Τετάρτη, 13 Απριλίου 2016

Χρόνια αθωότητας, Ο Τάκης κι εγώ, Έλλη Λαμπέτη

Η Έλλη Λαμπέτη - Ελένη Λούκου, πριν μπει στο θέατρο - γεννήθηκε στις 13 Απριλίου 1926, στα Βίλλια, στο χωριό του πατέρα της και ήταν η μικρότερη, μαζί μ’ ένα δίδυμο αδελφό, μιας οικογένειας με εφτά παιδιά. 



Η οικογένεια Λούκου σε κυριακάτικη εκδρομή.
Από δεξιά, ο πατέρας Κώστας Λούκος, η Φωτεινή, η Αναστασία, ο Τάκης στην αγκαλιά της και όρθια η Κούλα. 
Η Έλλη στα πόδια του πατέρα της.


Γεννήθηκε παράλογα....

«Φαίνεται πως κάποια μαγικά πλάσματα δίνουν ραντεβού όταν έρχονται στον κόσμο αυτό – η Έλλη Λαμπέτη γεννήθηκε το 1926, δηλαδή την ίδια ακριβώς χρονιά που θα γεννιόταν η Μέριλιν Μονρόε, στην απέναντι ακτή του Ατλαντικού…»

«Η γέννησή της ήταν το ίδιο παράλογη όπως και ο θάνατός της. Για μια ώρα η ζωή της κρεμόταν από έναν αόρατο ιστό. Πρώτα είχε βγει ο Τάκης, ο δίδυμος αδερφός της. Ένα υγιέστατο μωρό που ζύγιζε τέσσερα κιλά Και μετά από μιαν ώρα βγήκα εγώ. Ένα λυμφατικό πιθηκάκι! » 

Το λυμφατικό πιθηκάκι φαινόταν αναποφάσιστο να ζήσει, σαν να ’ξερε τους αμείλικτους κανόνες του παιχνιδιού που θα ’πρεπε να παίξει στα επόμενα πενήντα εφτά χρόνια. Σχεδόν δεν ανέπνεε.

«Θα πεθάνει», ψιθύρισε η νοσοκόμα που στεκόταν δίπλα στο γιατρό…

Η μητέρα της Έλλης, η Αναστασία Λούκου, η Τάσα, όπως την έλεγαν, κοίταζε τον γιατρό με το κεφάλι ελαφρά ανασηκωμένο απ’ το μαξιλάρι. Είχε ακούσει το κλάμα του ενός απ’ τα μωρά της, πριν από μια ώρα, αλλά το άλλο, το λυμφατικό πιθηκάκι, δεν είχε ακόμα ανοίξει το στόμα του.

«Θα ζήσει», της χαμογέλασε ο γιατρός.

Άρπαξε το μωρό και το βούτηξε στη λεκάνη με το χλιαρό νερό – ύστερα στη λεκάνη με το κρύο. Και μετά πάλι στη λεκάνη με το χλιαρό. Αυτό έγινε τουλάχιστον πέντ’ έξι φορές, ώσπου η Έλλη Λαμπέτη αποφάσισε, εκείνο το πρωί, στις 13 Απριλίου του 1926, να κλάψει για πρώτη φορά στη ζωή της…

Ο Κώστας Λούκος, ο πατέρας της Έλλης, περίμενε ιδρωμένος έξω απ’ το χειρουργείο. Ήξερε πως είχε κιόλας έναν γιό, αλλά δεν ήξερε τη μοίρα του άλλου παιδιού του, που πάλευε άγρια για μια ολόκληρη ώρα ανάμεσα στη ζωή και στην ανυπαρξία. Είδε τον γιατρό να τον πλησιάζει, ιδρωμένος όσο κι εκείνος.

«Κόρη!» του είπε γελαστά.

Φρέντυ Γερμανός, Έλλη Λαμπέτη, εκδόσεις Καστανιώτη



Πριν πέσει η αυλαία

Λίγους μήνες πριν πέσει η αυλαία,
η Έλλη Λαμπέτη ξεκαθαρίζει τους «λογαριασμούς» της, ανιχνεύοντας τ’  αποτυπώματα των βημάτων της και ξετυλίγοντας το κουβάρι 57 χρόνων ζωής. Σε μια συγκλονιστική αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, λιτή γήινη, ανθρώπινη, η Έλλη Λαμπέτη στέκεται στο προσκήνιο και παίζει τον τελευταίο και πιο ρεαλιστικό ρόλο της. Τις εκμυστηρεύσεις της καταγράφει η δημοσιογράφος Φρίντα Μπιούμπι. 
Στο απόσπασμα  αυτό ανασκαλεύει τις μνήμες των παιδικών χρόνων της και θυμάται το δίδυμο αδελφό της τον Τάκη. Ο Τάκης (Σταμάτης), πέθανε από φυματίωση το 1941, στα δεκαπέντε του χρόνια. 

Τα μικρότερα παιδιά της οικογένειας έμεναν πολύ συχνά στο σπίτι του παπα-Σταμάτη ή Καπετάν-Σταμάτη, που είχε πολεμήσει στο πλευρό του Κολοκοτρώνη, κατά την επανάσταση του 1821. Ο παπα-Σταμάτης  ήταν πατέρας της μητέρας τους, της Αναστασίας, μιας γυναίκας με λαχτάρα για το διάβασμα, παρ' ότι είχε πάει σχολείο μόνο ως τη δευτέρα δημοτικού. Ήταν, λέει η Έλλη, 
«πολύ όμορφη, είχε υπέροχα, μακριά δάκτυλα και έξοχες γάμπες. Το μόνο ελάττωμά της ήταν τα δόντια της -τόσο τέλεια, άσπρα και ίσια, που φαίνονταν ψεύτικα.....»



Αναστασία Λούκου ή Τάσα, η μητέρα. 
Πολύ όμορφη, με λαχτάρα για διάβασμα


...δεν πρόκειται να σου γράψω, κάνε την αντιγραφή σου μόνος σου...

«Είχαμε πολύ δυνατό δεσμό με τον αδελφό μου. Μοιάζαμε στο πρόσωπο, αλλά στην ανάπτυξη είχαμε τεράστια διαφορά - εγώ μια σταλιά, εκείνος ντερέκι. Αγαπιόμαστε πολύ, με μια αγάπη που εκδηλωνόταν συχνά με σκουντιές και μαλώματα. Ωστόσο, σε μένα εμπιστευόταν ο Τάκης όλα τα μυστικά του, κι εγώ του τα κρατούσα σαν κάτι το ιερό. Να μ' έλιωνες, δεν μπορούσες να μου πάρεις κουβέντα.

Έκανα κι άλλα για χάρη του. Την αντιγραφή του στο σχολείο την είχα αναλάβει εγώ. Εκείνος, άσσος στην αριθμητική, βαριότανε να γράφει, έκανε κάτι γράμματα σαν του καλικάντζαρου. Βέβαια είχαμε πάει πολύ μικρά στο σχολείο - κόλπα της μαμάς μου, που είχε όλους τους λόγους να θέλει να μας ξεφορτωθεί νωρίς νωρίς, αφού είχε τόσα παιδιά στα πόδια της.

Μια μέρα, είχαμε φαίνεται μαλώσει με τον Τάκη, του λέω «δεν πρόκειται να σου γράψω, κάνε την αντιγραφή σου μόνος σου...» Αυτός βέβαια αδιαφόρησε, δεν έγραψε καθόλου. Και από σατανική σύμπτωση, την άλλη μέρα ο δάσκαλος ζητάει να δει την αντιγραφή όλων των παιδιών. Να βάλουν, λέει, όλα τα παιδιά τα τετράδιά τους πάνω στο θρανίο και θα περάσει να τα δει, ένα ένα. Τ' ακούω εγώ, κόντεψα να πεθάνω. Τι θα κάνει ο Τάκης που δεν του 'χω γράψει;

Είμαστε τότε έξι χρονώ. Εγώ, το κοντοστούπικο. καθόμουν στο πρώτο θρανίο κι ο Τάκης, απ' τα πιο ψηλά παιδιά, στο τελευταίο. Με το που μίλησε ο δάσκαλος δεν τόλμησα να κοιτάξω πίσω. Χτυπούσε η καρδιά μου, να σπάσει από την αγωνία, τη λύπη, τις ενοχές που δεν τον είχα βοηθήσει. Γιατί, τα κτήνη, οι δάσκαλοι εκείνης της εποχής, σ' έβγαζαν μπροστά σ' όλη την τάξη καν σου δίναν με το χάρακα στα χέρια. Και θα 'βγάζε ο δάσκαλος και τον Τάκη εκεί! Και θα τον χτυπούσε μπροστά σε όλους μας! Μπροστά μου! Πήγα να πεθάνω...



Κάνει λοιπόν ο δάσκαλος την επιθεώρησή του κι εγώ κοιτάζω μόνο μπροστά, μην τολμώντας να γυρίσω, παγωμένη απ' την αγωνία μου... Ύστερα άρχισε να φωνάζει ονόματα. Κάθησε στην έδρα και σηκώνονταν ένα ένα τα παιδιά που φώναζε και τσαφ τσαφ οι χαρακιές στα.χέρια τους... Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. Να τώρα θα φωνάξει τον Τάκη - δεν άντεχα.

Όμως δεν ακούω τ' όνομα του. Τι έγινε; Περιμένω να χτυπήσει το κουδούνι να μάθω. Στο διάλειμμα τον ψάχνω στην αυλή: «Τάκη, τι έγινε;». «Τι να γίνει;» μου λέει. «Μα δεν είχες γράψει - πώς γλύτωσες;». «Σιγά που θα τις έτρωγα» μου απαντάει... Πράγματι δεν περίμενα να τις φάει, δεν έπρεπε να φοβάμαι. Ξέφευγε, εύρισκε πάντα τρόπους... Ήταν περίεργο παιδί, δεν υπήρχε περίπτωση να τον πιάσεις. Γλιστρούσε σαν χέλι. Αν τον έπιανε ο δάσκαλος εκείνη τη μέρα, στ' ορκίζομαι, θα έτρωγε ο ίδιος ξύλο απ' τον Τάκη.

Ξέρεις τι είχε κάνει και την είχε σκαπουλάρει; Είχε πει στο διπλανό του. «Μην τολμήσεις να με μαρτυρήσεις, κακομοίρη μου, γιατί αλίμονο σου! Τσιμουδιά δε θα βγάλεις ότι είμαι στην τάξη...» Ήμαστε τότε πολλά παιδιά στην αίθουσα, τρεις τρεις στο κάθε θρανίο, δεν υπήρχε περίπτωση να έχει προσέξει ο δάσκαλος ποιος ήταν εκεί, ποιος δεν ήταν...

Όταν λοιπόν είχε εξασφαλίσει εχεμύθεια, ο Τάκης είχε γλιστρήσει κάτω απ' το θρανίο και είχε συρθεί μερικά θρανία μπροστά. Έμεινε εκεί ώσπου να περάσει ο δάσκαλος και να τελειώσει τον έλεγχο, ύστερα ξαναγύρισε ωραία ωραία στη θέση του.



.....'Ακου την κατσίκα, να θέλει να μας βάλει να κοιμηθούμε!

Αντιδρούσε, μάχονταν. Θυμάμαι το άλλο που είχε κάνει ένα καλοκαίρι στα Βίλλια. Η μαμά μας μας έστελνε εκεί, στο σπίτι του πατέρα μας, νωρίς κάθε καλοκαίρι. Κι επειδή εκείνη έμενε στην Αθήνα, ανέθετε στις μεγαλύτερες αδελφές μου να μας προσέχουν. Γιατί ήμαστε, εμείς τα μικρά, πρόβλημα• μας είχε γεννήσει αργά, είχαμε μεγάλη διαφορά ηλικίας απ' τ' άλλα παιδιά...

Μας είχε αναλάβει λοιπόν η Κούλα, και η γυναίκα που νοίκιαζε τον πάνω όροφο του σπιτιού μας - Τιτίνα τη λέγανε, το θυμάμαι - θα μας έριχνε κι αυτή πού και πού μια ματιά...
Ωραίες εποχές! Όλο το χρόνο ζούσαμε για τη μέρα που θα πάμε στα Βίλλια. Τριγυρνούσαμε εκεί απ' το πρωί ως το βράδυ στ' αμπέλια, με τον πατέρα μας. Η μαμά μου ερχόταν αργά, προς το τέλος του καλοκαιριού, για να φτιάξει πελτέ, χυλοπίτες, τραχανά... τα έβαζε σε μεγάλες πάνινες σακούλες για το χειμώνα, για τα παιδιά. Και γυρνούσαμε στην Αθήνα αργά, μετά τον τρύγο, ίσως και μετά το άνοιγμα των σχολείων...

Πάντως το πρόβλημα για μας τα μικρά ήταν ο μεσημεριάτικος ύπνος. Δεν μπαίναμε με τίποτα στο σπίτι να κοιμηθούμε. Κι έτσι η Κούλα με μια βίτσα, μια κληματόβεργα, μας κυνηγούσε απειλώντας ότι θα μας δείρει. Γινόταν μακελειό, έμπαινε κι η Τιτίνα στη μέση.

Μια τέτοια μέρα, και παρά την ισχυρή επέμβαση της Τιτίνας, καταφέραμε ως συνήθως να το σκάσουμε. Το θάλαμε στα πόδια. Πέσανε οι άλλοι να κοιμηθούνε, ντάλα μεσημέρι, ησυχία, ο ήλιος στα μεσούρανα... Αποκαμωμένοι απ' τη ζέστη, ο Τάκης κι εγώ, πήγαμε στη γούρνα που είχαμε στην αυλή -μια τσιμεντένια γούρνα με το νερό να τρέχει μέσα της μέρα νύχτα. 

Νιώσαμε ασφάλεια που οι άλλοι κοιμόντουσαν, καθήσαμε στο πεζούλι, βάλαμε τα πόδια μας στο νερό για δροσιά και κουβεντιάζαμε πλατσουρίζοντας. «'Ακου την κατσίκα, την Τιτίνα. να θέλει να μας βάλει να κοιμηθούμε!» λέει ο Τάκης. Εκείνη, μουλωχτή, τ'. ακούει φαίνεται απ' το σπίτι και περιμένει... Βέβαια, πρέπει να σου πω ότι «κατσίκα» και τέτοιες βρισιές στο σπίτι μας δεν επιτρέπονταν, μόνο ο Τάκης μπορούσε να τα λέει - τα επέβαλε με τον τρόπο του.

Ξυπνάνε οι άλλοι τ' απόγευμα, εμείς εκεί, τριγυρίζαμε στην αυλή, ξεχασμένοι. Και ξαφνικά, κατεβαίνει η Τιτίνα με την αδελφή μου τη μεγάλη, κρατώντας μια χούφτα πιπέρι - οι παιδαγωγοί! Και βουτάει τον Τάκη η Τιτίνα και πάει να του χώσει το πιπέρι στο στόμα: «Θα σου δείξω εγώ ποια θα πεις κατσίκα!...». Ο Τάκης να στριφογυρίζει στα πόδια της σαν διάολος, προσπαθώντας να ξεφύγει. Και καθώς αυτή σκύβει από πάνω του, κάνει έτσι αυτός το χέρι του και, τσάααφ!, της αστράφτει ένα φούσκο που όμοιο του δεν έχω ξανακούσει. Χρόνια μετά άκουγα τον ήχο του και ξεραινόμουν στα γέλια: Τσάααφ! - ένας πολύ πετυχημένος ήχος. Δεν ξέρω πόσο πόνεσε η Τιτίνα, αλλά πάντως τα 'χασε, τον άφησε κι έφυγε.




...μέσα στην ησυχία, ακούω το «τσάααφ» εκείνου του μπάτσου.......

Αλλά, σου λέω, ο ήχος ήταν πολύ εντυπωσιακός. Τον θυμόμουνα και γελούσα. Κάποτε μάλιστα κόντεψα να βρω τον μπελά μου, γιατί - εννιά χρονώ θα πρέπει να ήμουνα - τον θυμήθηκα μέσα στην τάξη... Εκείνη τη χρονιά ζούσα στη Θήβα. Κάθε χρόνο οι γονείς μου συνηθίζανε να στέλνουν ένα απ' τα παιδιά στους παπούδες μας, για να μην είναι μόνοι τους, γέροι άνθρωποι. Εγώ, όταν δεν πήγαινα έκλαιγα κι όταν ερχόταν η σειρά μου να πάω πάλι έκλαιγα, γιατί δεν ήθελα ν' αφήσω το σπίτι μου - ξέρεις, τα γνωστά.

Ήμουν λοιπόν στη Θήβα εκείνη τη χρονιά και πέθαινα από νοσταλγία. Και μέσα στην τάξη εκείνη τη μέρα έχω αφαιρεθεί, ο νους μου τρέχει στην Αθήνα, στους δικούς μου... Ξαφνικά, μέσα στην ησυχία, ακούω το «τσάααφ» εκείνου του μπάτσου. Τ' άκουσα στη σκέψη μου, αλλά τόσο ζωντανά που έμπηξα τα γέλια... 

Και έρχεται τότε ο δάσκαλος, ένα κτήνος εκεί, και με ρωτάει γιατί γέλασα. Τι να του πω; Δεν υπήρχε περίπτωση ν' απαντήσω σε τέτοια ηλίθια ερώτηση. Τον κοίταξα: «Γέλασα...» του απάντησα - τι άλλο να του πω; Σε τέτοιες περιστάσεις απαντούσα έτσι: «Γιατί άργησες;». «Άργησα...». «Γιατί το έκανες αυτό;». «Το έκανα...». Φαινόταν κάπως προκλητικό, αλλά γενικά ήμουνα ένα πολύ σεμνό και άξιο κοριτσάκι και τη σκαπούλαρα...


Φρίντα Μπιούμπι, Η Τελευταία Παράσταση, εκδόσεις Εξάντας, σελ. 57-65



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου