Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

«12 Οκτωβρίου 1944, να μην την ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου αυτή τη μέρα», Άλκη Ζέη


Τάσσος (Αλεβίζος Αναστάσιος) (1914 - 1985)

Η απελευθέρωση της Αθήνας, 1945, Εθνική Πινακοθήκη


Ξυπνήστε, ρε. Φύγανε οι Γερμανοί!

Δεν θυμάμαι τι όνειρο έβλεπα. Άκουσα όμως μισοκοιμισμένη να χτυπούν καμπάνες, στην αρχή απόμακρα κι ύστερα πολύ κοντά. Ξύπνησα, ξύπνησε κι η Λενούλα κι ανακαθίσαμε στα κρεβάτια μας. Αφουγκραστήκαμε. Ναι, ήτανε καμπάνες. Κοίταξα το ρολόι. Πέντε και μισή. Είχε αρχίσει να φέγγει κι ύστερα μια φωνή:

- Φύγανεεεεε, φύγανεεεεε. Ξυπνήστε, φύγανεεεεε. Ήτανε η φωνή του Θανασάκη, του παιδιού της γειτονιάς. Έφερνε βόλτες γύρω γύρω σαν τρελός.

- Ξυπνήστε, ρε. Φύγανε οι Γερμανοί!

Παράθυρα αρχίσαν ν' ανοίγουν. Φωνές να ρωτούν, και πάλι καμπάνες. Η μαμά κι ο μπαμπάς κοντά μας. Κρεμόμαστε όλοι στο παράθυρο. Κι ύστερα κόσμος να βγαίνει στον δρόμο, άλλοι ντυμένοι άλλοι με πιτζάμες.

- Φύγανε οι Γερμανοί, φώναζαν και χοροπηδούσαν. Κι εμείς οι τέσσερις αγκαλιαστήκαμε και κλαίγαμε.

- Πάμε να ντυθούμε, είπε η μαμά. Ντυθήκαμε στο λεπτό κι η μαμά έτοιμη.

- Πάμε, είπε.

- Πού πάτε; τρόμαξε ο μπαμπάς.

- Στον δρόμο, να δούμε τι γίνεται. Βγήκαμε και κατεβαίναμε τη σκάλα.

- Να τις έχεις κοντά σου, φώναζε ο μπαμπάς από την κουπαστή της σκάλας. Εγώ θα πάω στην τράπεζα.




Η πιο ευτυχισμένη μας μέρα...

Ποιος τον άκουγε πια. Η Λενούλα κι εγώ πήραμε τη Λήμνου, η μαμά... πετούσε κι ανέβαινε τη Λευκωσίας. Η αδελφή μου πήγαινε στην Κυψέλη να βρει τον Γκάτσο. Εγώ ήμουνα σίγουρη, στη γωνία Λήμνου και Πατησίων, μπροστά στο σχολείο του Τυχόπουλου, με περίμενε ο Γιώργος. Αγκαλιαστήκαμε, η Λενούλα μας Φώναξε γεια κι άρχισε να τρέχει. Εμείς μείναμε έτσι ακούνητοι σαν να μην το πιστεύαμε. Άρχισαν να έρχονται τα τραμ και να χτυπάνε τα καμπανάκια κι ο κόσμος να σκαρφαλώνει, να τραγουδάει.

- Η πιο ευτυχισμένη μας μέρα, λέει ο Γιώργος. Ποτέ πια, ποτέ πια τίποτα κακό δεν θα μας συμβεί.

Τρέχουμε κι εμείς να σκαρφαλώσουμε στο τραμ. Αγκαλιαζόμαστε με αγνώστους, τραγουδάμε μαζί Σαν να μην πιστεύαμε ποτέ πως θα έφτανε μια τέτοια μέρα. Μια τέτοια ευτυχία. Είχε πει η Έλλη: «Το μάτι στο καλειδοσκόπιο», τι σήμαινε; Σήμαινε λεφτεριά σίγουρα, μα γιατί καλειδοσκόπιο; Και ποτέ δεν τη ρώτησα. Το είχα ξεχάσει. Και τώρα το θυμήθηκα, είμαι σίγουρη πως το είπε.

Κατεβαίνουμε στην Ομόνοια. Κόσμος, κόσμος στους δρόμους χορεύει και τραγουδάει. Ανεβαίνουμε τη Σταδίου. Κρατιόμαστε σφιχτά μην χαθούμε. Όχι, δεν θα 'θελα με τίποτα να 'χανα τον Γιώργο μέσα στο πλήθος. Τον κοιτάζω, λάμπει από ευτυχία, έτσι θα λάμπω κι εγώ κι όλος ο κόσμος δίπλα μας. Δεν μπορώ να πιστέψω πως ποτέ μα ποτέ πια δεν θα δούμε άσχημες μέρες στη ζωή μας. Το είπε ο Γιώργος.



Έχουμε καινούργια Ρόζα Λούξεμπουργκ....

Φτάσαμε στο ύψος που είναι η Τράπεζα Αθηνών πλάι στου Λουμίδη. Ένα πλήθος περνάει και κάνουμε στην άκρη. Είναι εργάτες με τις φόρμες τους. Πού βρέθηκαν τόσες κόκκινες σημαίες; Έχουν υψωμένες τις γροθιές τους και ζητωκραυγάζουν: «Κάπα, Κάπα, Έψιλον». Κι ανάμεσα τους, ακριβώς στη μέση, η ζακέτα της Τσούχλου! Ναι, η μαμά. Έχει κι αυτή τη γροθιά της ψηλά και φωνάζει: «Κάπα, Κάπα, Έψιλον».

- Δες, λέω στον Γιώργο.

Δεν προφταίνω όμως να το πω κι ακριβώς απέναντι, στο μπαλκόνι, στην Τράπεζα Αθηνών, βλέπω τον μπαμπά και δυο άλλους στο πλάι του. Κουνάει τα χέρια του, θαρρείς και κολυμπάει. Κάτι φωνάζει. Δεν μπορώ ν' ακούσω τη φωνή του, ξέρω όμως, θα 'ναι μια κραυγή: «Έλληηη».

Η μαμά κοιτάζει ίσια μπρος με τη γροθιά πάντα υψωμένη. Τον μπαμπά που γέρνει στο μπαλκόνι τον τραβούν μέσα οι δύο διπλανοί του. Ήτανε η μόνη φορά στη ζωή μου που τον λυπήθηκα.

- Έχουμε καινούργια Ρόζα Λούξεμπουργκ, λέει ο Γιώργος.

Δεν γέλασα με το αστείο. Ο Γιώργος το κατάλαβε και μου 'σφιξε το χέρι.

- Είπαμε, σήμερα δεν έχει στεναχώριες. Μόνο χαρά. Πάμε να βρούμε τους φίλους, τους συντρόφους μας.


Τόσο πολύ δεν είχαμε αγκαλιαστεί ποτέ μας.

Με δυσκολία περνούσαμε μέσα από τον κόσμο. Φτάσαμε στην Πανεπιστημίου. Κοιτάζω. Δεν είναι δυνατόν. Η Ζωρζ! Σκαρφαλωμένη στα κεραμίδια του Πανεπιστημίου. Κρατάνε μαζί μ' ένα αγόρι την ελληνική σημαία και τραγουδάνε. Κουνάω τα χέρια. Πού να με δει. Κοιτάζει ολόισια με το κεφάλι ψηλά και μοιάζει να σφίγγει το κοντάρι της μην της την πάρει ο εχθρός.

Πιο κάτω βρίσκουμε φίλους από το θέατρο, συντρόφους, κι όλοι μαζί τραγουδάμε κι ούτε με νοιάζει που είμαι παράφωνη.

Πρέπει να ήτανε αργά τ' απόγευμα όταν συναντήσαμε τον Μπάστα και τη Δέσποινα. Καθόντανε πάνω σ' ένα γκρεμισμένο τοιχάκι, στη Μαυρομματαίων. Βραχνοί, αποκαμωμένοι, χαρούμενοι. Τόσο πολύ δεν είχαμε αγκαλιαστεί ποτέ μας.


....μας περιμένουν δύσκολες μέρες....


- Πάμε στη Διδώ, πρότεινε ο Μπάστας, γιατί είδε πως ήμασταν κοντά στην Κοδριγκτώνος.

- Σίγουρα δεν θα 'ναι σπίτι, λέω.

- Τι χάνουμε;

- Πάμε.

Ήτανε σπίτι. Και μύριζε φασολάδα.

Ο θείος Πλάτων είχε μαγειρέψει. Να υπάρχει ένα φαί! Θα τρώγαμε όλοι. Ο Πλάτων στρώνει τραπέζι. Η Διδώ καπνίζει και κάνει βόλτες νευριασμένη.

- Θείτσα, τι έπαθες τέτοια μέρα;

- Είμαι έξω φρενών.

Την κοιτάμε όλοι απορεμένοι.

- Ακούς εκεί, να βγούνε από τις κρυψώνες τους όλοι οι παράνομοι και να μου κάνουνε παρέλαση στους δρόμους και να τραγουδάνε! Ο κόσμος τους είδε και τους ξέρει πια. Δεν μου λέτε, τι θα γίνει αν χρειαστεί να ξαναβγούνε στην παρανομία;

Μείναμε όλοι άφωνοι. Τι εννοούσε η Διδώ; Μίλησε ο Μπάστας.

- Διδώ μου, παραφρόνησες; Ποια παρανομία; Τώρα είμαστε ελεύθεροι. Ε-ΛΕΥ-ΘΕ-ΡΟΙ.

- Μην σας κόψω τη χαρά σας. Πάμε να φάμε τα φασόλια του Πλάτωνα. Ξέρετε όμως ότι μας περιμένουν δύσκολες μέρες.

Ο Γιώργος με κοίταξε, ποιος ξέρει τι έκφραση είχα πάρει και σαν να με λυπήθηκε.

- Άσε μας, βρε Διδώ, να χαρούμε σήμερα τέτοια μέρα που ξημέρωσε.

- Καλά, ντε, είπε κι άρχισε με την τρεμουλιαστή φωνή της σαν υψίφωνος της όπερας να τραγουδάει ένα σμυρναίικο τραγούδι.



Σηκωθήκαμε και χορέψαμε....

Η Δέσποινα έβγαλε το φλάουτο που δεν το αποχωριζότανε ποτέ και τη συνόδεψε. Ο θείος Πλάτων μάζευε τα πιάτα. Απέξω χάλαγε ο κόσμος στις φωνές και στα ρώσικα τραγούδια της επανάστασης, με λόγια ελληνικά. Πότε πρόλαβαν να τα γράψουν και να τα μάθουν; Και τότε η Δέσποινα έπαιξε στο φλάουτο την «Κατιούσα» κι η Διδώ σηκώθηκε και τη χόρεψε. Σταμάτησε λαχανιασμένη.

- Εμπρός, σηκωθείτε να χορέψουμε... όσο μπορούμε, έκανε.

Σηκωθήκαμε και χορέψαμε. Ως κι ο θείος Πλάτων που είχε μαζέψει το τραπέζι και το έσυρε στην άκρη.


12 Οκτωβρίου 1944, να μην την ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου αυτή τη μέρα.




Ἀλκη Ζέη, Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο, εκδόσεις Μεταίχμιο (σελ. 318-323)



Ο Νικηφόρος Βρεττάκος σημαιοφόρος της Εταιρείας Λογοτεχνών 
κατά την παρέλαση για την απελευθέρωση της Αθήνας 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου