Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

Anna Snitkina, Ο φύλακας άγγελος του Ντοστογιέφσκι

"Οι γυναίκες είναι ικανές απ’ το μηδέν να κάμουν το παν." 
Φιόντορ Μιχάηλοβιτς Ντοστογιέφσκι…

Ο Ντοστογιέφσκι συναντά για πρώτη φορά την Άννα Σνίτκινα: σκηνή από τη σοβιετική ταινία "Εικοσιέξι μέρες από τη ζωή του Ντοστογιέφσκι" (1981), σε σκηνοθεσία Αλεξάντερ Ζάρκι 
  

 "Είσαι η ελπίδα μου, η ευτυχία μου και η ευλογία μου."

Τον Οκτώβριο του 1866 ο Ντοστογιέφκσι βρίσκεται στην Πετρούπολη, Με πολύ νωπές ακόμα τις δάφνες από το «Έγκλημα και τιμωρία», που τον έχει καθιερώσει ως μεγάλο μυθιστοριογράφο χωρίς να λύσει τα οικονομικά του προβλήματα, δεμένος μ' ένα δρακόντειο συμβόλαιο με τον εκδότη Στελόφσκι, οφείλει να ολοκληρώσει ως την 1η Νοεμβρίου το νέο του έργο. Πρόκειται για τον «Παίκτη» - απότοκο της νοσηρής προσκόλλησης του Ντοστογιέφσκι στα ευρωπαϊκά καζίνο.

 Ένας φίλος τού βρίσκει μια ικανή νεαρή στενογράφο, και θαυμάστρια του, την Άννα Γκριγκόριεβνα Σνίτκινα, στην οποία αρχίζει να υπαγορεύει το έργο. Σε είκοσι έξι μέρες έχει τελειώσει. Σαράντα μέρες μετά γράφει στην Άννα: "Όλο μου το μέλλον εξαρτάται από σένα, είσαι η ελπίδα μου, η ευτυχία μου και η ευλογία μου."  
Τέσσερις μήνες μετά, στις 15 Φεβρουαρίου 1867, την παντρεύεται. Εκείνος είναι 45 χρόνων, εκείνη 20.


Η Άννα Γκριγκόριεβνα είναι μια κοπέλα ήσυχη, στέρεη, πρακτική - σουηδικής καταγωγής από τη μεριά της μητέρας της. Στα καθημερινά - οικονομικά ζητήματα, πολύ πιο ώριμη από τον αθεράπευτα αφελή Ντοστογιέφσκι. Με το γάμο της γίνεται το σταθερό σημείο ενός κυκεώνα προβλημάτων, καθώς τα χρέη κυνηγούν τον Ντοστογιέφσκι σε βαθμό εφιαλτικό. Το πάθος του για το παιχνίδι κατατρώγει ό,τι χρήματα του αφήνουν οι πολλαπλές οικογενειακές υποχρεώσεις: συντηρεί τη χήρα του αδελφού του Μιχαήλ και τα τέσσερα παιδιά τους, καθώς και την πρώην ερωμένη του, τους δύο νεώτερους αδελφούς του Άντρέι και Νικολάι (έναν αδιόρθωτο μπεκρή), και κυρίως τον ανεπρόκοπο γιο της πρώτης γυναίκας του, τον Παύλο. 

Συγγενείς και πιστωτές, τον περιτριγυρίζουν σαν τα κοράκια. Η Άννα Γκριγκόριεβνα σώζει την κατάσταση αποφασίζοντας να φύγουν στο εξωτερικό. Για να βρει τα χρήματα, βάζει ενέχυρο όλα της τα κοσμήματα και τα έπιπλα τους. Στα μέσα του Απριλίου 1867 αναχωρούν για τη Γερμανία. Ο ευρωπαϊκός περίπλους τους θα διαρκέσει τέσσερα ολόκληρα χρόνια.

Ο Ντοστογιέφσκι παίζει στη ρουλέτα και χάνει συνεχώς τα χρήματα που του δίνει με φειδώ η Άννα. Η πείνα χτυπάει πολλές φορές την πόρτα του ζεύγους. Όταν δεν έχουν τίποτε για να βάλουν ενέχυρο, ζητιανεύουν από εκδότες και φίλους. Κι ωστόσο είναι χρόνια δημιουργικά για τον συγγραφέα: ο «Ηλίθιος» και το μεγαλύτερο μέρος των «Δαιμονισμένων» γράφτηκαν την εποχή αυτή στο εξωτερικό.

Αλλά ο Ντοστογιέφσκι δεν αντέχει στην Ευρώπη. «Χρειάζομαι τη Ρωσία για τη δουλειά μου, για τη ζωή μου. Είμαι σαν το ψάρι έξω απ' το νερό» -γράφει στον φίλο του Μάικοφ. Αντίθετα, ανακαλύπτει την αξία της γυναίκας του: «Η Άννα Γκριγκόριεβνα αποδείχθηκε πιο βαθιά και πιο δυνατή απ' ό,τι περίμενα, και σε πολλές περιπτώσεις ήταν ο φύλακας-άγγελός μου». 

Μέσα στο πλαίσιο αυτό, καταφέρνει ν' απολυτρωθεί και από το πάθος του. Η τελευταία του καταστροφή ήταν στο καζίνο του Βισμπάντεν. Από εκεί γράφει σας 28 Απριλίου 1871 στην Άννα: «Τώρα πέρασαν όλα, τελείωσαν όλα. Πιστεύεις, Άννα, ότι τα χέρια μου είναι τώρα πια ελεύθερα;» Πραγματικά, δεν θα ξαναπλησιάσει πια ρουλέτα. Το ζεύγος επιστρέφει στη Ρωσία τον Ιούλιο του 1871 για μια καινούρια αρχή. Απ' το σημείο αυτό ξεκινούν οι «Αναμνήσεις» της Άννας Γκριγκόριεβνα.

Η  Άννα με τα παιδιά τους: Fyodor Fyodorovich and Lyubov Fyodorovna.

Στην Πετρούπολη, όπου εγκαθίστανται κι όπου γεννιέται ο γιος τους Φέντια, η σταθερή και πρακτική Άννα αναλαμβάνει τα ηνία. Δεν είναι εύκολα χρόνια. Συγγενείς και πιστωτές εξακολουθούν να τους κυνηγούν. Τα χρέη και η παιδική αγαθότητα του Ντοστογιέφσκι σε θέματα οικονομικής διαχείρισης εξακολουθούν να «δηλητηριάζουν τη ζωή τους» - σχεδόν ως το θάνατο του Ντοστογιέφσκι, στις 28 Ιανουαρίου 1881. Αλλά, τουλάχιστον, η Άννα καταφέρνει να τους κρατά σε κάποια απόσταση, επιτρέποντας στον άνδρα της να δουλεύει σχετικά απερίσπαστος. Γίνεται μάλιστα και εκδότης των έργων του (ξεκινώντας τον Ιανουάριο του 1873 με τους «Δαιμονισμένους») με επιτυχία. 

Η ίδια η Άννα Γκριγκόριεβνα συνοψίζει τον ρόλο της με πολλή απλότητα: «Είχε ανάγκη από ηρεμία για τη δουλειά του και την υγεία του, από τις οποίες εξαρτιόταν η επιβίωση μας». Η επίδραση της στη ζωή του Ντοστογιέφσκι στάθηκε ανεκτίμητη. Κουβάλησε κι αυτή με τον δικό της τρόπο το σταυρό της δημιουργίας του, αντιπαλεύοντας τις μύριες όσες υλικές δυσκολίες. Οι «Αναμνήσεις» της εικονογραφούν με απλές λέξεις, αισθήματα και σκέψεις, ένα Γολγοθά. Τον Γολγοθά του «δεν μπορούσαμε να...»: είναι ένα είδος ρεφρέν της αφήγησης της, που συνοψίζει την έλλειψη και της πιο στοιχειώδους υλικής άνεσης που κατέτρυχε το ζεύγος Ντοστογιέφσκι σχεδόν ως το θάνατο (παρά μερικά χρόνια) του Φιόντορ Μιχαήλοβιτς.



Είχε άραγε η Άννα Γκριγκόριεβνα απόλυτη συνείδηση του μεγέθους με το οποίο συμβίωνε; Μιλάει νια το «ταλέντο» του άνδρα της, όχι για τη μεγαλοφυΐα του και οι αναμνήσεις της συνιστούν μια λιτανεία παραπόνων για τις πρακτικές δυσκολίες που είχε ν' αντιπαλέψει καθημερινά, χωρίς αναφορές στην κυοφορία του ντοστογιεφσκικού έργου, την οποία θα πρέπει να βίωνε επίσης με τον τρόπο της.  Έγραψε τις παραπονιάρικες αναμνήσεις της προκειμένου να απαθανατίσει το ρόλο, τη σημασία της στο πλευρό ενός Μεγάλου; Ή μήπως στόχος της ήταν να αποτυπώσει για την αιωνιότητα, που λέει ο λόγος, τον σταυρό που μια παρασιτική οικογένεια και μια ποταπή κοινωνία είχαν φορτώσει στον επιληπτικό, αγαθό και μισάνθρωπο Τιτάνα; 

Χωρίς την άγρυπνη Άννα Γκριγκόριεβνα στο πλευρό του, ο Ντοστογιέφσκι θα είχε πιθανότατα κατασπαραχθεί. 

Αλέξανδρος Βέλιος, Anna Snitkina, Η ζωή μου με τον Ντοστογιέφσκι, Ροές

Ο Ντοστογιέφσκι συναντά την Άννα Σνίτκινα. Από τη δραματική σειρά ρωσικής παραγωγής, με τίτλο «Κόλαση και παράδεισος: Φιοντόρ Ντοστογέφσκι» σε σκηνοθεσία Βλαντιμίρ Κοτινένκο


Μια κρίση ζήλιας με αίσιον τέλος......

Οι κρίσεις ζηλοτυπίας του Φιόντορ Μιχαήλοβιτς με κατέθλιβαν και με βασάνιζαν πολύ. Η ζήλια του ήταν ακόμα πιο προσβλητική γιατί ήταν αβάσιμη, κι ωστόσο οι εκδηλώσεις της με έβαζαν μερικές φορές σε πολύ δυσάρεστη θέση. Θα διηγηθώ μια απ' αυτές τις περιπτώσεις.

 Είπα ήδη ότι ονειρευόμουν να κερδίζω χρήματα σαν στενογράφος και να συνδράμω έτσι την οικογένεια. Το 1872, έγινε λόγος να οργανωθεί ένα αγροτικό συνέδριο στη Νόβαγια Αλεξάνδρεια ή στη Λόμζα, κι ήθελαν για το συνέδριο μια στενογράφο. [....]

Η ιδέα του ταξιδιού μου δεν πολυάρεσε στον Φιόντορ Μιχαήλοβιτς, και γι' αυτό επινοούσε διάφορα προσχήματα με σκοπό να το αποτρέψει: πώς εγώ, μια νέα γυναίκα, θα πήγαινα μόνη σ' έναν άγνωστο και ξένο τόπο, πού θα έμενα εκεί, κ.λπ. Προκειμένου να εξαλείψουμε όλες τις αμφιβολίες του, ο αδελφός μου, τον οποίο βλέπαμε συχνά, μας κάλεσε μια μέρα να περάσουμε τη βραδιά σπίτι του, υποσχόμενος να καλέσει κι ένα φίλο του  που γνώριζε την Αλεξάνδρεια και θα πήγαινε επίσης στο συνέδριο.

Δεν είχα ξαναδεί εκείνον το φίλο του αδελφού μου, αλλά είχα ακούσει γι' αυτόν. Ήταν ένας νεαρός Καυκάσιος, πολύ καλό παιδί αλλά όχι πολύ έξυπνο, που οι φίλοι του τον αποκαλούσαν ο Άγριος Ασιάτης για την ορμητικότητα του και τη ζωντάνια των κινήσεων του. Έφερε βαρέως αυτό το παράνομα και, για ν' αποδείξει πως ήταν Ευρωπαίος, είχε βρει σε κάθε τέχνη τους «θεούς» του: στη μουσική, τον Βάγκνερ• στη ζωγραφική, τον Ρεπίν στη λογοτεχνία, τον Φιόντορ Μιχαήλοβιτς.Μαθαίνοντας ότι θα έκανε τη γνωριμία του Ντοστογιέφσκι και θα μπορούσε να του φανεί χρήσιμος, ο νεαρός ήταν έμπλεος ενθουσιασμού.

Actors Anatoly Solonitsyn and Yevgenia Simonova
Anatoly Solonitsyn στο ρόλο του Fyodor Dostoevsky και η Yevgenia Simonova στο ρόλο της  Anna Snitkina.
από τη σοβιετική ταινία "Εικοσιέξι μέρες από τη ζωή του Ντοστογιέφσκι" (1981), σε σκηνοθεσία Αλεξάντερ Ζάρκι 

Έτσι, λοιπόν, την επομένη πήγαμε κι οι δύο στου αδελφού μου. Ο άνδρας μου, που δεν είχε πάθει καμιά κρίση για πολύ καιρό, ήταν πολύ ευδιάθετος. Κουβεντιάζαμε όμορφα κι ωραία όταν, ξαφνικά, εισέβαλε σαν άνεμος ένας νέος 23 χρονών, ψηλός, με σγουρά μαλλιά, εξαιρετικά σχιστά μάτια, χείλη πορφυρά, με δυο λόγια ο τύπος αυτού που αποκαλούσαμε την εποχή εκείνη «αηδιαστικά ωραίος». Μόλις μπήκε, διέκρινε τον «θεό» του και ταράχτηκε τόσο πολύ, που μετά βίας χαιρέτησε τον Φιόντορ Μιχαήλοβιτς και την οικοδέσποινα και συγκέντρωσε την προσοχή του αποκλειστικά σε μένα (προφανώς, επειδή με είδε σαν ένα γήινο ον που του έμοιαζε). Πήρε το χέρι μου, το φίλησε, και το ταρακούνησε δυνατά πολλές φορές, λέγοντας, με τη λαρυγγώδη φωνή του, πόσο ευτυχής ήταν που θα πήγαινα στο συνέδριο και πόσο διατεθειμένος να κάνει τα πάντα για να μου φανεί χρήσιμος. 

Ο ενθουσιασμός του με διασκέδαζε και τον ερμήνευα ως αποτέλεσμα της ντροπαλότητας και της σύγχυσης του. Αλλά ο Φιόντορ Μιχαήλοβιτς το 'βλεπε αλλιώς. Εκείνος που, αν και σπάνια, φιλούσε το χέρι των κυριών χωρίς ν' αποδίδει σ' αυτό καμιά σημασία, δυσφο­ρούσε πάντα αν κάποιος εκδήλωνε την ίδια μορ­φή ευγένειας προς εμένα, εκνευριζόταν φοβε­ρά. Ο αδελφός μου, παρατηρώντας την αλλαγή στη στάση του Φιόντορ Μιχαήλοβιτς (οι διαθέσεις του μεταβάλλονταν πολύ απότομα), έσπευσε να φέρει την κουβέντα στο συνέδριο. Αλλά ο νεαρός ήταν ταραγμένος κι απαντούσε μόνιμα στις ερω­τήσεις απευθυνόμενος αποκλειστικά σ' εμένα.

 Όταν τον ρώτησα αν ήταν δύσκολο να πάει κα­νείς ως την Αλεξάνδρεια, αν το ταξίδι απαιτούσε πολλές αλλαγές τρένου, αποκρίθηκε πως δεν χρειαζόταν ν' ανησυχώ, θα με συνόδευε πολύ ευ­χαρίστως ο ίδιος και, αν ήθελα, θα μπορούσε να μπει στο ίδιο βαγόνι μ' εμένα. Αρνήθηκα την πρό­ταση του λέγοντας ότι θα μπορούσα να φθάσω και μόνη. Έπειτα ο Φιόντορ Μιχαήλοβιτς τον ρώ­τησε αν υπήρχε εκεί κανένα ξενοδοχείο όπου μπορούσε να μείνει μια νέα γυναίκα, κι ο νεαρός, που εξακολουθούσε να μην τολμά να κοιτάξει τον «θεό» του, αναφώνησε, απευθυνόμενος σε μένα: 

«Έλεγα να μείνω σ' ένα φίλο, αλλά αν η Άννα Γκριγκόριεβνα το επιθυμεί, θα εγκατασταθώ στο ίδιο ξενοδοχείο μ' εκείνην».

«Ακούς, Αννέτα; Ο νεαρός συμφωνεί να μείνετε μαζί. Μαζί! Καταπληκτικό!», βροντοφώναξε ο Φιόντορ Μιχαήλοβιτς, χτυπώντας μ' όλη του τη δύναμη τη γροθιά στο τραπέζι. Τα κύπελλα του τσαγιού κύλησαν στο πάτωμα κι έγιναν κομμάτια. Η οικοδέσποινα έτρεξε να πιάσει τη λάμπα που ταλαντευόταν απ' το χτύπημα, και ο Φιόντορ Μιχαήλοβιτς σηκώθηκε μ' ένα πήδημα, έτρεξε στον προθάλαμο, έριξε το πανωφόρι του στους ώμους κι εξαφανίστηκε. Έτρεξα πίσω του φωνάζοντας: «Φέντια, πού πας; Φέντια, σταμάτα!» 

Anna Dostoyevskaya το 1880

Αλλά είχε ήδη φύγει. Ντύθηκα βιαστικά, αυτό όμως πήρε κάποιο χρόνο, κι όταν βρέθηκα στο δρόμο διέκρινα από μακριά έναν άνθρωπο που έτρεχε στην αντίθετη κατεύθυνση του δρόμου του σπιτιού μας. Βάλθηκα επίσης να τρέχω και, καθώς οι γάμπες μου ήσαν πιο νεανικές, μέσα σε πέντε λεπτά έφθασα τον Φιόντορ Μιχαήλοβιτς που, φοβερά λαχανιασμένος, έτρεχε ήδη λιγότερο γρήγορα. Πολλες φορές τον είχα φωνάξει, ικετεύοντάς τον να σταματήσει, αλλά δεν με άκουγε. Επιτέλους, τον! πρόλαβα, στάθηκα μπροστά του πιάνοντας με τα! δυο μου χέρια τις άκρες του πανωφοριού που είχε ρίξει στους ώμους του, κι έβαλα τις φωνές:

«Τρελάθηκες; Πού πας; Δεν είναι αυτός ο δρόμος μας. Σταμάτα - βάλε το πανωφόρι σου• θα κρυολογήσεις...» 

Οι φωνές και η έκδηλη ταραχή μου εντυπωσίασαν τον Φιόντορ Μιχαήλοβιτς• στάθηκε, φόρεσε με τη βοήθεια μου το πανωφόρι του, και του το κούμπωσα. Κατόπιν, παίρνοντας τον απ' το μπράτσο, τον παρέσυρα προς την αντίθετη μεριά. Αφέθηκε, αλλά διατηρώντας ένα ύφος δυσαρέσκειας. Ήμουν έξω φρενών και συνέχισα να φωνάζω:

«Πάλι ζηλεύεις λοιπόν, έτσι; Νομίζεις ότι ερωτεύτηκα τον Άγριο Ασιάτη κι αυτός εμένα και θέλουμε να το σκάσουμε μαζί, έτσι; Δεν ντρέπεσαι;» Και περιέλουσα με μομφές τον φτωχό μου σύζυγο, και του έδειχνα πόσο με πρόσβαλλε με τη ζήλια του. Ήμασταν παντρεμένοι εδώ και έξι χρόνια, ήξερε πόσο πολύ τον αγαπούσα, τι σήμαινε για μένα η οικογενειακή μας ευτυχία, κι όμως ήταν ικανός να ζηλέψει τον πρώτο τυχόντα, εκθέτοντας με σε γελοίες καταστάσεις, κλπ.

Evgenija Simonova στο ρόλο της Anna Snitkina
"Εικοσιέξι μέρες από τη ζωή του Ντοστογιέφσκι" 

Κάθε φορά που συνέβαινε μια ιστορία τέτοιου είδους, ο Φιόντορ Μιχαήλοβιτς, ακούγοντας τις μομφές μου και προσπαθώντας να δικαιολογηθεί, μου υποσχόταν να μην ξαναζηλέψει. Εγώ δεν ήθελα ν' ακούσω τίποτα. Τον επιτιμούσα όπως ξέρει να το κάνει μια εξοργισμένη γυναίκα. Αλλά δεν μπορούσα να μείνω για πολύ θυμωμένη με τον αγαπημένο μου σύζυγο. Αφού παραφερόμουν λέγοντας πολλές ανοησίες, γρήγορα ηρεμούσα, κι αισθανόμουν λύπη για εκείνον, αφού μάλιστα ήξερα πως όταν τον έπιανε η ζήλια δεν μπορούσε να συγκρατηθεί.

 Έτσι έγινε κι αυτή τη φορά. Ξαναέφερα στο νου μου ζωντανά, απ' την κωμική τους πλευρά, τη συζήτηση και τον ενθουσιασμό του νεαρού, την οργή του Φιόντορ Μιχαήλοβιτς, τη φυγή του, κι έβαλα τα γέλια. Βλέποντας την αλλαγή της διάθεσης μου, ο άνδρας μου βάλθηκε ν' αστειεύεται με τον εαυτό του και με ρώτησε πόσα πράγματα είχε σπάσει αυτό το βράδυ στου αδελφού μου, κι αν μεταξύ των άλλων δεν είχε σπάσει και τα μούτρα του ενθουσιώδους θαυμαστή μου.

Καθ' οδόν, συμφιλιωθήκαμε και καθώς ήταν μια ωραία βραδιά, γυρίσαμε στο σπίτι με τα πό-δια. Πριν φτάσουμε, αγοράσαμε λουκούμια και καπνιστή πέστροφα . Ο δρόμος ήταν μακρύς και, με τα ψώνια μας, μας πήρε σχεδόν μιάμιση ώρα. Μπροστά στο σπίτι μας, βρήκαμε τον αδελφό μου. Μετά τη φυγή μας, ο καημένος μου ο Ιβάν είχε φανταστεί ένας Θεός ξέρει τι και είχε τρέξει σπίτι μας. Μια ώρα πριν από την άφιξη μας, είχε βάλει με το νου του το χειρότερο, κι έμεινε έκπληκτος όταν είδε και τους δυο μας να καταφθάνουμε τόσο καλοδιάθετοι. Του σερβίραμε τσάι και του προσφέραμε πέστροφα. Γελάσαμε πολύ. Ρώτησα τον αδελφό μου πώς δικαιολόγησε στο νεαρό την περίεργη εξαφάνιση μας. Μου αποκρίθηκε: «Όταν με ρώτησε τι συνέβη, του είπα: Ο διάβολος να σε πάρει αν δεν μπορείς να το καταλάβεις μόνος σου"».

Anna Snitkina, Η ζωή μου με τον Ντοστογιέφσκι, Ροές (σελ. 76-84)



Στις 28 Γενάρη του 1881, ώρα 8.36 το βράδυ, ο Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι άφησε την τελευταία του πνοή στην Πετρούπολη.

Όπως γράφει στο “Ημερολόγιό” της η ‘Αννα Γρηγόριεβνα Ντοστογιέφσκι, όταν διαβεβαίωνε τον Ντοστογιέφσκι ότι θα ζούσε ακόμη για πολλά χρόνια, εκείνος της απάντησε: "‘Οχι, το ξέρω, θα πεθάνω σήμερα! Άναψε μια λαμπάδα, Άννια, και δος μου το Ευαγγέλιο”.

Ο θάνατός του δεν σήμανε και το τέλος για την αγάπη της, αφού αφιερώθηκε στην δημοσίευση των έργων του και την επιμέλεια του μουσείου του συγγραφέα. Δεν ξαναπαντρεύτηκε ποτέ, απαντώντας με ειρωνεία: "Ποιόν άλλο θα μπορούσα να παντρευτώ μετά τον Ντοστογιέφσκι; Ίσως τον Τολστόι;"




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου