Τρίτη, 2 Ιουνίου 2015

"Δακρυόεν γελάν" ή ο χαρούμενος πεσσιμισμός των αρχαίων Ελλήνων

Greek Sculpture on the Terrace of Achilleion Palace 2 by runintherain, via Flickr
Greek Sculpture on the Terrace of Achilleion Palace

Ελλάδα γαλήνια δεν υπήρξε ποτέ...

Οι Έλληνες στάθηκαν ένας κόσμος άκρα μελαγ­χολικός και θλιμμένος. Σε κανένα άλλο λαό και ποτέ άλλοτε η σπουδή των μεγάλων προβλημάτων δεν οδήγησε σε τόση πικρία και σε τέτοιο καημό. Οποιαδήποτε άλλη θεωρία που ομιλεί για το κακό και το σκότος, για την άρνηση, τη ματαιότητα και τον παραλογισμό, μ’ ένα λόγο για τη φρίκη του μεγάλου Μηδενός, εάν συγκριθεί με την αντίστοιχη γνώση των Ελλήνων, ομοιάζει με ανήσυχη γάτα μπροστά σε μαινόμενη τίγρη.

Έκπτωτοι στον αγκαθερό τόπο της γνώσης, αντιμέτωποι με τη σκληρότητα και την απανθρωπιά της φύ­σης, τη βεβαιότητα  και τον τρόμο του θανάτου, αρνήθηκαν να παρηγορηθούν με την ψευτιά για μια ζωή μετά θάνατο.

Θάνατος για τους Έλληνες δεν εσήμαινε το σταθμό που αλλάζω τραίνο. Από Γευγελή δηλαδή τραβάω για Λουμπλιάνα, και πάει λέ­γοντας.

Θάνατος για τους Έλληνες εσήμαινε ανυπαρξία ατελεύτητη, και σκοτάδι για πάντα. Αυτή την οδηγία  τους έδωκε η γλώσσα  και η σοφία της φύσης. Όλα τα άλλα είναι γεννήματα του φόβου μπροστά στο θάνατο, και δουλειά της φαντασίας. Είναι το τι δεν αντέχουμε, το τι δε θα θέλαμε, είναι πλύση εγκεφάλου από την παράδοση και τη συνήθεια, και δόλος αβυσσαλέος.

Ξέρεις πόση απόσταση υπάρχει ανάμεσα σ’ εκείνον που τιμά τη φυσική γνώση πως όταν πεθάνει θα χαθεί, όπως χάνεται το φύλλο του δέντρου, που λέει ο Όμηρος, και ανάμεσα σ’ εκείνον που τον έμαθαν να  πιστεύει πως όταν  πεθάνει, θα μεταναστέψει σε κάποια υπερουράνια Αμερική;


Δημήτρης Λιαντίνης, Τα Ελληνικά

Και των θνητών η γενεά των φύλλων ομοιάζει•
των φύλλων άλλα ο άνεμος χαμαί σκορπά και άλλα
φυτρώνουν, ως η άνοιξη τα δένδρ' αναχλωραίνει•
και των θνητών μια γενεά φυτρώνει και άλλη παύει.


Ομήρου Ζ, 146-149

My Sorrow, when she's here with me, thinks these dark days of autumn rain are beautiful as days can be~


.....σαν το περιστέρι, που πετάει σε χάλκινο ουρανό

Το έπος, πίσω από την αδιάφορη διήγηση ιστοριών, που πλημμυρίζουν με πορφυρή νοσταλγία των παιδιών τη φαντασία, αφήνει προεκτάσεις και γεννάει απορίες, που προτιμάμε να τις αποσιωπήσουμε και περίφοβοι αποστρέφουμε το πρόσωπο αλλού.Ένα πρόχειρο παράδειγμα δίνει το δεύτερο μέρος της έκτης (Ζ) ραψωδίας της Ιλιάδας. Η τρυφερή και ενάρετη Ανδρομάχη αγωνίζεται να ξεφύγει την οργή του στιβαρού μέλλοντος σαν το περιστέρι, που πετάει σε χάλκινο ουρανό. Όσο στην εγειρόμενη απορία αδυνατούμε να δώσουμε απάντηση, τόσο η θέση της Ανδρομάχης γίνεται παράδειγμα για τον καθένα.


Δημήτρης Λιαντίνης, Έξυπνον Ενύπνιον, Οι ελεγείες του Duino του Rilke



«Οϊμέ! Θα σ' αφανίσει 
τούτη σου η τόλμη, ω τρομερέ• το βρέφος δεν λυπείσαι 
τούτο κι εμέ την άμοιρην που χήρα σου θα γίνω 
ογρήγορα, ότι ογρήγορα θα ορμήσουν όλοι αντάμα
να σε φονεύσουν οι Αχαιοί και άμα σε χάσω, κάτω
στον μαύρον Άδη ας κατεβώ, διότι αν αποθάνεις 
και συ, καμιά παρηγοριά δι' εμέ δεν θ' απομείνει,
και πόνοι μόνον• έχασα πατέρα και μητέρα•
τον μέγαν Αετίωνα μου φόνευσεν ο θείος 
Πηλείδης, όταν έριξε την πόλιν των Κιλίκων,
την Θήβην την υψίπυλον • αλλά τον εσεβάσθη 
νεκρόν, δεν τον εγύμνωσε, και μ' όλην την λαμπρήν του
αρματωσιά τον έκαυσε κι εσήκωσέ του μνήμα, 
κι ολόγυρά του εφύτευσαν πεύκα μεγάλα οι νύμφες
Ορεστιάδες, του Διός αιγιδοφόρου κόρες•
ήσαν επτά στο σπίτι μας γλυκείς αυτάδελφοί μου, 
 κι εις μιαν ημέραν όλοι ομού ροβόλησαν στον Άδη•
όλους τους εθανάτωσεν ο θείος Αχιλλέας
των μόσχων μέσα εις τες κοπές και των λευκών προβάτων. 
Και την σεπτήν μητέρα μου, βασίλισσα στην Θήβην,
δούλην εδώ την έφερε με τ' άλλα λάφυρά του. 
Και αφού με δώρ' αμέτρητα κατόπι εξαγοράσθη,
την έσβησεν η Άρτεμις στο σπίτι του πατρός μου.

Έκτορ, συ είσαι δι' εμέ πατέρας και μητέρα, 
συ αδελφός, συ ανθηρός της κλίνης σύντροφός μου. 
Αλλά λυπήσου μας, και αυτού μείνε στον πύργον, μήπως
ορφανό κάμεις το παιδί και χήραν την γυναίκα.
Κι εκεί στην αγριοσυκιά τους άνδρες στήσε οπού 'ναι    
η πόλις καλοανέβατη, καλόπαρτο το τείχος•
τρεις το δοκίμασαν φορές των Αχαιών οι πρώτοι, 
οι Αίαντες, και ο δοξαστός Ιδομενεύς και οι δύο 
Ατρείδες και ο ατρόμητος Τυδείδης ενωμένοι•
ή το φανέρωσε σ' αυτούς χρησμών εξαίσιος γνώστης

ή τους κινεί μόν' η ψυχή σ' αυτό και τους διδάσκει».

Και προς το σπίτι εκίνησεν η αγαπητή γυνή του
κι εσυχνογύριζε να ιδεί με μάτια δακρυσμένα.
Εις του ανδροφόνου Έκτορος την υψηλήν οικίαν
έφθασε κι εύρηκε εκεί των γυναικών το πλήθος
κι απ' την ψυχήν τους έκαμεν ο θρήνος ν' αναβρύσει. 
Και ζωντανόν τον Έκτορα στο σπίτι του εθρηνούσαν,    
θαρρώντας που απ' τον πόλεμον κι απ' τ' ανδρειωμένα χέρια

των Αχαιών δεν θα σωθεί και δεν θα γύρει πλέον.
Ομήρου Ζ, 420-439, 495-502

Έκτορας και Ανδρομάχη, Giorgio deChirico, 1924

....κανένα πλάσμα πιο θλιβερό από τον άνθρωπο

Το καθημέρα των ελλήνων είναι το όρος Σίπυλο της Νιόβης, ό­που όλες οι βρύσες στάζουνε λύπη. Η λιγνή Ελλάδα ήταν μία κλαίου­σα ιτιά. Εδώ ως και τα ζώα μύρουνται και δακρύζουν. Θυμήσου, για παράδειγμα, τα δάκρυα που χύνανε τα άλογα του Αχιλλέα. 


Όπως μένει ακίνητη μια στήλη,
που στέκει πάνω στον τάφο ανδρός που πέθανε ή γυναίκας,
έτσι έμεναν ασάλευτα, ζεγμένα στο εξαίσιο άρμα,
με τα κεφάλια χαμηλωμένα στη γη•
ζεστά τα δάκρυα κυλούσαν από τα βλέφαρά τους στο χώμα,
καθώς εμύρονταν αποζητώντας τον ηνίοχο•
η σκόνη ερύπαινε τη θαλερή τους χαίτη
που ξέφευγε από τη ζεύλα και χυνόταν ζερβά δεξιά πλάι στο ζυγό.

Όταν τα είδε που εμύρονταν, τα ελυπήθη ο γιος του Κρόνου,
κούνησε το κεφάλι του και είπε μιλώντας στην ψυχή του:
«Αχ δυστυχισμένα, γιατί να σας δώσουμε στον βασιλιά Πηλέα,
αυτός ένας θνητός, και εσείς αγέραστα και αθάνατα.
Μήπως για να γνωρίσετε τον πόνο μαζί με τους δύσμοιρους ανθρώπους;
Γιατί από όλα τα πλάσματα που ανασαίνουν και σαλεύουν πάνω στη γη
κανένα δεν είναι πιο θλιβερό από τον άνθρωπο.

Ομήρου, Ρ 435-447,μτφρ. Θ.Κ. Στεφανόπουλος

Τα  άλογα του Αχιλλέα στην όχθη  του Αιγαίου Πελάγους, Giorgio de Chirico 1963

Τα κλαδιά των νεκρών......το κυπαρίσσι και ο ασφόδελος...

Στη χλωρίδα του ελληνικού στοχασμού βασιλεύουν τα κλαδιά των νεκρών. Το κυπαρίσσι και ο ασφόδελος. Ούτε πριν ούτε μετά, κανένας λαός δεν ερεύνησε τα άγνωστα της φύσης και τα μυστήρια της ψυχής, για να φτάσει το βαθύ σκοτάδι και το συμπαγές μηδέν που φτάσανε οι Έλληνες.

Κανένας λαός δεν βυθίστηκε όσο οι Έλληνες στη μαύρη χολή του απαίσιου και της ματαιότητας. Μαύρη χολή. Μελαγχολία αλλιώς. Βούδας, Σοπενχάουερ και όλες οι φιλοσοφίες του πεσσιμισμού και της άρνησης, μπροστά στον καημό των Ελλήνων είναι αθλοπαι­διές και αθύρματα. Και καμία θεωρία που υψώθηκε στο γενικό δεν άφηκε να της ξε­φύγουν τόσες φωνές αίρεσης, παράπονου, και απόγνωσης, όσο η κο­σμοθεωρία των Ελλήνων.

Οι Έλληνες είναι οι αυτουργοί, οι πρωτουργοί, και οι δημιουργοί του θρήνου και της σφοδρής σιωπής. Πρώτοι αυτοί δουλέψανε το νόημα της μοίρας και της συμφοράς. Σε σχέση με τον άνθρωπο, το άδικο το είδαν σε κλίμακα πανανθρώπινη. Και σε σχέση με τον κό­σμο, το κακό το είδαν σε κλίμακα παγκόσμια. Το κακό που είδαν οι Έλληνες στη φύση η σύγχρονη φυσική το ονόμασε εντροπία, και τό 'κλεισε στο δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής.


Δημήτρης Λιαντίνης,Τα Ελληνικά




Κῆρα δ’ ἐγώ τότε δέξομαι

Ο  Όμηρος αφήκε έξω από την Ιλιάδα τη διήγηση του θανάτου του Αχιλλέα. Μια τέτοια παράλειψη από την άποψη της δραματικής οικονομίας του έπους και εφ’ όσον ο Αχιλλέας είναι η κεντρική ηρωική μορφή θα ήταν σφάλμα, που μόνο του παιδιού η μωρία θα μπορούσε να δικαιολογήσει. 

Αλλά το πρωταρχικό για τον ποιητή δεν ήταν να διηγηθεί, πώς ο Αχιλλέας πεθαίνει, πώς τον ενίκησε ο θάνατος. Εκείνο που εβιάζονταν να ιστορήσει ο Όμηρος είναι το πώς ο ίδιος ο ήρωας νικά τον εαυτό του, πώς υψώνεται ως του θανάτου την κατάφαση και κατανικά την ανάγκη του κακού:

«κῆρα δ’ ἐγώ τότε δέξομαι»" (κι ο θάνατος καλώς να 'ρθει)



Δημήτρης Λιαντίνης, Έξυπνον Ενύπνιον, Οι ελεγείες του Duino του Rilke


Dying Achilles - Ernst Herter, 1884
Αχιλλεύς θνήσκων, Ernst Herter, 1884
Certamen Homeri et Hesiodi

Λένε πως κάποτε έγινε ένας αγώνας ανάμεσα στον Ό­μηρο και στον Ησίοδο για το πρωτείο. Να κριθεί, τέλος πάντων, στους Έλληνες, ποιος από τους δύο μεγαλύτερους είναι ο πιο μεγάλος.

Η επιτροπή κρίσης, εκεί κάπου στην Αυλίδα ή στις Θήβες, κάθι­σε με σεβασμό τους δύο σοφούς στο θρονί τους, και άρχισε να τους ερωτά. Ήθελαν να μετρήσουν, ποιος θα δώσει τις πιο φρόνιμες α­ποκρίσεις στα ζητήματα.

Ρωτήσανε τον Ησίοδο, και αποκρίθηκε ζυγιασμένα. Οι θέσεις που έλαβε, φανέρωναν τον άνθρωπο με την πλούσια πείρα που έζησε στον κόσμο ζωντανός. Που έκαμε, και έπαθε, και έμαθε.

Ρωτήσανε και τον Όμηρο. Ο γλυκός αοιδός με τη λευκή κεφαλή και τα άδεια μάτια, που κάποια ερμηνεία θέλει να επιμένει πως έχα­σε το φως του γιατί δεν άντεξε το πολύ κακό που αντίκρισε στον κόσμο, τους άκουσε μειλίχια.

Πες μας, λοιπόν, αστέρι στις θάλασσες και ήλιε στα βουνά, του είπανε. Πες μας, ποιο είναι το μεγαλύτερο στον άνθρωπο καλό. 

«Άριστο σε όλους και σε όλες», αποκρίθηκε ο Όμηρος, «είναι ο άν­θρωπος ποτέ να μη γεννιέται!».

Η επιτροπή έμεινε καγκελόξυλο. Ένας πονηρός όμως ανάμεσα στους κριτές, ένας ελληνικά πονηρός, ένας μικρός Οδυσσέας, σκόρ­πισε την ταραχή που γέννησε η σπαθιά του Ομήρου με μια δεύτερη ερώτηση.

Κανένας, του λέει, δεν μας ζήτησε γνώμη, αν θέλουμε να μας γεν­νήσει ή όχι. Να μας ειπείς, λοιπόν, ποιο είναι το δεύτερο στον άν­θρωπο καλό, που να το κρατά και στο χέρι. Το πάντων αιρετώτατον. Εκείνο που να μπορούμε δηλαδή να το διαλέγουμε κιόλας.

«Το δεύτερο στον άνθρωπο καλό», είπε ο Όμηρος, «είναι όταν γεν­νηθεί ο άνθρωπος, αμέσως να πεθαίνει» 

ἀρχήν μέν μην φῦναι ἐπιχθονίοισιν ἄριστον
φύντα δ’ὅμως ὢκιστα πύλας Ἀΐδαο περῆσαι.

[Homeri opera, υπό T.W. Allen. Εκδ. Οξφόρδης, τόμος V, σ. 288] 

Αυτή η απόκριση κρύβει τη βία της ανάγκης και την αλυπησιά του χάρου. Και κάνει τον Όμηρο να γίνεται ο πρώτος τιμητής του θεού, όπως ο Κάιν είναι ο πρώτος φονιάς του ανθρώπου.
Όσο και να εξερευνά κανείς στη χώρα του θρήνου, δεν θα βρει πικρότερη θέση. 


Δημήτρης Λιαντίνης,Τα Ελληνικά


Raphael's inspired Homer on Mount Parnassus.

ανθρώπινη μοίρα η οδύνη.....


..ότι στους άμοιρους θνητούς οι αθάνατοι δωρήσαν

να ζουν στον πόνον και άλυποι μόνον εκείνοι μένουν.

Ότι απ' όσα δίδει ο Ζεύς πιθάρια δυο σιμά του
έχει, το ένα των κακών, των αγαθών το άλλο.
Και σ' όποιον δώσει ανάμικτα ο βροντητής Κρονίδης,
εκείνος πότ' έχει κακές, πότε αγαθές ημέρες,
και σ' όποιον τα πικρά, τον κάμνει μαύρον κι έρμον
και στ' άγιο πρόσωπο της γης φρικτή τον σέρνει ανάγκη
και ατίμητος από θεούς και ανθρώπους παραδέρνει.

Ιλιάδα, Ω 525 -533, Μετάφραση: Ι. Πολυλάς
Ραψωδία Ω, Η συνάντηση Πρίαμου και Αχιλλέα
Henri Motte, Αχιλλέας και Πρίαμος

...ἄμεινον εἴη ἀνθρώπῳ τεθνάναι μᾶλλον ἤ ζώειν......

Η ηροδότεια ανθρωπολογία, εξαρτημένος κρίκος της ηροδότειας θεολογίας είναι σκοτεινή και απαισιόδοξη ως προς τις σχέσεις θεού και ανθρώπου. Ο άνθρωπος είναι εκτεθειμένος στον φθόνο και στην ταραχή του θεού. Το δίκαιο του θεού περιορίζει το δίκαιο του ανθρώπου. Κλήρος του ανθρώπου η συνεχής, κάποτε ανατρεπτική - πρόρριζος, λέει ο Σόλων - μεταβολή:καμία μέρα της ανθρώπινης ζωής δεν είναι όμοια με την προηγούμενη και την επόμενή της. Υποκείμενος σε αυτή την ταραχώδη αλλαγή ο άνθρωπος αποδεικνύεται έρμαιό της: «πᾶν ἐστι ἄνθρωπος συμφορή».

Η ανθρώπινη σοφία συνίσταται στη γνώση και στην αποδοχή αυτής της συμφορής, η οποία αποκλείει την αυτάρκεια και επιτρέπει μόνο τη μεριδιακή ευτυχία. Για να αποφανθεί κάποιος αν στη ζωή του ανθρώπου υπερέχει τελικώς η μεριδιακή ευτυχία έναντι της δυστυχίας του, πρέπει να περιμένει το τέλος του θανάτου:τελικώς ο θάνατος αποφασίζει για τη ζωή του ανθρώπου.

Δ. Ν. Μαρωνίτης, Ηρόδοτος, Οκτώ Νουβέλες και Τέσσερα Ανέκδοτα, εκδόσεις Άγρα

Gaspar van der Hoecke, Κροίσος και Σόλωνας

Το πιο γλυκό είν᾽ ο θάνατος......

Μετά την κατάληψη του μηδικού βασιλείου από τους Πέρσες ο Κροίσος, προετοίμασε τη σύγκρουσή του με τον Κύρο Β΄. Γι αυτό πήρε χρησμούς από τα σπουδαιότερα μαντεία της εποχής. Έτσι όταν το μαντείο των Δελφών έδωσε χρησμό ότι αν εκστράτευε κατά των Περσών, θα κατέλυε μια μεγάλη αυτοκρατορία χάρηκε πιστεύοντας ότι θα καταρρεύσει η  περσική υπερδύναμη. Ένας δεύτερος χρησμός τον συμβούλευε, να τραπεί σε φυγή, τη στιγμή που βασιλιάς των Μήδων θα στεφτεί ένα «ημίονος» δηλαδή ένας νόθος. Το μαντείο έκανε υπαινιγμό για τον Κύρο. Ο Κροίσος παρερμήνευσε και τους δύο χρησμούς. Οι εξελίξεις ήταν εναντίον του. Ο Κύρος τον αιφνιδίασε καταλαμβάνοντας το βασίλειο του Κροίσου.  Ο μέγας βασιλιάς της Λυδίας ήταν πια αιχμάλωτος του Κύρου. Η αυτοκρατορία που καταστράφηκε ήταν η δική του!... 

Για τον αιχμάλωτο Κροίσο έχουμε διαφορετικές  εκδοχές. 
Σύμφωνα με το Βακχυλίδη, ο Κροίσος μη μπορώντας να αντέξει τη δουλεία αποφασίζει να βάλει τέλος στη ζωή του επιλέγοντας το θάνατο στην πυρά. Η ιδέα του θανάτου μοιάζει επιθυμητή, ενώ μέσα στα πλούτη και την εξουσία - κακώς νοούμενα ως ευτυχία - ήταν φρικτή και απεχθής.


Ο ρήγας
αυτός, ο Κροίσος, όταν πια στη μαύρη εκείνη μέρα
την αναπάντεχη έφτασε,
δε στάθηκε να σκλαβωθεί· πολλά σωριάζει ξύλα
στη χαλκοτείχιστή του αυλή και πάνω εκεί ανεβαίνει
με την πιστή γυναίκα του και τις ωριομαλλούσες
τις κόρες του, που ασίγαστα θρηνούσανε· σηκώνει
πάνω, προς τον ψηλό ουρανό, τα χέρια και φωνάζει:

«Τρανοδύναμη θεότη,
τί έγινε η ευγνωμοσύνη
των θεών, και πού είν᾽ ο γιος
της Λητώς, ο αφέντης Φοίβος;
Πάει τ᾽ Αλυάττη το παλάτι,
και το αρίφνητό του βιος σε οχτρώνε χέρια·
οι Σάρδεις στάχτη θα είναι πια σε λίγο· κοκκινίζει
απ᾽ το αίμα ο χρυσορέματος ο Πακτωλός και πάει,
και μέσ᾽ απ᾽ τα καλόχτιστα
τα σπίτια αρπάζουν ντροπερά και σέρνουν τις γυναίκες.

Το πιο γλυκό είν᾽ ο θάνατος· εκείνο που ήταν πρώτα
φριχτό, τώρα είναι ποθητό».

[....] Μα ενώ μάνιαζαν οι φλόγες,
μαύρο σύννεφο από πάνω
στήνει ο Δίας και την ξανθή τη φλόγα σβήνει.




Αττικός ερυθρόμορφος αμφορέας του Μύσωνα, Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου 


Ίσκιος ονείρου ο άνθρωπος

ἐν δ᾽ ὀλίγῳ βροτῶν
τὸ τερπνὸν αὔξεται· οὕτω δὲ καὶ πίτνει χαμαί,
ἀποτρόπῳ γνώμᾳ σεσεισμένον.

ἐπάμεροι· τί δέ τις; τί δ᾽ οὔ τις; σκιᾶς ὄναρ
ἄνθρωπος. 


Γοργά των θνητών αυξαίνει η χαρά·
μα το ίδιο γοργά και στο χώμα πέφτει
από σεισμό που σκέψη άστοχη τον φέρνει.

Εφήμεροι· τι είναι κανείς και τι δεν είναι;

Ίσκιος ονείρου ο άνθρωπος.


-it's really dark at 4:00 am when you're awake and the rest of the town is asleep... photo by Nesne Yalındır.
photo by Nesne Yalındır.

Το πιο καλό καθόλου να μη γεννηθείς κι ούτε να δεις τον ήλιο.....

Κι αλλού στον Βακχυλίδη, η ίδια σκέψη, στο στόμα του Ηρακλή αυτή τη φορά. Όταν ο Ηρακλής κατέβηκε στον Άδη συνάντησε την ψυχή του Μελέαγρου. Ο ήρωας  ο ατρόμητος στη μάχη, νιώθει πόνο στην ψυχή για τα παθήματα του βαριόμοιρου αγοριού και για πρώτη και στερνή φορά, τα μάτια του δακρύζουν, καθώς ξεστομίζει αυτά τα λόγια: 

θνατοῖσι μὴ φῦναι φέριστον
μηδ᾽ ἀελίου προσιδεῖν 
φέγγος· ἀλλ᾽ οὐ γάρ τίς ἐστιν
πρᾶξις τάδε μυρομένοις,

Το πιο καλό
καθόλου να μη γεννηθείς κι ούτε να δεις τον ήλιο.
Μα απ᾽ το να κλαις γι᾽ αυτά τι βγαίνει;


Ρούμπενς, Μελέαγρος και Καλυδώνιος κάπρος

....ὃν ἀγαπᾷ θεός, θνῄσκει νέος...


Ο Κροίσος ρωτούσε [τον Σόλωνα] ποιον είδε δεύτερο στην ευτυχία ύστερ' από [τον Τέλλο], έχοντας την ιδέα ότι σίγουρα πια θα πάρει τη δεύτερη θέση. Κι ο άλλος είπε: «Τον Κλέοβη και τον Βίτωνα. Γιατί αυτοί, Αργείοι στην καταγωγή, ήταν αρκετά ευκατάστατοι και επιπρόσθετα με σώμα ρωμαλέο, όπως θα φανεί από τα εξής: και οι δυο κέρδισαν αθλητικές νίκες το ίδιο σημαντικές κι ακόμα υπάρχει γι' αυτούς η ακόλουθη παράδοση· τελούσαν γιορτή οι Αργείοι στη χάρη της Ήρας και το έθιμο απαιτούσε οπωσδήποτε τη μητέρα τους να τη μεταφέρει στο ναό ζεμένο αμάξι, αλλά τα βόδια δεν έφτασαν απ' τα χωράφια στην ώρα τους· καθώς ο χρόνος δεν τους άφηνε περιθώρια, οι νεαροί μπήκαν οι ίδιοι τους κάτω απ' τις ζεύγλες κι έσερναν το αμάξι, ενώ το αμάξι κουβαλούσε τη μητέρα τους· κι αφού το μετέφεραν σαράντα πέντε σταδίους μακριά, έφτασαν στο ναό.

Όταν το έκαναν αυτό και τους είδαν όλοι οι πανηγυριώτες, ακολούθησε το τέλος της ζωής τους, το ωραιότερο που μπορεί να γίνει· και με το περιστατικό τους ο θεός έκανε φανερό ότι για τον άνθρωπο είναι καλύτερος ο θάνατος απ' τη ζωή.

Γιατί οι Αργείοι χύθηκαν γύρω απ' τα δυο παλικάρια και τους καλοτύχιζαν για τη σωματική τους δύναμη, κι απ' την άλλη μεριά οι γυναίκες του Άργους τη μητέρα τους, για τα παιδιά που της έδωσε ο θεός. Κι η μητέρα τους ν' αστράφτει απ' τη χαρά της και για τον άθλο των παιδιών της και για τα καλά λόγια του κόσμου· όρθια μπροστά στο άγαλμα προσευχόταν στη θεά να δώσει στον Κλέοβη και τον Βίτωνα, τα παιδιά της, που την τίμησαν τόσο πολύ, ό,τι καλύτερο μπορεί να χαρίσει η τύχη σε άνθρωπο. Όταν τελείωσε την προσευχή της, τα δυο της παλικάρια έκαναν θυσίες κι έφαγαν και ήπιαν, έπεσαν να κοιμηθούν μες στο ναό και δε σηκώθηκαν απ' τον ύπνο τους, αλλά μ' αυτό τον τρόπο έφυγαν απ' τη ζωή.

Ηροδότου Ιστορίαι, Ι 31-32


Jean Bardin, Ο Κλέοβις και ο Βίτων σέρνουν την άμαξα της μητέρας τους.

Άριστον το μη γενέσθαι. Δεύτερον δε το γενομένους αποθανείν ως τάχιστα.....

Στα ίδια πατήματα βρίσκεται και η ιστορία που σώθηκε στα Απο­σπάσματα του Αριστοτέλη, και σ’ ένα κείμενο του Πλουτάρχου. Εί­ναι μάλιστα σημαδιακό, που η ιδέα αρχίζει με τον Όμηρο την εκκίνηση, περνάει από τον Αριστοτέλη, το τέρμα της κλασικής Ελ­λάδας, και τελειώνει στον Πλούταρχο, την κατακλείδα του ελληνι­κού κόσμου.

Κυνηγούσε, λέει η αφήγηση, ο βασιλιάς Μίδας αγρίμια στα όρη της Μακεδονίας. Εκεί, αποσταμένος, έγειρε στη ρίζα ενός δρυ να συνεφέρει. Τότες ήταν που είδε δίπλα του το Σιληνό να κοιμάται.

Έχω την ευκαιρία, συλλογίστηκε ο ξύπνιος βασιλιάς. Και πιάνει το δαίμονα, και τον δένει με το σκοινί, να μη φύγει. Λέει:

—  Εγώ θα σ’ απολύσω, αλλά πρώτα να μου ειπείς.

—  Πες το μου, να στο ειπώ, κι απέ να μ’ αφήσεις να φύγω, του λέει ο αρχισάτυρος. Κι ούτε χρειαζόταν να με δέσεις, για να σου ειπώ.

—  Εξήγα μου, λοιπόν. Εσύ που κρέμεσαι ανάμεσα ουρανού και γης, και γνωρίζεις πράγματα που δεν τα φτάνει ανθρώπου νους. Ε­ξήγα μου, γιατί χρόνους τώρα τυραννιέμαι, και πάω να κρεπάρω. Ποιο είναι το μεγαλύτερο στον άνθρωπο καλό;

Ο Σιληνός αλαφιάστηκε. Τον συνεπήρε το ξάφνιασμα, ιδιοτρόπησε, κοίταξε πέρα.

—  Λύσε με να πηγαίνω, του λέει, και τράβα στο καλό σου. Ρωτάς πράγματα που δεν απαντιούνται.

Ο Μίδας εστάθηκε.

—  Κι αν δε μου αποκριθείς, του λέει, σ’ αυτό που σ’ ερωτώ, δεν έχεις λευτεριά. Εδώ στο δέντρο θα μείνεις δεντρωμένος. Όσο να σε λύσει ο λιμός, και να σε κατελύσει ο λύκος.

Θύμωσε τότε ο δαίμονας. Τίναξε βίαια τα χέρια του ψηλά, πέσανε τα δεσμά. Έστρεψε και κοίταξε τον άνθρωπο βλοσυρά, κι όλα τα γύρω μυρίσανε θειάφι. Το θείο συνεπήρε τον τόπο. Ο Μίδας, του πάρθηκε η μιλιά, κι έπεσε κατά γης. Και τότε ο Σιληνός, ο κορυφαίος στα όργια και ο σύντροφος του Διονύσου, τον επετίμησε:


- «Δαίμονος επιπόνου και τύχης χαλεπής εφήμερον σπέρμα, 
τι με βιάζεσθε λέγειν, ά υμίν άρειον μη γνώναι;»

μ’ ερωτάς, συνεχίζει, «τί εστι το βέλτιστον τοις ανθρώποις, και τί τών πάντων αιρετώτατον»· μάθε το λοιπόν, και σκάσε:

«μετ’ αγνοίας των οικείων κακών αλυπότατος ο βίος. Άριστον γαρ πάσι και πάσαις το μη γενέσθαι. Δεύτερον δε το γενομένους αποθανείν ως τάχιστα»

[Rose V., Aristotelis qui ferebantur Librorum Fragmenta, Lipsiae 1886, 40, 1481b], 
[Πλουτάρχου, Παραμυθητικός προς Απολλώνιον, 115 d].


Nicola Poussin (1625), Μίδας και Βάκχος

Εντελώς ομοιότυπη για τον πεσσιμισμό των ελλήνων με τις δημο­τικές μαρτυρίες του Ομήρου, του Αριστοτέλους και του Πλουτάρχου, είναι και η προσωπική κατάθεση του Σοφοκλή που γίνεται με το στό­μα του χορού στο βασιλιά Οιδίποδα:

Μη φύναι τον άπαντα νι­κά λόγον· το δ’, επεί φανήι, βήναι κείσ’ οπόθεν περ ήκει πολύ δεύτερον ως τάχιστα.
Το πιο καλύτερο απ’ όλα θε νά ‘τανε να μην είχε κανείς γεννηθεί, ή, μια που ήρθε στο φως, να γυρνά κείθ’ όπου ήρθε μια ώρα πιο μπρος.
[Σοφοκλέους, Οιδίπους επί Κολωνώ, 1224. Μετάφρ. Γ. Γρυπάρη] 

Δημήτρης Λιαντίνης, Τα Ελληνικά


Fulchran, Jean Harriet, 1798, Ο Οιδίποδας στον Κολωνό.

Από την άβυσσο της ταραχής στη γαλήνη της τέχνης

Είναι παράξενο που ετούτος ο Καύκασος της μοναξιάς και του πά­γου φαίνεται πως δεν φαίνεται στα έργα και στα λόγια τους.

Καθώς τα καράβια τους ταξιδεύουν στις γλαυκοκύανες θάλασσες, το μαγνάδι της επιφάνειας δεν αφήνει να φανεί πουθενά, ότι σε ό­λους εκείνους τους πλησίστιους πλόες λάμνει η βέβαιη αίσθηση και η βέβαιη γνώση τους για το κακό του κόσμου και για το άδικο του ανθρώπου.

Από ένα σημείο μάλιστα και πέρα αυτό το παράξενο γίνεται θαυμαστό. Γιατί όλος εκείνος ο κόσμος του θρήνου μετουσιώνεται σε κατανόηση και σε πικρή περηφάνεια. Γίνεται δηλαδή η ελληνική τέχνη.

Γίνεται εγκαρτέρηση, ήμερη κυριαρχία του λόγου στο άλογο, ό­ραση και εννόηση της βαθύτερης οργάνωσης του σύμπαντος.

Γίνεται το μελαγχολικό μειδίαμα ενός μελλοθάνατου που βλέπει ότι πεθαίνει. Δεν αφήνεται όμως στην παρηγοριά που προσφέρεται να του δώσει ο λόγος των γύρω του ότι θα ζήσει χρόνια ακόμη.

Αυτός ο μεταπλασμός της μελαγχολίας των Ελλήνων σε τέχνη εί­ναι καίριας σημασίας. Γιατί άλλαξε το ποιόν και την υφή της. Τη μετέτρεψε από άρνηση σε δύναμη, και από εγκατάλειψη σε καρτερία. Έγινε δηλαδή ένας πεσσιμισμός χαρούμενος. Μία δυστυχία, που ωστόσο βρίσκει να χαίρεται. Αυτή την αιχμηρή κορυφογραμμή της χαρμολύπης, που οι έλληνες την περπατούν πολύ προσεχτικά, ο Ό­μηρος τη λέει «δακρυόεν γελάν» [Ομήρου Ζ 484].

Δημήτρης Λιαντίνης, Τα Ελληνικά

Marble portrait bust of Antinoos (130-138 AD), Greece
Αντίνοος , Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθήνας


Ο πόνος μεταπλάθεται, δεν εκριζώνεται...

Κάθε εκφραστική μορφή των Ελλήνων, το αγγείο, το άγαλμα, η κολόνα, ο ομηρικός εξάμετρος, το δίστιχο ελεγείο, η τραγική χειρονομία, ο στρατηγός δημηγορών, ο πλατωνικός έφηβος είναι και μια βίβλος κυριαρχίας. Έτσι ενώ η εκφραστική τους ανάγκη επήγασε από μια άβυσσο ταραχής, το μορφικό φανέρωμα ηρέμησε σε μια παμβασιλεία γαλήνης.

Οι Έλληνες δεν απόκρυψαν το φρικαλέο της ζωής, για να το αγνοήσουν. Εάν δεν εμαρτύρησαν, ό,τι εγνώρισαν και είδαν, το έπραξαν, γιατί ούτε να συγχωρήσουν το κακό, ούτε τον εαυτό τους να ξεγελάσουν ανέχθηκαν. Οι Έλληνες δεν υπήρξαν ούτε απατεώνες, ούτε απατημένοι. Ενικήθηκαν από τον εχθρό, αλλά πρώτα είχαν τον εαυτό τους νικήσει. Την ώρα του θριάμβου ο νικητής δεν αντίκρυσε του ηττημένου την συντριβή, αλλά του αντιπάλου την περιφρόνηση. Απογοήτεψη εδοκίμασε, αντί για την βάρβαρη χαρά που επερίμενε. Απογοήτεψη και εντροπή. Έτσι ο ηττημένος εκράτησε και ο νικητής επικράνθη.

Ο τρόπος με τον οποιο οι Έλληνες απόκρυψαν το δεύτερο πρόσωπο δεν ήταν αποκρυπτικός, αλλά αποκαλυπτικός. Δηλώνει πώς εφανέρωσαν το πρόσωπο τούτο νικημένο από την κυριαρχία τους. Είναι ο τρόπος της καλυμμένης φανέρωσης. Την αγωνία και τον τρόμο τους από την κάρπωση της αλήθειας δεν έφεραν ποτέ στην επιφάνεια ασυγ-κάλυπτα και γυμνά. 

Τα τέρατα που δεν εγνώρισε η τέχνη τους ήταν ανάγκη να τα κρύψουν μέσα τους. Και καθώς αυτά κατάτρωγαν τα σπλάγχνα τους, εκείνοι όφειλαν τη σπαρακτική τους κραυγή να κάνουν φωνή μουσική, τραγούδι, για να γοητεύουν και να κοιμίζουν τα τέρατα. Γιατί αλλοίμονο εάν το θηρίο ανέβαινε στην επιφάνεια. Εάν για μια στιγμή ξέφευγε από τους ασκούς ο φονικός τυφώνας του Αιόλου. Εάν αντίκριζαν στο πρόσωπο την κεφαλή της Μέδουσας. 

Στους Δελφούς ο μαντικός Λόγος του Απόλλωνα πηδά και κελαρύζει πάνω ακριβώς από τα αίματα και τη σήψη του τέρατος. Η Πυθία συμβολίζει το μουσικό φερέφωνο του θεού, αλλά διασωζει και την ονομαστική μνήμη του Πύθωνα. Του θηρίου που δεν εσκότωσε ο Απόλλων, αλλά που συνεχώς ενάρκωνε (ενέκρωνε) ο μεγάλος πόνος του ανθρώπου, αφού μπόρεσε να γίνει μουσική. 

Αυτή η αιτία ερμηνεύει γιατί η Ελλάδα ήταν η χώρα των μαντείων και των χρησμωδών. Και γιατί οι χρησμοί και οι μαντείες ήσαν ο ακατανόητος Λόγος των νοημάτων. Οι Έλληνες απόκρυψαν το δεύτερο πρόσωπο, όπως η φύση αγαπά να κρύπτει τον εαυτό της. Ο Λόγος τους ήταν σημείο. Ούτε φανέρωση (το Είναι), ούτε απόκρυψη (το μη Είναι). 

Δημήτρης Λιαντίνης, Έξυπνον Ενύπνιον, Οι ελεγείες του Duino του Rilke

Η ιέρεια των Δελφών, πίνακας του Τζων Κόλιερ, 1891.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου