Μακρύς, συμφώνησε ο Φοτζίνι, αχ να μην έχουμε φτάσει ακόμα, θ' άρπαζα το τσαπί...

- Μωρέ ας είχα τώρα το τσαπί στο χέρι μου και σου 'λεγα εγώ αν μου έβγαινε άλλος στη δουλειά.

- Σου κάνουν κι οι άλλοι τον εργάτη. Αμ δε! Πρέπει να το λέει η ψυχή σου. Λοιπόν θα δεις, Γιόκα, που όλοι θα τα χάσουνε μαζί μας. Βάζω στοίχημα ότι θα μας κοιτάνε με φθόνο, όσο για τα κορίτσια...

- Τι, δουλεύουν και κορίτσια εκεί;
Ο Φοτζίνι γέλασε πονηρά.

- Βέβαια, στις ελαφριές δουλειές. Ξέρεις πώς κάνουν δα αυτές σαν δούνε καλό δουλευτή. Σκούντησε τον Γιόκα και κλείνοντας το μάτι πονηρά συνέχισε:

- «Αυτός σίγουρα θα 'ναι σ' όλες τις δουλειές καλός». Βγάζουν αμέσως συμπέρασμα.

Γέλασαν οι δυο φίλοι και προχώρησαν για λίγο σιωπηλοί.

- Όποιος είναι εργατικός πάντα κερδίζει! Έτσι είναι Φοτζίνι.

- Αχ, έτσι είναι, και μεις χάσαμε τόσα χρόνια χωρίς να το σκεφτούμε. Αφήναμε τόσες πολύτιμες ώρες να φεύγουνε χωρίς να κάνουνε τίποτα, και γίναμε και μεις ασήμαντοι σαν το τίποτα.

- Ποτέ δεν είναι αργά,
τον παρηγόρησε ο Γιόκα. Τα χρόνια που χάσαμε θα τα κερδίσουμε δουλεύοντας διπλά.



Να δουλέψουμε, αλλά όχι να πεθάνουμε στη δουλειά!

Ο ήλιος τώρα ήταν φλογερός. Όλα γύρω έστεκαν ακίνητα. Οι δυο φίλοι είχαν ιδρώσει. Ο Γιόκα είδε μια σκιά πυκνή κάτω από ένα τεράστιο δέντρο που δεν την άγγιζε καμιά αχτίδα του ήλιου.

- Τι λες, στέκουμε λίγο εδώ να ξεϊδρώσουμε, Φοτζίνι; Ο Φοτζίνι δεν απάντησε, μα τράβηξε αμέσως προς τη σκιά. Έριξε χάμω το δισάκι και ξάπλωσε στην πράσινη χλόη. Το ίδιο έκανε κι ο Γιόκα. Η δροσιά του δέντρου τούς έκανε να νοιώσουν ευχάριστα. Πάνω στα φυλλώματα τα πουλιά φλυαρούσαν χαριτωμένα.

- Ωραία είναι, είπε ο Φοτζίνι.

- Άμα είναι κανείς εργατικός, όλα παίρνουν άλλη χάρη.

-Τι να σου πω, είπε ο Φοτζίνι, ρίχνοντας μια ματιά στο δισάκι, πείνασα.

- Κι εγώ, είπε ο Γιόκα κι άνοιξε ευθύς το δισάκι. Ρίχτηκαν στο φαΐ με όρεξη. Όλα τούς φάνηκαν τόσο νόστιμα που δεν έλεγαν να σταματήσουν. Ήπιαν και μπόλικο νερό και φουσκωμένοι ξάπλωσαν πάλι στο γρασίδι.

- Εγώ λέω να κάτσουμε λίγο κι ύστερα ξεκινάμε.
Ο Γιόκα δεν απάντησε. Χορτάτοι κι οι δυο κοιτούσαν τα πλούσια φυλλώματα του δέντρου. Το αλαφρό αεράκι τούς χάιδευε απαλά. Κι οι ώρες κυλούσαν ευχάριστα. Κουβέντιασαν για το κάθε τι. Για τη ζωή, για το θάνατο, για την πόλη, για τους κακούς και τους καλούς, για όνειρα, για ιστορίες παλιές, για τις γυναίκες... Δεν άφησαν κανένα θέμα. Κι όταν ξαναπείνασαν, ρίχτηκαν πάλι στο δισάκι, και αφού το άδειασαν για καλά, έγειραν και το 'ριξαν στον ύπνο.



Όταν άνοιξαν τα μάτια τους ο ήλιος δεν έκαιγε. Έγερνε με όμορφα χρώματα στη δύση.

- Ωραία που είναι η φύση, είπε ο Γιόκα και τεντώθηκε νωχελικά.

-Τι λες, είπε ο Φοτζίνι, δεν ξεκινάμε για να 'μαστε στην πόλη πριν νυχτώσει;

- Σωστά, είπε ο Γιόκα και σηκώθηκε αργά.

... Πήραν σιγά-σιγά το δρόμο του γυρισμού χωρίς να πούνε λέξη για τη δουλειά. Σαν φτάσαν πια στην πόλη, γύρισε ο Φοτζίνι σκεφτικός και είπε στο Γιόκα:

- Τι λες; Πάμε αύριο στο χτήμα του άρχοντα Μαγιάρα για δουλειά;

- Αύριο ξανά; Ε, όχι βρε Φοτζίνι, είπαμε να δουλέψουμε, αλλά όχι να πεθάνουμε στη δουλειά!

Και τράβηξαν στα σπίτια τους για να ξεκουραστούν.


Ο Γιόκα κι ο Φοτζίνι, Ιαπωνία
Οι λαοί μιλάνε, Άλκης Παπάς, εκδόσεις Αστάρτη




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου