Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2015

Α. Παπαδιαμάντης, το αποκομμένο από τη ζωή των μικρών παιδί, γίνεται επιλαχών θεατής της ζωής των μεγάλων

Δημήτρης Μοράρος, Α. Παπαδιαμάντης

"Aλλά σημειωτέον ότι εγώ σας εζήτησα ενεστώς, και σεις μου προσφέρετε τρόπον τινά μέλλον. Τούτο είναι δεσμά». 

Αυτό γράφει, ανάμεσα στ' άλλα, σε επιστολή προς τον πατέρα του ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης από τον Πειραιά, όπου γράφεται το 1869 προκειμένου να τελειώσει το Γυμνάσιο.Η μεταξύ τους αλληλογραφία δεν θα αποκλίνει ποτέ από τον τόνο της ανάκρισης, της απολογίας και της οικογενειακής αναξιοπάθειας." 

Δεσμά μέσα κι έξω, σε παρελθόν και μέλλον και το γυμνασιόπαιδο νιώθει οδυνηρά Όχι μόνο ότι αποφασίζουν ερήμην του, αλλά, κυρίως, ότι πρέπει να δικάζεται καθημερινά για μια κατάσταση που λες και έχει επινοηθεί για να δοκιμάσει την ανθρώπινη αντοχή του, σωματική και ψυχική. 

 Είναι δεκαοχτώ ετών, ήδη γεροντογυμνασιόπαις, άπραγος, φοβισμένος, κι επιπλέον έχει το οδυνηρό συναίσθημα ότι ψωμίζεται από το πενιχρό εισόδημα του πατέρα του. Κουκί κουκί μετράει τα λεφτά του και, αν έχει ένα σκόλοπα εν σαρκί αυτά τα χρόνια, πέρα από τη στέρηση, αυτός είναι η μόνιμη σκέψη του παροργισμένου πατέρα που, αντί να ενισχύεται οικονομικά από τον υιό - όπως συνέβαινε με τους νεαρούς ναυτίλους του νησιού -, τον ενίσχυε, χωρίς να βλέπει καμιά προκοπή.


"Άλλως δε, εκτός της ψυχής μου, ήτις εψυχράνθη αρκετά, και απηύδησε να υποφέρη αηδίας, εκτός του στομάχου μου, όστις ως επί το πλείστον δεν καλοπερνά, εκτός της συνειδήσεώς μου, ήτις γογγύζει κατ' εμού, ως τρέχοντος εις την άβυσσον και συνεπιφέροντος και άλλους, εκτος της φαντασίας μου, ήτις εστενοχωρήθη πάρα πολύ και επεθύμει ελευθερώτερον αέρα, εκτός πάντων τούτων με κνίζει και το σώμα μου, το οποίον υπέφερεν εφέτος υπέρποτε. Η υγεία μου προ πολλού πάσχει μετρίως μεν, αλλά διαρκώς, και ουδέποτε σχεδόν παρεπονέθην διά τούτο εις ουδένα. Συνήθισα ήδη να καταπίνω πολλά πράγματα». 
(15 Ιανουαρίου 1870)


Σε επιστολή του της 18ης Απριλίου 1874 - εικοσιτετράχρονος πια, εν μέσω ανοίξεως - συνθέτει το υποβλητικό ποίημα με αποδέκτη τη μητέρα του: 

Μάνα μου,
εγώ είμαι τ' άμοιρο
το σκοτεινό τρυγόνι
όπου το δέρνει ο άνεμος
βροχή που το πληγώνει..

Το δόλιο
όπου κι αν στραφεί
απ' όπου κι αν περάσει
δε βρίσκει πέτρα να σταθεί
κλωνάρι να πλαγιάσει..

Εγώ βαρκούλα μοναχή
βαρκούλα αποδαρμένη
μέσα σε πέλαγο ανοιχτό
σε θάλασσα αφρισμένη..

Παλεύω με τα κύματα
χωρίς πανί, τιμόνι
κι άλλη δεν έχω άγκυρα
πλην την ευχή σου μόνη..

Η λυγμική στην παιδικότητά της ομολογία αδυναμίας  "Στην αγκαλιά σου τη γλυκεία, μαννούλα μου, ν' αράξω" κλόνιζε πιθανώς τα οικογενειακά σχέδια για το μέλλον του. Το όλο ζήτημα αφορούσε την εν γένει προσωπικότητα του Αλέξανδρου, πέρα από τις συγκεκριμένες δυσκολίες τής Αθήνας. 


Τi σαράκι είχε αυτό τo παιδί; Και γιατί έκανε την τρίχα τριχιά;

Πλαγίως αλλά και σαφώς, τις εξηγήσεις θα τις δώσει ο ίδιος στα διηγήματά του, όταν, μετά από χρόνια, θα αποφασίσει να μιλήσει για την παιδική του ηλικία. Στις μικρές κοινότητες της νησιωτικής επαρχίας, ο γιος του παπά, του δασκάλου, του λιμενάρχη ή του ειρηνοδίκη, παρότι συναγελάζονται ελεύθερα με τα παιδιά των ντόπιων και μετέχουν στα ίδια παιχνίδια, δεν έχουν τα κότσια να τους μοιάσουν και, πολύ περισσότερο, να τα ξεπεράσουν. 

Η αιτία ξεκινάει από την οικογένεια. Τα λαϊκά σπίτια έχουν τα παιδιά ξαμολημένα, ελεύθερα να σκληραγωγούνται και να αλητεύουν οι «καλές» οικογένειες, αντίθετα, ασκούν «άγρυπνον επίβλεψιν». Επιβάλλοντας φραγμούς, εθίζοντας το παιδί στην εσωτερίκευση του φόβου, οι αυστηρές οικογένειες καλλιεργούν ασυνειδήτως στους νεαρούς βλαστούς μια θηλυκή σχεδόν αδυναμία, που προσφέρεται σαν γλυκό ψωμί στα αγυιόπαιδα. Ο Αλέξανδρος υπήρξε κλασικό παράδειγμα και θύμα αυτής της παιδαγωγικής. Ως παπαδοπαίδι, γραπωμένο από το προνομιούχο ράσο του παπά, γινόταν ιδανικός στόχος των πληβείων ανηλίκων. 

«Τ' άλλα παιδιά, όσον σέβας και φόβον εδείκνυον επί παρουσία των πρεσβυτέρων μελών της οικογενείας μου, όλον το έξέσπων εις φθόνον και έπιβουλήν κατ' εμού» .


Η κοινωνική διαφορά, που ίσχυε «επί παρουσία των πρεσβυτέρων» και επέβαλλε υπακοή, μεταστρεφόταν βάναυσα σε επιθετικότητα εν απουσία των πρεσβυτέρων, με φυσικό αποτέλεσμα ένα αίσθημα ανεπάρκειας και αδυναμίας εκ μέρους του θύματος.
Αυτό το φτωχό δράμα, το παπαδοπαίδι το έζησε, καθώς φαίνεται, σε όλες του τις οδυνηρές αποχρώσεις. 

Μικρός μέσα στην αυστηρή οικογένεια, ο γιος γινόταν ακόμα πιο «μικρός» μέσα στην ανήλεη σαδιστική συντροφιά - και μάλιστα η μικρότητά του δεν ήταν αόριστη αίσθηση, απλή υποψία του πάσχοντος, παρά εκπεφρασμένη επίθεση, που έπαιρνε το νόημα εκδίκησης: 
«Με εμίσουν διότι ήμην παπαδοπαίδι». 


Ο πίνακας είναι έργο του ζωγράφου-αγιογράφου Γιώργου Κόρδη

Το εντυπωσιακό είναι ότι αυτό το μίσος - και κανείς δεν ξέρει να μισεί όπως τα παιδιά - δεν έμενε στα μάτια ή στα λόγια, αλλά έπαιρνε έμπρακτη μορφή ποινής στα παιδικά άθλα. Πώς θα μπορούσε το καλομαθημένο παπαδοπαίδι να δείξει την ίδια δεινότητα στις βάρκες (που τις έπαιρναν «αναρώτα», στα καβούρια, στις αναρριχήσεις σε δέντρα ή στα θαλασσώματα; Η διαφορά ήταν συντριπτική.

Όταν το παιδί δεν μπορεί να αναγνωρίσει στο πρόσωπο των συμπαικτών μια αντανάκλαση του εαυτού του, πολύ πιθανόν η απωλεσθείσα ομοιότητα να μεταστραφεί σε τυραννικό αίσθημα κατωτερότητας. Αυτό ακριβώς διαβάζουμε στην πασίγνωστη σελίδα όπου η «ασυμπαθής και άστοργος συντροφιά» κυνηγά τα καβούρια. Οι άλλοι - αληθινά παιδιά - κυλιούνται στον κατήφορο, κυνηγάνε τα καβούρια μέσα στους λάκκους του νερού • το παπαδοπαίδι τρέχει πίσω τους, πειθήνιο και ανήμπορο. Σε κάθε προσπάθειά του, τα καρκινικά δήγματα συνοδεύονται από τη γενική χλεύη. 

«Καθώς μ' έδάγκαναν τα καβούρια, ούτω με ωνείδιζαν και τα παιδιά»
Τα δαιμόνια στο ρέμα

Ο Παπαδιαμάντης ήταν το περίγελο τής παρέας; Ο ίδιος τό ομολογεί: 

«Δύο ή τρία εξ αυτών, άνευ αιτίας, ήρχισαν να με "αναγορεύουν", όπως λέγουν εις την γλώσσάν τους, να με προσφωνούν δηλαδή με υβριστικά επίθετα. Εγώ ήρχισα να κλαίω». 
Τα δαιμόνια στο ρέμα


«Ήταν πανούργοι, παμπόνηροι», αποφαίνεται ο αφηγητής. Ήδη με αυτόν τον χαρακτηρισμό η αποπομπή από την ομάδα έχει οριστικοποιηθεί: από τη μια αυτοί - ικανοί, αετονύχηδες, σπίθες σωστές - και από την άλλη ο άπραγος διασυρόμενος και εμπαιζό-μενος. Ο πληθυντικός στο πασίγνωστο «Καρτερείτε κ' έμέ!» είναι κάτι παραπάνω από καίριος και διαφωτιστικός. Το παπαδοπαίδι καλεί την ομάδα, όχι κάποιον απ' αυτούς, απλούστατα γιατί δεν έχει κανένα φίλο και όλοι του φαίνονται ίδιοι. Γι' αυτό, άλλωστε, όταν θα ακούσει την καταδίκη του, δεν θα χρειαστεί να μας πει ποια χείλη την ξεστομίζουν: 

«Είσαι για τυφλοψώμια !» Ωνόμαζαν ούτω τα πρόσφορα, τους άρτους τους προσφερόμενους εις τους ναούς. [...] Εκείνοι ήσαν τέκνα ναυτικών, πορθμέων, ναυπηγών, γεωργών. Οι πατέρες εθαλασσοπνίγοντο ή ίδρωναν πολύ για να βγάλουν το ψωμί, και οι υιοί το είχον διά καύχημα. Και διά τούτο εμέ μ' επεριφρονούσαν»


Τα δαιμόνια στο ρέμα


Μέσα από αυτό το φτωχό παιδικό μελόδραμα, δεν μπορεί να λείπει ο κρυφός θαυμασμός του άλλου, όσο μειωτική κι αν αποδεικνύεται η κάθε σύγκριση. 

«Και ο Χριστοδουλής έτρεξεν ελαφρόπους, με το εν μπουδονάρι του ανασηκωμένον ακόμα έως το γόνυ, με το άλλο καταβιβασμένον εις τον αστράγαλον, ξυπόλυτος, με τα πόδια παπουδιασμένα, μαύρα, ψημένα από την άλμην του κύματος».

Ολόγυρα στη λίμνη

Σε αυτή την αυθεντική εικόνα του αγυιόπαιδου που είναι μες στα όλα και βγαίνει παλικάρι, τι θα είχε να αντιπαραθέσει το ήμερο παπαδοπαίδι; 

«Έτρεξες καί συ κατόπιν του οκνός, ασθμαίνων, αλλ' έως να φθάσης εις την όχθην της λίμνης, πατών επί τοϋυ ολισθηρού βάλτου, γλιστρών, ανάμεσα εις τες αρμυρήθρες και εις τες βουρλιές, ο Χριστοδουλής είχε κόψει ήδη όλόκληρον δεσμίδα εκ των πρωίμων ευωδών και μεθυστικών ανθέων [...]»
Ολόγυρα στη λίμνη


Τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη» τοῦ Γιάννη
Ο πίνακας είναι έργο του ζωγράφου Κωνσταντίνου Κουτούμπα 


Η ήττα είναι πλήρης. Κι ούτε είναι απλό λογοτεχνικό εύρημα ο στίχος του Δάντη, που του έρχεται στον νου: La diritta via era smaritta (Και ούτως οδός μακρά βραχεία γίγνεται).

Έτσι γαλουχούνται οι λογοτέχνες, θα έλεγε κανείς, αναπαράγοντας εύθυμα τη γνωστή σκέψη: ότι οι αρχαίοι Σπαρτιάτες δεν είχαν να παρουσιάσουν καλλιτέχνες, για τον απλούστατο λόγο ότι, σε αντίθεση προς τους Αθηναίους, ξεφορτώνονταν τα ανάπηρα παιδιά. Σύμφωνα με τη σύγχρονη ψυχοθεραπευτική, η εξήγηση την οποία δίνει ο ασθενής για τα τραύματά του δεν αποτελεί ερμηνεία, αλλά εγγράφεται στη σειρά των συμπτωμάτων πού αποκρύπτουν μάλλον παρά αποκαλύπτουν την ασθένεια. Άραγε ο Παπαδιαμάντης είχε μια μακρινή σχέση, έστω, με περιπτώσεις σαν τον «άνθρωπο με τούς λύκους»; Σαν τον «άνθρωπο με τα ποντίκια»;

Εξ απαλών ονύχων, ο Αλέξανδρος είναι γεγονός ότι αποτραβιέται από τα σκληρά ήθη της ομάδας και - όπως όλα τα αδύναμα παιδιά - προσκολλάται στην οικογένεια. Μέσα στο σπίτι δεν είχε τίποτα να φοβηθεί. Η οικογένεια ήταν άσυλο και καταφυγή. Άλλωστε όλο το σπάνιο υλικό που θα μετουσιώσει αργότερα σε εκπληκτικές περιγραφές - εκδρομές, ξωκκλήσια, λειτουργίες, πανηγύρια, προσκυνήματα, ξεφαντώματα, συναπαντήματα - ουσιαστικά θησαυρίστηκε εκείνη τη δύσκολη εποχή, όταν ακολουθούσε τον πατέρα του σε αγρούς, μετόχια και απομακρυσμένα εκκλησάκια.

Αφού αδυνατούσε να μετάσχει στη ζωή των μικρών, άλλη λύση από το να γίνει επιλαχών θεατής της ζωής των μεγάλων δεν υπήρχε. Στα διηγήματα, αυτή η συναναστροφή με τον κόσμο των μεγάλων θα αφήσει ορατά ίχνη. Ο Παπαδιαμάντης, ακόμα και στα ώριμα χρόνια του, θα διατηρήσει μια παιδική εικόνα για τον κόσμο των μεγάλων. Δεν είναι ότι στρέφεται στα παιδικά του χρόνια για να αντλήσει το υλικό για τις ιστορίες του - είναι ότι η εικόνα συνοδεύεται από το παλαιό δέος. Οι γέροι στην αγορά και στάα καφενεία, τα μακρύστομα τσιμπούκια, τα φέσια, όπως και οι γραίες με την αλλόκοτη συμπεριφορά τους, όλοι και όλα κατοικούν στα μάτια ενός παιδιού. Η πρόωρη πνευματική του ωρίμανση, από αυτή τη σκοπιά, είναι το πλέον εύλογο γεγονός. Το αποκομμένο παιδί κλείνεται στον εαυτό του, ζωγραφίζει, διαβάζει, καταγίνεται στο γράψιμο και στην πικρή ονειροπόληση."

Κωστή Παπαγιώργη, Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ
Εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 82 - 91


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου