Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

Προς τη μεριά που είναι το φως.....«Η γυναίκα με τα χέρια από φως», Λιλή Λαμπρέλλη


..αν ο σκοπός δεν είναι απλά η ύπαρξη αλλά η συν - ύπαρξη

Φ
τιαγμένη από σάρκα και οστά, ευάλωτη αλλά όχι εύθραυστη. 
Κυρίως .... όχι άτρωτη. Αυτό που σε κάνει Γυναίκα δεν είναι κάποιο υπερτιμημένο σύμβολο θηλυκότητας, φιλαρέσκειας ή ματαιοδοξίας. 

Είναι η "βασιλεία" σου στην επικράτεια της ψυχής, το συναίσθημα, το δόσιμο, η σχέση.

Ο ανταγωνισμός, η επιβολή, η κυριαρχία, η δύναμη, ας μείνουν του αρσενικού όπλα...αν ο σκοπός δεν είναι απλά η ΥΠΑΡΞΗ αλλά η ΣΥΝ - ΥΠΑΡΞΗ. 


Kyuin Shim
Ανταγιά – Ανταύγεια, Φωτεινή

Στο παραμύθι «Η γυναίκα με τα χέρια από φως», ελληνόφωνο παραμύθι από τον Καύκασο, η γυναίκα που ακούει στο όνομα Ανταγιά – Ανταύγεια, Φωτεινή στη γλώσσα μας – βγαίνει στο πιο ψηλό παράθυρο του σπιτιού και απλώνει τα χέρια της μπροστά. 

Στο δρόμο του φωτός των χεριών της περπατά ο σύντροφός της. Ένα φωτισμένο πέρασμα που τον οδηγεί από τον εαυτό του σε αυτήν, ξεφεύγοντας από τους εχθρούς του. Μαζεύει εκείνη τα χέρια της και όλους τους ρουφά πίσω του το σκοτάδι ή η χαράδρα.

Μα μια μέρα σαν τον ρωτάνε πώς τα καταφέρνει να περνά νύχτα το στενό πέρασμα με πλήθος εχθρούς ξωπίσω του και να φτάνει στο σπίτι του σώος κι αλώβητος κάθε φορά, αυτός ξιπάζεται και αρνιέται το φωτεινό πέρασμα της σχέσης.

-  Γιατί έχω μάτι αϊτού. Γιατί είμαι ο πιο σπουδαίος καβαλάρης που γεννήθηκε ποτέ στην πλάση. Γιατί είμαι ατρόμητος. Κανένα βέλος δεν τολμάει να μ' αγγίξει, κανείς εχθρός να μ' αντικρίσει, κανείς φίλος να με παραβγεί. 


Franz Alexeevich Roubaud:The Return from the Hunt 


Κι εγώ; Δε βοηθάω σε τίποτα το γυρισμό σου;


Η γυναίκα του ξαφνιάστηκε από την τόση ξιπασιά. Του είπε:

-  Κι εγώ; Δε βοηθάω σε τίποτα τον γυρισμό σου;

-  Σε τι να βοηθήσεις εσύ, γυναίκα αδύναμη κι αμάθητη στα αντρίκια πράγματα; Το μόνο που μπορείς είναι να σφάξεις έναν κόκορα και να τον μαγειρέψεις για τον ερχομό μου. Ούτε καβαλικεύεις, ούτε χειρίζεσαι το τόξο, ούτε ξέρεις τα περάσματα. Κλείσε το στόμα σου, λοιπόν, τράβα να φέρεις κι άλλο κρασί, και στις κουβέντες των αντρών μην μπαίνεις.

Τότε αυτή σηκώθηκε αργά και τον κοίταξε κατάματα. Του είπε:

-  Τι άντρας είσαι εσύ που δεν τιμάς την ίδια τη γυναίκα σου; Θυμάσαι μόνο ό,τι σε βολεύει για να παινεύεσαι κι όλα τ' άλλα τα ξεχνάς. Να μου κοπούν τα χέρια αν σε βοηθήσω να βγεις απ' το σκοτάδι. Την άλλη φορά που θα πας να πολεμήσεις, γύρνα πίσω, αν είσαι άξιος να γυρίσεις, μ' όποιον τρόπο μπορείς.


Σηκώθηκε κι αυτός με τόση βία που έριξε κάτω το τραπέζι, σπάζοντας και σκορπώντας, χύνοντας ό,τι ήταν πάνω του στρωμένο.

– Τώρα θα δεις ποιος είμαι, είπε.

Κι ευθύς ανέβηκε στ' άλογό του και κάλπασε σαν άνεμος. Φύγαν οι καλεσμένοι σιωπηλοί. Έφυγε σιγά σιγά κι η μέρα κι άρχισε να πέφτει το σκοτάδι.


Ο κλέφτης κατέβηκε στην κοιλάδα και προσπάθησε ν' αρπάξει ένα κοπάδι πρόβατα. Όμως, όχι μόνο δεν τα κατάφερε, αλλά τον πήρανε χαμπάρι και τον κυνηγήσανε. Αυτός είδε κι απόειδε πως δεν μπορούσε αλλιώς να τους ξεφύγει και πήρε τον δρόμο του γυρισμού. Σαν μπήκε στης χαράδρας τα στενά, είχε νυχτώσει για καλά.

Η γυναίκα δέσμια του θυμού της, κράτησε τα χέρια της από φως κλειστά . Τον καβαλάρη δέσμιο της αλαζονείας του, τον ρούφηξε το σκοτάδι. 

Franz Alexeevich Roubaud, 1856-1928

Η γυναίκα του αγρυπνούσε στο πιο ψηλό της δώμα. Κάποια στιγμή, τον άκουσε από μακριά με άγριες φωνές να την προστάζει να φανεί. Έσφιξε σε γροθιές τα χέρια της και δεν κουνήθηκε. Εκείνος φώναζε, ούρλιαζε... Έξαφνα, σιωπή.


Τότε, η γυναίκα έτρεξε έξω. Άπλωσε τα χέρια της στο μονοπάτι. Ως πέρα, μακριά, δεν υπήρχε ούτε καβαλάρης, ούτε άλογο. Αλαφιασμένη, έστρεψε τα χέρια στο βάθος της χαράδρας και τον είδε - μια ακίνητη σκοτεινή κουκκίδα.Έβγαλε φωνή μεγάλη και σαν τρελό κατσίκι πηδούσε από βράχο σε βράχο όλη τη νύχτα ως να κατεβεί. Το χάραμα, φτάνοντας εκεί που ήταν πεσμένος, τον πήρε αγκαλιά. Έμεινε εκεί, χωρίς νερό, χωρίς ψωμί, τρεις μέρες και τρεις νύχτες και τον έκλαιγε. Ύστερα, έσκαψε τάφο και τον έθαψε.


Franz Alexeevich Roubaud, 1856-1928

.....ίδιος ο άντρας της, αλλά με γελαστά μάτια και μερεμένο πρόσωπο...

Τότε,
μες στη σιωπή της ερημιάς, άκουσε καλπασμό. Γύρισε κι είδε έναν καβαλάρη - της φάνηκε ίδιος ο άντρας της, όμως με γελαστά μάτια και μερεμένο πρόσωπο. Όταν αυτός πλησίασε και κατέβηκε από τ' άλογό του, η γυναίκα κατάλαβε πως ήταν ένας ξένος. Τη ρώτησε αν θέλει βοήθεια, ποιος ήταν ο καημός της και το κλάμα της αντηχούσε στα βουνά.

-  Δεν μπορείς τίποτα για μένα. Τράβα τον δρόμο σου, του αποκρίθηκε εκείνη κι έσκυψε πάνω στο μνήμα.

-  Μια γυναίκα μόνη στο βάθος της χαράδρας χρειάζεται έναν άντρα για ν' ανεβεί.

-  Άλλη γυναίκα, μπορεί. Εγώ θ' ανέβω σαν το θελήσω, δίχως βοήθεια.

-  Φεύγω, μα θα ξανάρθω, της είπε ο καβαλάρης.


Τότε, αυτή άνοιξε τα μπράτσα της στον ουρανό κι είπε:

-  Θεά του φεγγαριού, φέρε καταιγίδα και δοκίμασε τον καβαλάρη τούτον. Δείξε μου αν είναι αντρειωμένος.

Δεν πρόλαβε ν' αποσώσει τα λόγια της κι ευθύς άνοιξαν οι κρουνοί τ' ουρανού κι άστραφτε και βροντούσε. Κι αυτή μούσκεψε ως το κόκαλο, σκυμμένη στον τάφο. Έξαφνα, ένιωσε μια ζέστα να την πλημμυρίζει. Ο καβαλάρης ήταν εκεί δίπλα της και την τύλιξε στην κάπα του.

-  Πώς κατάφερες να περάσεις τα φουσκωμένα νερά μέσα στην καταιγίδα; τον ρώτησε.

-  Δεν το κατάφερα εγώ, αλλά το άλογο μου, της αποκρίθηκε αυτός, γελώντας.

Ευθύς, σα με το γέλιο του, σταμάτησε η βροχή και βγήκε ο ήλιος. Κι απ' τη μια στιγμή στην άλλη, φύτρωσαν παντού χορτάρια και πολύχρωμα λουλούδια.
Αυτή ψιθύρισε:

-  Παντού χαρά Θεού, παντού χορτάρια και λουλούδια, παντού ζωή, εκτός απ' τον φρεσκοσκαμμένο τάφο. Γιατί;

Κι ο άντρας που ήταν δίπλα της της αποκρίθηκε:

-  Μπορεί γιατί εκείνος που είναι μέσα αγαπούσε τον εαυτό του μόνο - μπορεί να μην αγαπούσε τη ζωή.

-  Εκείνος που είναι μέσα μ' αγαπούσε και τον αγαπούσα.

-  Αν στ' αλήθεια σ' αγαπούσε, ο τάφος του θα πλημμύριζε λουλούδια. Κρίνε μονάχη σου, αν μπορούσε ν' αγαπήσει. Άκου με, αν θες: Πήγαινε σπίτι σου. Κάνε το πένθος σου. Εγώ θα σε περιμένω όσο χρειαστεί από την άλλη μεριά της χαράδρας.



Απ' τη μεριά που ήταν το φως.....
Αυτά είπε κι έφυγε. Κι η γυναίκα γύρισε στο σπίτι της και νίφτηκε, κι ήπιε νερό κι έφαγε ψωμί και σκεφτόταν τη ζωή της σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες. 

Στο πλήρωμα της τελευταίας νύχτας, βγήκε στο πιο ψηλό παράθυρο κι άπλωσε ίσια μπροστά τα φωτεινά της χέρια.

Κι είδε στην άλλη άκρη της χαράδρας έναν άντρα που αγρυπνούσε ν' ανεβαίνει στο άλογο του και,λουσμένος στο δικό της φως, κρατώντας τα γκέμια του αλόγου με χέρι σταθερό, να έρχεται πιο κοντά, όλο και πιο κοντά, πάνω από τον γκρεμό, πάνω απ' τον χείμαρρο, πάνω απ' τον θάνατο. Απ' τη μεριά που ήταν το φως.


Λιλή Λαμπρέλλη, «Η γυναίκα με τα χέρια από φως» 
(Εφτά παραμύθια σχέσης από την προφορική παράδοση), 
από τη σειρά «Κι αν σου μιλώ με παραμύθια…» των εκδόσεων Πατάκη.



Ίσια εμπρός.......προς τη μεριά που είναι το φως

Μια ιστορία ζευγαριού, αλλά ιδωμένη από την πλευρά της γυναίκας. 

Η γυναίκα οδηγεί. Ο άντρας ακολουθεί και με τον έναν ή τον άλλο τρόπο είτε γίνεται σύντροφος είτε χάνεται για πάντα. 


Η ερωτική σχέση στην απόλυτη μορφή της. Από συμβολική άποψη θα μπορούσε να μιλάει για τη δυσκολία της ένωσης ανάμεσα στο θηλυκό - διαισθητικό - δημιουργικό κομμάτι της ψυχής μας και στο αρσενικό - δυναμικό - εγκεφαλικό μας κομμάτι, πράγμα που αφορά και τους άντρες και τις γυναίκες – και τα δυο απαραίτητα, με ζητούμενο να συνυπάρχουν σε αρμονία. 

Ούτε οδοστρωτήρες να είμαστε, σαν αυτούς που βλέπουμε να προχωρούν με αγκωνιές και δαγκωματιές ή εκείνους που αναλώνουν τη ζωή τους σε μια παραληρηματική, δημοσιοσχεσίτικη κοινωνικότητα, ούτε εσωστρεφείς δημιουργοί, «ποιητές» σε όποιο βαθμό μπορεί ο καθένας, που για να προστατευτούν από την αγριότητα επιλέγουν την απομόνωση. 

Να προχωράμε ίσια εμπρός, με έμπνευση, τόλμη και αντοχή, αλλά πάντα προς τη μεριά που είναι το φως.




Εν ειρήνη με τον εαυτό μας και τον κόσμο...

Στο δρόμο των μαγικών παραμυθιών ο ήρωας δεν κρίνεται, δεν συγκρίνεται. Είναι αξία αυταπόδεικτη. Το φως που διαλύει το σκοτάδι στο δρόμο του ,γεννιέται στη σχέση του με τον εαυτό του κι επομένως στην δύναμη του να σχετίζεται με τους άλλους ,αναγνωρίζοντας τους ως ισότιμους, άξιους της αγάπης.

Μέσα σε αυτό το φως της αναγνώρισης μας από τον άλλο, τον αγαπημένο, δεν ανθίζουμε όλοι; Και τι αξία έχει μια πορεία αυτογνωσίας , μια πορεία ενηλικίωσης, αν όχι για να μπορέσουμε να είμαστε ικανοί να συνδεθούμε με τους ανθρώπους γύρω μας; Και μέσα στο φως των αγαπητικών σχέσεων μας να ζήσουμε εν ειρήνη με τον εαυτό μας και τον κόσμο!




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου