Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2015

Τι καλοτυχία παντοτινή! Μια νεράιδα για νύφη.... ή για μητέρα...

Πορτραίτο μιας νεράιδας (ορχηστρικό)
Μουσική: Λουδοβίκος των Ανωγείων
Άνοιξα μανταρίνι και σε θυμήθηκα (Λύρα, 2001)


Ο Τρελαντώνης

Εκείνον τον καιρό κι εκείνα τα ζαμάνια ζούσε ένας άνθρωπος που είχε έξι παιδιά• τρεις γιους και τρεις θυγατέρες. Όταν ήρθε η ώρα να πεθάνει, φώναξε τους γιους του και τους ορμήνεψε:

— Στους πρώτους που θα ζητήσουν τις αδελφές σας σε γάμο, να τους τις δώσετε! Τώρα πάρτε την ευχή μου.

Αυτό είπε και άφησε την ψυχή του. [......]


Σαν έφυγαν και οι τρεις αδελφές από το σπίτι, αποζήτησαν τα τρία αδέλφια μια γυναίκα και είπαν στον Τρελαντώνη:


— Σύρε, μωρέ Τρελαντώνη, να βρεις μια γυναίκα να την έχουμε στο σπίτι.

Κίνησε ο μικρός αδελφός κι εκεί που πήγαινε συλλογιόταν πού να μείνει• εκεί που συλλογιόταν, βρίσκει έναν χότζα, που τον πήρε στη δούλεψη του να του φυλάει εφτά πρόβατα. Σαν τα βρήκαν και συμφώνησαν, ο χότζας τού είπε:

— Τρεις φορές αν σου ξεφύγουν και γυρίσουν σπίτι, θα σου το ξεριζώσω το κεφάλι.

Γελά ο Τρελαντώνης:

— Πού να μου ξεφύγουν εμένα εφτά πρόβατα! Εγώ στα βουνά μου κρατούσα μυριάδες.

Την πρώτη μέρα που πήγε τα πρόβατα στην ακρολιμνιά, γύρω στο μεσημέρι, κάτι έπεσε στη λίμνη• τα πρόβατα φοβήθηκαν και γύρισαν πίσω στον χότζα. Τη δεύτερη μέρα το καταμεσήμερο πάλι του ξέφυγαν. Την τρίτη μέρα έγδαρε τη φλούδα ενός έλατου, τη φόρεσε στο κεφάλι, μπήκε στη λίμνη και κολυμπούσε.

Σαν φάνηκε κάτι να 'ρχεται από τον ουρανό δεν πρόλαβε να πέσει στη λίμνη αλλά έπεσε στη φλούδα που 'χε ο Τρελαντώνης στο κεφάλι. Το γράπωσε εκείνος με τα δυο του χέρια κι έπιασε κάτι φτερούγες. Κάτω από τις άσπρες φτερούγες κρυβόταν μια κάτασπρη νεράιδα ζαβλακωμένη από το πέσιμο. Της πήρε τα φτερά της και το πέπλο της, την έκοψε στον ώμο κι άιντε πίσω στο σπίτι του.
Μόλις τον είδαν τ' αδέλφια του από μακριά έτρεξαν να τον απαντήσουν:

— Τι καλοτυχία παντοτινή μάς φέρνει ο αδελφός μας! Μια νεράιδα για νύφη!




≍ Nature's Fairy Nymphs ≍ magical elves, sprites, pixies and winged woodland faeries - Jean-Baptiste Monge:

Μια μέρα, ύστερα από λίγα χρόνια, παντρευόταν του Τρελαντώνη ο αδερφός. Εκεί που όλοι χόρευαν και γλεντούσαν, η νεράιδα έστεκε μονάχη, σκοτισμένη και πολλά λυπημένη. Ο Τρελαντώνης τη σίμωσε και τη ρωτάει:

— Τι έχεις και δε χαίρεσαι;

— Πώς να χαίρομαι όταν δεν έχω ρούχο για να στολιστώ.


Τη λυπήθηκε ο άμυαλος και τής έδωσε το πέπλο της και μαζί τα φτερά. Έλαμψε η νεραϊδοκόρη, τρεις φορές έσυρε το χορό, μα ξάφνου πετάχτηκε ψηλά από το χορό και στάθηκε ανάμεσα στη γη και στον ουρανό. Τιναζόταν ο Τρελαντώνης να την πιάσει και φώναζε:

— Τι έκανες; Γιατί με πρόδωσες;

Η νεράιδα του σφύριξε από ψηλά στ' αυτί:

— Σαν θα βρεις τον πύργο από διαμαντόπετρες, και σ' αυτόν τη γριά τη Σιδεροδόντα, τότε θα γίνω δική σου με το δικό μου θέλημα.






Και ξεχύθηκε προς τις ψηλές κορφές, και απ' όπου περνούσε άστραφτε ο ουρανός και σπιθοβολούσε. Τον κορόιδευαν τ' αδέλφια του, τον πείραζαν οι καλεσμένοι μέσα από το χορό:

— Αντώνη, Τρελαντώνη! μια ζωή τρελός θα σαι, αφού άφησες τη νεράιδα να χαθεί μέσ' απ' τα χέρια σου.


Κι ο Τρελαντώνης με σφιγμένη την καρδιά ταξίδεψε μέρα νύχτα, διάβηκε κάμπους και βουνά, δάση και λιβάδια, ερημιές και πολιτείες• πέρασε βασίλεια πολλά και παντού ρωτούσε για τον πύργο τον ανήκουστο και για τη γριά τη Σιδεροδόντα.

.......και κάποτε κατάφερε να φτάσει....


Είδε ο Τρελαντώνης τα μαρμαρένια τα βουνά και τους κρουσταλλένιους κάμπους με τον πύργο από διαμαντόπετρα στη μέση και καρδιοχτύπησε σαν είδε την πιστή του τη νεραϊδοκόρη να βγαίνει από τον πύργο ασπροστολισμένη και να τον απαντά.

— Μάτια μου τρελά, ήρθες και με βρήκες, μα ακόμα δεν με πήρες ! [........]



Moon Magic:


Κι η αγαπημένη του νεράιδα θα τον βοηθήσει να φέρει σε πέρας τις δοκιμασίες της γριάς Σιδεροδόντας μάνας.

— Άντε τώρα να σκάψεις και απόψε, να μου φέρεις ή την πίτα ψημένη ή του λαιμού σου το κεφάλι.

Δυο βράδια στη σειρά θα της φέρει την πίτα ψημένη τη μια χάρη στο μαγικό δαχτυλίδι και την άλλη χάρη στη βοήθεια των ξωτικών... Μέχρι που η γριά άρχισε να καταλαβαίνει.

Την τρίτη νύχτα, μεσάνυχτα, τον πήρε η νεράιδα στα φτερά της.

— Άιντε να με κλέψεις! και πέταξαν.

Καθώς εκείνος καθόταν στα φτερά της, του είπε:

— Γύρνα και δες αν μας ακολουθεί ένα άσπρο σύννεφο.
— Να μια άσπρη τούφα ξοπίσω μας, μας φτάνει!

— Εγώ θα μεταμορφωθώ σε πρόβατο κι εσύ κάνε τον τσομπάνη. Έρχεται η μικρή μου αδερφή !
Τον ζύγωσε το άσπρο σύννεφο:

— Μην είδες, τσομπάνη μου, να πετάει από δω μια νεράιδα;

Αν έβλεπα νεράιδες δε θα 'μουνα τσομπάνης
. Και το σύννεφο γύρισε πίσω.


Πάλι η νεράιδα τον σήκωσε στα φτερά της, αλλά παραπέρα του λέει:

— Για κοίταξε αν πετάει πίσω μας ένα κόκκινο σύννεφο.

— Να το!
είπε και κατέβηκαν στη γη• η νεράιδα έγινε γουρούνα κι αυτός έκανε τον έμπορα.

— Αν έβλεπα νεράιδες δε θα πουλούσα γουρούνια, είπε ο έμπορας στη δεύτερη αδερφή.

Και πάλι σηκώθηκαν και πήραν τα σύννεφα, όταν του είπε η νεράιδα:

— Αν φανεί το μαύρο σύννεφο,θα 'ναι η μάνα μου.

Σαν τους έφτασε το μαύρο σύννεφο, πετούσαν πάνω από μια λίμνη. Η νεράιδα πέταξε το λαμπερό της πέπλο, και η γριά πίστεψε πως η κόρη της έπεσε• από το φόβο της βούτηξε παρευθύς στη λίμνη και η λίμνη την κατάπιε

Ο Τρελαντώνης διάβηκε με την αγαπημένη του τους ουρανούς, χαιρέτησε τις αδελφές του και τις κάλεσε στο γάμο του. Τα αδέλφια του από μακριά έτρεξαν να τον απαντήσουν χαρούμενα:

— Τι καλοτυχιά παντοτινή μάς φέρνει ο αδερφός μας ο μικρός! Τη νεραϊδένια νύφη θα τη στεφανωθεί!

Σερβικά παραμύθια, Momčilo Radić, Εκδόσεις Απόπειρα.


Νεράϊδα είσαι μάτια μου

Παραδοσιακό ( Δωδεκάνησα) 
Μαρίζα Κωχ

Νεράιδα είσαι μάτια μου και το γιαλό ορίζεις
Θέλεις μου παίρνεις την καρδιά, θέλεις μου τη χαρίζεις

Κοράλλια είναι τα χείλη σου, κύματα τα μαλλιά σου
κι η θάλασσα ολόκληρη είναι η αγκαλιά σου

Στην άμμο που καθόμουνα ήταν δικό μου κρίμα
και τ’ όνομά σου έγραφα και το ’σβηνε το κύμα

Ένα καράβι αρμάτωσα να ’ρθω να σε γυρέψω
κι αν δε με θες, νεράιδα μου, μια νύχτα θα σε κλέψω


Νεράιδες, Γιώργος Σταθόπουλος .


...έτρεμα μην τύχει και βρει το μαγικό κεφαλομάντιλό της και γίνει άφαντη.

Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει• χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά, μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινοέρχουνταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να ’χαν τα χέρια της μια καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινή ανάγκη. 

Μπορεί και να’ ναι η νεράιδα συλλογίζουμουν κοιτάζοντάς τη σιωπηλά, η νεράιδα που λεν τα παραμύθια, και κινούσε στο παιδικό μυαλό μου η φαντασία να δουλεύει: μια νύχτα ο πατέρας μου, περνώντας από τον ποταμό, την είδε να χορεύει στο φεγγάρι, χίμηξε, της άρπαξε το κεφαλομάντιλο, κι από τότε την έφερε σπίτι και την έκαμε γυναίκα του. 

Κι ολημέρα τώρα πάει κι έρχεται η μάνα μέσα στο σπίτι και ψάχνει να βρει το κεφαλομάντιλο, να το ρίξει στα μαλλιά της, να γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει.. 

Την κοίταζα να πηγαινοέρχεται, ν’ ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες, να ξεσκεπάζει τα πιθάρια, να σκύβει κάτω από το κρεβάτι, κι έτρεμα μην τύχει και βρει το μαγικό κεφαλομάντιλό της και γίνει άφαντη. 

Η τρομάρα αυτή βάσταξε χρόνια και λάβωσε βαθιά τη νιογέννητη ψυχή μου• κι ακόμα και σήμερα αποκρατάει μέσα μου, πιο ανομολόγητη, η τρομάρα ετούτη: παρακολουθώ κάθε αγαπημένο πρόσωπο, κάθε αγαπημένη ιδέα, με αγωνία, γιατί ξέρω πως ζητάει το κεφαλομάντιλό της να φύγει.


Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο, εκδ. Ελένης Ν. Καζαντζάκη, σελ. 39





Κουρασμένη νεράιδα

Λουδοβίκος των Ανωγείων
Νένα Βενετσάνου
Πύλη της άμμου (1997)


Κουρασμένη νεράιδα
στης λίμνης το βράχο κοιμάται

Χάραξε η μέρα βγήκε ο ήλιος 

μα μην την ξυπνάτε

Χτες το βράδυ είχανε γάμο
στεφανώματα πάνω στην άμμο

Το λευκό της μαντήλι
το χάρισε πάει
σ’ έναν νέο
στο χρώμα του Μάη

Κι αν αυτός δε γυρίσει
το μαντήλι ν’ αφήσει
η νεράιδα των βράχων
μονάχη θα σβήσει.....



Νεράιδα 

Σωτήρης Τριβιζάς & Federico Garcia Lorca
Μουσική: Δημήτρης Μαραμής
M. Φραγκούλης - K. Κληρονόμου

Βρήκαν σήμερα στη λίμνη
μια νεράιδα πεθαμένη.
Είναι έξω από τη λίμνη
καταγής σαβανωμένη

Ένα ψάρι στους μηρούς της
όλο έρχεται και πάει.
Ο άνεμος της λέει "μικρή μου!"
μα εκείνη δεν ξυπνάει

Τα μαλλιά της από φύκια
είναι ξέπλεκα στους βράχους
κι έχει ξέσκεπα τα στήθια
που ριγούν απ’ τους βατράχους


Ο Θεός να σε φυλάει
Για την κόρη των λιμνών
πάμε να προσευχηθούμε
στην Κυρά των Ποταμών

Έπειτα δυο κολοκύθες
θα της βάλω στα πλευρά
να μπορεί να κολυμπάει
πάνω στ’ αλμυρά νερά




Το φυλαχτό

Ποίηση: Παύλος Βλαστός
Μουσική: Μιχάλης Καλογεράκης
Φωνή: Μάρθα Φριντζήλα

Αυτό το φυλαχτάρι, φύλαξέ το,
κατάσαρκα στο στήθος, κρέμασέ το,
Και χώνε το μη λάχει και το ιδούνε,
της μάνας μου μην πάνε να το πούνε.

Να το 'χεις ένα μήνα στο πλευρό σου,
κι ουδένα πατασμό θα ιδής εμπρός σου

Νεράιδες, Μα τη γης που θα με φάει!
δε σκιάζομαι... η καρδιά μου θαραπάει.
Μα γροίκησε, Ροδάρη μου, να ζήσεις,
για τούτες τις Νεράιδες και να φρίξεις.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου