Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2014

Η Αληθινή Απολογία του Σωκράτη του Κ. Βάρναλη: «Από την καβαλίνα του δρόμου στην κορφή της διπλανής ροδακινιάς».


Πώς γεννήθηκε στο κεφάλι μου η Αληθινή απολογία του Σωκράτη..

«
Η Αληθινή απολογία του Σωκράτη» είναι ένα μνημείο της σύγχρονης πεζογραφίας μας, όπου αποτυπώνεται η δημιουργική αφομοίωση του μαρξισμού και της επαναστατικής προοπτικής και ξεδιπλώνεται σε όλη της την έκταση η βαρναλική σάτιρα. Στο στόχαστρό του η κυρίαρχη ιδεολογία, όπως αυτή εκφράζεται στην πολιτική, στην κοινωνία, στη θρησκεία και στη φιλοσοφία. Μια ανελέητη σάτιρα – κριτική του αστικού καθεστώτος, των κούφιων αξιών, θεσμών και νόμων.

Στα Φιλολογικά του απομνημονεύματα που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα «Ανεξάρτητος» ο Βάρναλης εξηγεί πώς «γεννήθηκε στο κεφάλι μου και με ποιο σκοπό γράφτηκε η «Αληθινή απολογία του Σωκράτη». Είμαστε στα 1924, καλοκαίρι, στο Παρίσι όταν ο Βάρναλης στα πλαίσια της συντροφιάς διαβάζει Πλάτωνα («Φαίδωνα»), Αριστοφάνη και Ραμπελαί. Όταν τον επόμενο χρόνο (1925) ξαναπήγε στο Παρίσι θέλησε να συνεχίσει με την «Απολογία του Σωκράτη».

«(…) σε μια βραδιά το χαρήκαμε όλο . Κι ύστερα; Ύστερα μου έγινε τρυπάνι στο κεφάλι. Έβαλα σε κίνηση όλον τον εσωτερικό μου κόσμο.
Τα ηχηρά γέλια και τα τσουχτερά φαρμάκια του Αριστοφάνη για την παλιά δημοκρατία, η ανοιχτόκαρδη σάτιρα του Ραμπελαί για τη γουρουνιά των καλογέρων, η ψηλή νότα της σωκρατικής σκέψης μπροστά στο άμαθο δικαστήριό του, οι κανονιές του παγκόσμιου πολέμου (…), ο κυνισμός των ιδεολόγων του πατριωτισμού (…), τα τύμπανα της προλεταριακής επανάστασης, που όλο και ζυγώνανε κοντύτερα (…)»

Το έργο ολοκληρώθηκε και εκδόθηκε στα 1931. Ήρθε εκείνη τη στιγμή «σαν ένα είδος διαμαρτυρίας ενάντια στην τοτεσινή «δημοκρατία» του ιδιωνύμου, του Καλπακιού και των διαφόρων στρατιωτικών κινημάτων, που είχανε κατακουρελιάσει τις συνταγματικές ελευθερίες του πολίτη κι είχανε διαφθείρει ολάκερο το δημόσιο βίο της χώρας και προετοιμάσει τη διχτατορία της 4ης Αυγούστου. Η τυραννία αυτής της μαύρης εποχής κι αργότερα των δυο ξενικών κατοχών ίσαμε σήμερα, κάνουνε τη σάτιρα της "Απολογίας" τόσο επίκαιρη τώρα, όσο ήτανε και τον καιρό που γράφτηκε». Με τα λόγια αυτά προλογίζει ο ίδιος ο Βάρναλης την τρίτη έκδοση του έργου, το Μάρτη του 1946.




Η Αληθινή απολογία του Σωκράτη είναι μια παρωδία, μια «αντιστροφή» του «αντίστοιχου» έργου του Πλάτωνα. Η ανατροπή του πρωτοτύπου υποδηλώνεται από τους, ηθελημένους βέβαια, αναχρονισμούς του νέου έργου: Από τον Πλάτωνα παραλαμβάνονται μεν τα απαραίτητα realia: ο Σωκράτης, οι κατήγοροί του, οι πεντακόσιοι δικαστές του και πολλά άλλα πρόσωπα• η διατήρηση των παραγράφων του πρωτοτύπου παραπέμπει στην εκδοτική του κειμένου στην κλασική φιλολογία και η τελική πρόταση του Επιλόγου είναι μια απλή μετάφραση της τελευταίας πρότασης της πλατωνικής Απολογίας. 

Πολύ εντονότερα είναι όμως τα «σύγχρονα» realia: Οι αρχαίοι τόποι και οι δήμοι της αρχαίας Αθήνας αναφέρονται με τα σημερινά, «εκβαρβαρισμένα», ονόματά τους• οι αρχαίοι ιερείς έχουν γίνει ελληνορθόδοξοι παπάδες και ο Περικλής μένει στο Κολωνάκι• επιπλέον, η αττική αβρότητα της γλώσσας του Πλάτωνα έχει δώσει τη θέση της στη χυμώδη, λαϊκή τραχύτητα της γλώσσας του «ανατροπέα» του. (Βελουδής Γιώργος)


Ο Σωκράτης 
(Αρχαία τοιχογραφία, Μουσείο Εφέσου, 1ος-5ος αιώνας.)


Ο πλατωνικός Σωκράτης

«
Ο πλατωνικός Σωκράτης, σκεφτόμουνα, να έχει πεποίθηση πως είναι αθώος. Μα και για τους δικαστές του, που τόνε θανατώσανε άδικα, έχει την ιδέα πως είναι κι αυτοί… αθώοι. Δε φταίνε οι νόμοι, δε φταίει η δικαιοσύνη. αυτωνών η αξία, το κύρος κι η δύναμη είναι παντού και πάντα η ίδια, είναι απόλυτη! Δε φταίνε κι οι άνθρωποι. Φταίει η "περασμένη" σκέψη τους. Γι’ αυτήν ο Σωκράτης έχει όλη τη φιλοσοφική του συγκατάβαση. "Ουδείς κακός". Αν ξέρανε οι δικαστές του κι οι συκοφάντες του πως τον αδικούνε, δε θα τον αδικούσανε. Γι’ αυτό απολογιέται με τόσην αξιοπρέπεια, με τόση γαλήνη. Όλο λοιπόν το ζήτημα γι’ αυτόν είναι όχι να σώσει τη ζωή του, μα να σώσει τις ιδέες του, την υπερβατική τους αλήθεια, το κύρος της εξουσίας των απάνου στον κόσμο και στο χρόνο.

Φαντάζεται πως έπεσε θύμα της άγνοιας των ανθρώπων. Λίγο ακόμα και θα έλεγε "πάτερ, άφες αυτοίς. ου γαρ οίδασι τι ποιούσι" (…)»
Κώστας Βάρναλης «Φιλολογικά Απομνημονεύματα», εκδόσεις «Κέδρος», 1981


Γιάννης Ρίτσος, από την εικονογράφηση της Αληθινής Απολογίας του Σωκράτη, Κέδρος 


Ο βαρναλικός Σωκράτης 

Ο «Σωκράτης» του Βάρναλη μεταβάλλεται σε μια persona της νέας κοσμοθεωρητικής γνώσης και ιστορικοκοινωνικής εμπειρίας του δημιουργού του, όπως εξηγούσε ο ίδιος λίγα χρόνια αργότερα (1935): «Γι' αυτό δεν παραποίησα τον "ιστορικό" Σωκράτη. Τη σκέψη του και τη δράση του τις άφησα, όπως θέλησε ο Ξενοφώντας και ο Πλάτωνας. Τον έκανα μοναχά ν' αλλάξει στα τελευταία του. Να ξυπνήσει απότομα από το τράνταγμα της θανατικής του καταδίκης και να ιδεί ξαφνικά τον κόσμο... ανάποδα. Όπως το έπαθε (κατά τα ιερά κείμενα) ο Σαύλος, όταν έγινε …Παύλος. Με τη διαφορά, πως ο Σαύλος "μετέπεσε" από τον παροξυσμό της μιανής μυστικοπάθειας στον παροξυσμό μια αλληνής. Ενώ ο Σωκράτης ο δικός μου "έπεσε"’ απλούστατα από τα σύννεφα του ηθικού του απολυταρχισμού κάτου στο …πεζοδρόμιο της πιο αμείλιχτης πραγματικότητας».

Ο Βάρναλης έκανε δηλαδή με το «Σωκράτη» του Πλάτωνα και του Ξενοφώντα ό,τι είχε κάνει ο Marx με το Hegel: τον άφησε (δια)λεκτικά «άθιχτο» με μιαν «απλή» αντιστροφή: τον έβαλε να στέκεται με το κεφάλι πάνω και τα πόδια κάτω, με άλλα λόγια: από διαλεκτικό  ιδεαλιστή τον έκανε διαλεκτικό υλιστή. Ο Βάρναλης «καταστρέφει», αντιστρέφοντάς τον, το μύθο του Σωκράτη, αποκαθιστά το πραγματικό περιεχόμενο της φιλοσοφίας του και της φιλοσοφίας εν γένει. (Βελουδής Γιώργος)



ΤΟ ΠΩΣ ΓΕΝΗΚΑΝΕ ΤΑ ΠΡΑΜΑΤΑ

Όσο μιλούσαν οι κατήγορο
ι

Ο Σωκράτης
 σαστισμένος «μπροστά στο μεγάλο και φανταχτερό πλήθος», χαμογελάει ταπεινά και το μυαλό του δεν ταξιδεύει πια στη Χώρα των Ιδεών… «κοιτάζει ψηλά τον ανοιξιάτικο ουρανό» και «μ’ όλο το σούσουρο .. μ’ όλη τη βόχα, τα καταφέρνει ν’ ακούει τα χαρούμενα πουλιά, που τιτιβίζουν στα τριγυρινά πέφκα και να οσμίζεται τη μυρωδιά της ρετσίνας, του σκίνου και του θυμαριού, που αναδίνει η χέρσα γης»

Έξι σωστές ωρούλες δεν ακούει σχεδόν τίποτα, παρά «πιάνει κάπου κάπου τα’ αφτί του καμιά βρισιά των κατηγόρων….. καμιά βλαστήμια του πλήθους.... το μυαλό του «κωλώνει, καρφώνεται, πεισματώνει και δε θέλει να κάνει μισή πιθαμή πέρ’ από τη μύτη του»!! «Ολάκερος κόσμος! Απεραντοσύνη της ασκήμιας, ήγουν της αλήθειας! Αληθινά σοφός είναι εκείνος που καταφέρνει να δει τη μύτη του και να την καταλάβει.»



Ο Σωκράτης και οι άλλοι

Ο Σωκράτης απ’ τη μια μεριά, «Κουρελής, κακοσούσουμος, γρουσούζης, ανιπρόκοπος, σωστός κοπρίτης κι «ανδρών απάντων σοφώτατος!!.... κόντρα πηγαίνοντας με τις συνήθειες των αρχόντων και τα γούστα του λαού, «πες γιατί ήτανε στραβόξυλο, πες γιατί ήταν άνθρωπος ίσιος.» 

"Τι περιμένεις από ’ναν άνθρωπο σημαδιακό, στριμένονε και φαρμακόψυχο. Κοπροσκυλιάζοντας όλη την ημέρα στο παζάρι τα βαζε με τους άλλους, που κοιτάγανε τη δουλειά τους. Του φταίγαν εκείνοι για τη δικιά του την κατάντια ! "

Κι οι κατήγοροι από την άλλη…. «Ωραίοι, πλούσια ντυμένοι, σπουδαία προσώπατα! Πατριώτες με πατέντα! Κοτσαμπασήδες, ήλιοι της Δημοκρατίας!... «εραστές της πόλης». Ο Άνυτος, πλούσιος βυρσοδέψης και πρώην στρατηγός του αθηναϊκού στόλου, που κατηγορήθηκε για εσχάτη προδοσία και αθωώθηκε με τα λεφτά του. Ο Λύκων, ο ρήτορας, «δημοπίθηκος», που τον έκαναν στρατηγό, για να υπερασπιστεί τα φρούρια της πατρίδας κι αυτός τα παρέδωσε στον εχθρό. Ο Μέλητος, «άγνωστος ποιητής και διάσημος "τέτοιος"», που «δέχτηκε για λίγα κατοστάρικα να υπογράψει αυτός την κατηγορία».

«Μα κι αν δεν είτανε τόσο μεγάλα τα μπόγια των κατηγόρων και τόσο μικρούλι το δικό του, θα’ φτανε η σοφία κι η αλαθοσύνη  των δικαστών για να καταδικαστεί.» «Ο Νόμος χτες και σήμερα κι άβριο» 

Οι δικαστές, άντρες Αθηναίοι, αθάνατοι..... ο σοφός λαός, που δικάζει κοιμάμενος, που σκυλιάζει μ' αυτά που του σούρνει ο Σωκράτης, μα δεν το κουνάει ρούπι, γιατί φοβάται μη και χάσει τους τρεις οβολούς, το μιστό του....

Ο Σωκράτης ξεσκεπάζει το φαρισαϊσμό τους και, στα πρόσωπά τους, τη «δικαιοσύνη» της πατρίδας του: "Ένας κ' ένας. «Διός κριταί!» Μοναχά ψυχή και μυαλό. Χωρίς φαντασία και χωρίς μάταια ψιλολογήματα. Μια κι όξω η θανατική απόφαση!"


Giambettino Cignaroli – “Death of Socrates” – Museum of Fine Art, Budapest


Ο Σωκράτης ξέρει

Ο Σωκράτης, πρόσωπο τραγικό, κι ας καμώνεται για τ' αντίθετο, γνωρίζει, έχει το στίγμα της γνώσης. Ξέρει πως πληρώνει "θύμα  αυτός πολύ μεγάλο τα κακουργήματα της χτεσινής τυραννίας" 

"Σας χρειαζόταν ενα θύμα... Όχι για να μάθουνε τα παιδιά σας ν' αγαπάνε την αρετή, μα να φοβούνται τη δημοκρατίαΑφού το σκάσαν οι φταίχτες, πιάσατ' εμενα, τον αρνητή της οχλοκρατίας, την Αλογόμυγα, που σας έμπαινε στά ρουθούνια... "

Ξέρει πως τιμωρείται όχι "γιατί παρέβηκε το Νόμο, μα γιατί στάθηκε ανίκανος να πατήσει απάνου του και να περάσει !... "Αδικεί Σωκράτης ασθενής ων, άτε πένης... Τίμημα θάνατος !  Αφτό θα 'πρεπε να λεγ' η μήνυση."

François-Louis-Joseph Watteau – “Death of Socrates” – Musée des Beaux-Arts, Lille, France

Ο Σωκράτης προφητεύει

Ο Σωκράτης» του Βάρναλη προφητεύει, σχεδόν 2.400 χρόνια μετά το θάνατό του, την αγιοποίησή του (υπαινιγμός για την αναπαράστασή του, μαζί με άλλους αρχαίους φιλοσόφους, ως Αγίου σε ελληνορθόδοξες εκκλησίες και μοναστήρια!) από τους «απογόνους» των δημίων του και την αντιστροφή της διδασκαλίας του από τον Πλάτωνα, που τη μετέτρεψε σε όργανο για τη συντήρηση του διεφθαρμένου καθεστώτος, που είχε πολεμήσει ο αληθινός Σωκράτης. (Βελουδής Γιώργος)

"Θα βρεθούν ύστερ' από χρόνια πολλοί και φίλοι κι αρνητάδες μου, και ντόπιοι και ξένοι, και συγκαιρινοί και μελλούμενοι, που θα κάνουνε ντόρο μεγάλο γύρα στο θάνατό μου. Θα με πούνε «των Ελλήνων το άριστον», «αηδόνα Μουσών», «τον δικαιότατον», «τον φρονιμώτατον»«κορώνα της Ελλάδος». Τα παιδιά σας θα μου χτίσουν εκκλησιά, το «Σωκρατείον», και θα μου κάνουνε θυσίες κάθε χρόνο, την άνοιξη... Θα με προσκυνάνε για θεό. Και για ποιο λόγο; Οι πρώτοι για να κολλήσουνε τ' ονομά τους δίπλα στο δικό μου και ν' ακούγονται μαζί μου. Κι οι δέφτεροι για να δείξουνε, πως αν εζούσα στα χρόνια τους, θα με καταλαβαίνανε και θα με τιμούσαν !... Μπόσικα πράματα. Και κείνοι και τούτοι θα παραφουσκώνουνε την αξία μου και θ' αδικούν εσάς. Θα λένε ψέματα και θα πιστέβουνε ψέματα...Εσείς κι ο Νόμος κάνατε το χρέος σας."

"Οι μελλούμενες πολιτείες θα ξέρουνε καλύτερα τη δουλειά τους. Άμπωνας, Θρανίο, Εφημερίδα και Κλομπ θα δουλέβουν αδερφικά να χωρίζουνε τους πολίτες σε χορτάτους και σε κορόιδα και να ταιριάζουνε τ' αταίριαστα με την «αρμονία των τάξεων». Αφτηνής της αρμονίας στάθηκα πρώτος μαέστρος. Κι ας με σκοτώνετε γι' άθεο. Τα δικά μου τα μαθήματα θαν τα κάνουνε μεθάβριο θρησκεία τους οι Χριστιανοί. Θα με τιμήσουνε για προφήτη του Θεού τους και θα ζωγραφίζουνε τα μούτρα μου στις εκκλησιές τους με πλατύ χρυσοστέφανο γύρω στα τσουλούφια μου."

Βλέπω τις πολιτείες του μέλλοντος, ω άντρες Αθηναίοι ! Θεοποιούνε την πείνα, τον πόνο και τη βλακεία, χρυσώνουνε καΙ ταγίζουνε κουκουνάρι και καρύδια τους κομπογιαννίτες, που ξεγελάνε το λαό να καταφρονάει την ύλη και να προσμένει την ανταπόδοση στον... «κόσμο του πνεύματος !».


Ολόσωμες μορφές φιλοσόφων, ανάμεσα στους οποίους και ο Σωκράτης, σε τοιχογραφία που φιλοτέχνησε μεταξύ 1535 και 1541 ο Κρητικός ζωγράφος Θεοφάνης. (Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας) 


Πλήθος..... λιγότερ' η κρίση τους και πιότερ' η κάκητα...

Εκεί
που φαίνεται ότι παίζει ο Σωκράτης, παγιδεύει το ακροατήριό του σε οικοδόμημα-φυλακή. Εκεί που απλώνει το χέρι του να χαϊδέψει, δίνει σφαλιάρες.

"Αν με δικάζατ' ένας ένας χωριστά, ω άντρες Αθηναίοι, θά μ' αθωώνατε. Τόσο πολλοί, δεν μπορείτε... Όσο πιότεροι κολλάνε συναμεταξύ τους και κάνουνε πλήθος, τόσο λιγότερ' η κρίση τους και πιότερ' η κάκητα.... Πλήθος, Δημόσια Γνώμη, — τεράστιο Κοπρόσκυλο δεμένο στο παλούκι μέσα στον ήλιο. Όλο τον καιρό κοιμάται, ξύνει την ψώρα του και χυμάει λυσσασμένα, μόλις θελήσει κανείς ναν το βγάλει απ' τα συνήθεια του, να του λύσει την αλυσίδα. Έτσι και σεις, μόλις σας μηνύσανε πως χαλάω τη Θρησκεία, τα παιδιά και τη Λογική, πεταχτήκατε πάνου στις χιλιάδες τα ποδάρια σας κι αρχίσατε να χτυπάτε τις Συμπληγάδες τά σαγόνια σας, για να με λιώσετε κει μέσα... "

"….το πλήθος…. Οι σαχλές σκουληκαντέρες των χωραφιών, οι λαδωμένοι ποντικοί των λιμανιών, οι ξενηστικωμένοι σκύλοι του παζαριού, άμα χάσουνε την πίστη στο Θεό, ποιος θα τους συγκρατήσει ; Ας μορφωθούνε πρώτα !... Για σήμερις είναι πρόωρα πράματα !...



Η θρησκεία....θεμέλιο της πατρίδας και της ηθικής

"Για να με ξεκάνετ' εφκολότερα, μου κολλήσατε τη ρετσινιά : πως είμουν άθεος !... Μακάρι να είμουνα !... Την αθεΐα την έχετε για το πιο σίγουρο μέσο να ερεθίζετε το Σκύλο και να τον ξεσηκώνετε να διαφεντέβει με τα δόντια του τα υλικά σας διάφορα. Τους οχτρούς της εφτυχίας σας τους κάνετε πολύ σοφά προσωπικούς οχτρούς του Σκύλου. Για να ξεφορτωθείτε τον Αλκιβιάδη, που τον αγαπούσε και τόνε θάμαζε ο λαός για την ομορφιά του, για τα πλούτη του και τη μουρνταροσύνη του, τον κατηγορήσατε γι' άθεο. Και ο λαός, ο Σκύλος, ξέχασε τις αγάπες του και τον κυνήγησε στην άκρη του κόσμου. Γιατί τόνε μάθατε να περιμένει την εφτυχία του από τον ουρανό και να μην τήνε ζητάει από σας ! Άμα λοιπόν του πάρεις την ελπίδα του τίποτα, του παίρνεις το παν ! Και σε ξεσκίζει !"

"Η θρησκεία, που λες, είναι το θεμέλιο της πατρίδας και της ηθικής. Ο λαός χωρίς το φόβο του Θεού θα χυθεί ν' αρπάζει τους παράδες και τα χτήματα, τους «κόπους» των αλλωνών και να παλουκώσει τους φυλακάτορές του !... Δε συφέρνει, δε θέλετε να σας μιμηθεί : Ο λαός. Του πετάτε λοιπόν μπροστά στα πόδια του τ' άθλιο κουφάρι μου, για να μην ξεχνά, πως η αθεΐα είναι το μεγαλύτερο φταίξιμο.."



Το δαιμόνιο .....

Ο Σωκράτης απευθύνεται σε πεντακόσιους, αλλά είναι μόνος. Κηρύσσει αλλά ξέρει πως μιλάει σε αυτιά κουφών. Η συνομιλία του, τελικά δε γίνεται με το δικαστήριο, αλλά με το δαιμόνιό του. Αυτό μόνο βρίσκεται στο δικό του ύψος, κανείς άλλος.

"Έλεγα,
 πως υπήρχε μέσα μου κάποιο δαιμόνιο, που μ' οδηγούσε. Έπρεπε ναν το λέω, για να ξηγάνε κάπως οι απλοϊκοί, γιατί το δικό μου μυαλό ξεπερνούσε τα μυαλά των άλλωνών !... Δε θα πει πως μ' αφτό χαλούσα τη θρησκεία! Υπάρχουνε τόσοι μικροί θεοί (μερμήγκια !...), πού μήτε τους μετρήσαμε ποτές μήτε τα ονόματά τους ξέρουμε... Κι αν σε κάθε βρύση, σε κάθε δέντρο, σε κάθε τρύπα φωλιάζει και ένας μικρός θεός, γιατί να μη φωλιάζει και μέσα στο Σωκράτη, που ’ναι για θεούς αξιότερη μονιά κι από μια κοτρόνα κι από μια γούβα νερό κι από να κούτσουρο της σόμπας — κι από κάθε τρύπα ; Κι αν μέσα σε κάθε τρελό μπαίνει κάποιος θεός, που τόνε τρελαίνει, γιατί να μην μπει και μέσα στο σοφό Σωκράτη για να τόνε κάνει σοφότερο ; Κι αν όλες οι αρρώστιες κι αν το μεθύσι κι αν ο ύπνος και τ' όνειρο κι ο θάνατος κι αν ακόμα το φτάρνισμα κι ο βήχας είναι θεοί, γιατί να μην είναι κ' η Κοροϊδία;"


Luca Giordano -“Xanthippe pours Water into Socrates’ collar” – Molinari-Pradelli collection, Marano di Castenaso, Italy

Μα χαλούσα και την ηθική.....


"Μα χαλούσα και την ηθική ! Ξεμάβλιζα τα παιδιά ! Ποια παιδιά ; Ούλ' οι μαθητάδες μου τα 'χανε περασμένα, τα σαράντα... Και δεν είτανε «μαθητάδες», είτανε φίλοι μου... Αν τα παιδιά με παίρνανε το κατόπι, δε μπορούσα και ναν τα διώξω... Τα παιδιά θέλουν αστεία και γέλια... Φιλοσοφίες και τέτια δαν τα χωνέβουνε, κοροϊδέβουνε το δάσκαλο, βαριεστίζουνε και το σκάνε από το σκολειό !..."

"Θα μου πείτε : «Και τον Αλκιβιάδη ; Δεν τον είχες μαθητή τον Αλκιβιάδη ;» Και ποιος θα βαστούσε να μην τον είχε ! Ωραίο παιδί, πλούσιο, ζωερό, πρώτο τζάκι, λιγάκι παλαβό και πεισματάρικο κι αδάμαστο, μα τετραπέρατο — το ξυπνότερο παιδί της Αθήνας ! Α ! πολύ πιο δυνατός από μένα !... Γύμναζα κοντά του την ψυχή μου να νικά τα πάθη της... να μην ταράζεται μπροστά στον πλούτο, στην ομορφιά και στα νιάτα... Λοιπόν, εγώ είμουνα μαθητής του κι όχι αφτός δικός μου. "


Ζαν-Μπατίστ Ρενιώ: "Ο Σωκράτης αποσπά τον Αλκιβιάδη απο την αγκαλιά της αισθησιακής απόλαυσης" (1791, Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι). 


Δημοκρατία  ή μασκαρεμένη τυραννία


"Τι; Είμουνα επικίντυνος στη Δημοκρατία! Επικίντυνος εγώ, και σεις δημοκρατία !... Μα τους επικίντυνους, ω άντρες Αθηναίοι, δεν τους δικάζουνε. Τους προσκυνάνε ραγιάδικα ή τους δολοφονούνε μπαμπέσικα. Κι όσους μπορεί να γίνουν επικίντυνοι μια μέρα, γιατί τους εχτιμάει το πόπολο, προλαβαίνετε και τους εξοστρακίζετε."

"Όχι ! Δε φοβηθήκατε το Σωκράτη, μα θελήσατε να φοβίσετε τους άλλους με το θάνατό του. Η δημοκρατία σας δε στέκεται καλά στά πόδια της. Τά μακροτείχια της Αθήνας και του Περαία κοίτονται χάμου, ναν τα κλαις. Καράβια δεν έχετε. Συμμάχους να πλερώνουνε χαράτσι να τρώτε, δεν έχετε. Μεταξύ σας μ' όλους τους σκοτωμούς και τις εξορίες που κάνατε, κρύβονται πολλοί που νοσταλγούνε τον καλό καιρό της τυραννίας, γιατί χάνουνε τώρα τα όσα κερδίζανε τότες, όπως και σεις προσπαθείτε νά ξαναβγάλετε τώρα τά όσα χάσατε τότες. Όποιος είναι στά πράματα φοβάται την αλλαγή κι ο πεσμένος την αποθυμάει και την ετοιμάζει με κάθε τρόπο. Ο κοσμάκης στέκεται στη μέση και πλερώνει τα σπασμένα. το ίδιο δυστυχεί και με τα παράνομα και με τα νόμιμα καθεστώτα και με την τυραννία και με τη λεφτεριά. Για να μην καταλαβαίνει και να μην αντιστέκεται, του λέτε ψέματα και τόνε φοβερίζετε. Είναι λαοί, που ζούνε στα δάση, δεν έχουνε νόμους, τρώνε τις ψείρες τους, όμως αγαπάνε τη λεφτεριά τους. Βάρβαροι λαοί ! Εμείς ζούμε στην ωραιότερη πολιτεία του κόσμου, έχουμε τους σοφότερους νόμους, δεν τρώμε τις ψείρες μας κι αγαπάμε τους κατεργαρέους που μας τρώνε. Η δημοκρατία σας είναι, καθώς βλέπετε, μασκαρεμένη τυραννία."



Ένα παραμύθι.......Δυνατότεροι παντού και πάντοτες οι κλέφτες.
....

«Παραμύθια»
 ;... Αι….λοιπόν θα σας πω κ΄ ένα παραμύθι, για να ξεκουραστείτε! Μια φορά κ' έναν καιρό οι κλέφτες της πρώτης πολιτείας του κόσμου, αφού πλουτήνανε αρκετά, αποφασίσανε να ταχτοποιήσουνε τη ζωή τους. Μπλοκάρανε το λοιπόν τους φτωχούς της πολιτείας κι αφού τους μαζώξανε στην πλατέα, τους είπανε : «Ψηλά τα χέρια! Θέλουμε το καλό σας. Δε θα σας πάρουμε τα φκιάρια, τους κασμάδες, τα σκεπάρνια, τα δισάκια και τα ζεμπίλια σας με το ψωμοτύρι, τα τρύπια σας πουκάμισα με τις ψείρες και τις απάτωτες καλύβες σας, που κάνουνε νερά, σα βρέχει. Είσαστε λέφτεροι ! - (ψηλά τα χέρια !). Λέφτεροι να ζείτε κατά το κέφι σας, να κερδίζετε, να κάνετε κομπόδεμα, να μεθάτε, να χορέβετε, να γεννοβολάτε και να πεθαίνετε. Εμείς θα σας μαθαίνουμε τις... αλήθειες ! Θα σας δώσουμε πλούσια φαντασία κ' αισθαντική καρδιά∙ θα σας δώσουμε κι αθάνατη ψυχή. Κι όποιος από σας του γουστάρει, θα μπορεί να γράφει ποιήματα, να σκαρώνει θεωρίες και να δοξάζεται ! Ο κυρίαρχος λαός θα σαστε σεις! Εμείς μονάχα θα σας κουμαντάρουμε, θα φροντίζουμε για την ασφάλεια της ζωής, της τιμής και της περιουσίας σας -μ' ένα λόγο για τη λεφτεριά σας. Σεις θα δουλέβετε, κατα¬πώς θέλετε κι ό,τι θέλετε κι οπότε θέλετε. Εμείς θα σας δίνουμε δουλειά, φτάνει να βρίσκεται, και σεις θα μας δίνετε τα κόπια σας. Και για να μη θαρρέψετε πως σας αδικούμε, θα πλερώνουμε κ' εμείς το ίδιο δόσιμο στο Κράτος, -στον εαφτό μας !
»Κ' εσείς κ' εμείς θα χουμε πάνου από τα κεφάλια μας τους ίδιους θεούς, που θα προστάζουν εσάς να δουλέβετε και να μην τρώτε κ' εμάς να καθόμαστε και να τρώμε. Κ' εμείς κ' εσείς θα χουμε πάνου από τα κεφάλια μας τους ίδιους νόμους, που εμείς θα σας τους δίνουμε κ' εσείς θα τους ψηφίζετε σα βουλεφτάδες και θαν τους εφαρμόζετε σα δικαστάδες ενάντια στον εαφτό σας. Και για να μην πλακώνουν απ' άλλες στεριές και θάλασσες κουρσάροι και κλέφτες ν' αρπάζουνε το υστέρημά σας και να παίρνουνε σκλάβους κ' εσάς και τις γυναίκες σας και τα παιδιά σας, θα σας αρματώνουμε, θα σας γυμνάζουμε, για να μπορείτε να διαφεντέβετε τους θεούς σας, τον εαφτό σας κ' εμάς, δηλαδή την πατρίδα. Να σκοτώνεστε σεις και να ζούμε μεις. Κι' επειδή μοναχοί σας δε θα μπορούσατε να σκεφτείτε το συφέρο σας και να φυλάξετε τον εαφτό σας, θα σας αναγκάζουμε με το ζόρι (ψηλά τα χέρια!). Ένα πράμα μοναχά σας απαγορέβουμε: να κλέβει ο ένας τον άλλονε. Γιατί μπορεί να κλέψετε κ' εμάς».

Έτσι λοιπόν ο λαός δούλεβε λέφτερα και λέφτερα σκεφτότανε. Και τραγουδούσε χαρούμενα στις ταβέρνες σαν τον κότσυφα στο κλαρί (στο κλουβί!). Κ' οι σωτήρες του ξαπλωνόντανε τ' ανάσκελα σε ζεστά παλάτια το χειμώνα και κάτου απ' ανθισμένα δέντρα το καλοκαίρι -και σωρό γυναικούλες όμορφες τους ψειρίζανε το σβέρκο και τους χουχουλίζανε το ριζάφτι (πολύ συντελεί !). Κ΄ η εφτυχία τους, είτανε δύναμη της πατρίδας κ' η ξετσιπωσιά τους καθαρμός. Κι αν κάπου βαριεστίζοντας ο λαός τους έδιωχνε, ζητούσε αμέσως άλλους να τόνε κλέβουνε: δεν μπορούσε πια μήτε να ζήσει μήτε να σκεφτεί χωρίς «σωτήρες».

Γελάτε και με το δίκιο σας, ω άντρες Αθηναίοι. Τέτια παράξενη πολιτεία μήτε γίνηκε μήτε θα γίνει ποτές! Παραμύθι, βλέπετε. Τώρα θα μου ζητάτε κ' επιμύθιο !

Που νάν το βρω !... Μοναχά σας λέω: «Αλίμονο στον αφτόδουλο πολίτη, που φτασμένος στα έσχατα της απελπισίας παραδίνεται, για να σωθεί, στο έλεος του Θεού και στους νόμους των Κλεφτών».

Γιάννης Ρίτσος, από την εικονογράφηση της Αληθινής Απολογίας του Σωκράτη, Κέδρος


Κρίνω θα πει κοροϊδέβω.....

«Μα
 δε βρίζω και δεν παινώ τίποτα! Μήτε λυπάμαι που πεθαίνω των αδίκων άδικα, μήτε θα  ντρεπόμουν, αν πέθαινα δίκια. Δε με νοιάζει, που ξεμπερδέβω σήμερα με την μπαμπεσιά των νόμων, όπως δε θα μ' ένοιαζε να σας άδειαζα τη γωνιά μετά λίγους μήνες ή χρόνια με το θέλημα της Φύσης. Σας χρωστάω και χάρη... Φέβγοντας με παράτα και σάλπιγγες από το ’να Τίποτα για τ' άλλο το πιο Τίποτα κάνω γούστο να κοροϊδέβω και σας και τον εαφτό μου. Τι τα θέλετε ! Κρίνω θα πει κοροϊδέβω.»


"Αφού κατάλαβα, πως οι τριγυρινοί μου δεν είναι ψυχές και πνέματα, μα κωλάντερα, κ' η ζωή δεν έχει κανένα σκοπό, παρά το θάνατο, δεν κυνηγούσα την εφτυχία μήτε κοπίαζα να γίνω καλύτερος — είμουνα! Αφηνόμουνα σιγά και μαλακά στις αδυναμίες μου — στη δύναμη μου I Ακαμάτης, κοροϊδέβοντας και σας στο φανερό και τον εαφτό μου στα κρυφά, προσπαθούσα να ξεχνώ το σήμερα, το χτες και το άβριο — δηλαδή τό θάνατο. "

"Σας έγδερνα λοιπόν κάθε μέρα με τη σοφία μου — με την κοροϊδία ! Δε σας καλυτέρεβα σε τίποτα, μοναχά σας αγρίεβα και καταλάβαινα πως τελεφταία θα με φάτε... Έτσι κορόιδεβα και τη σοφία μου : «τίποτα δεν ξέρω», ήγουν «αφτά, που ξέρω, δεν αξίζουνε τίποτα I» Έτσι δεν έχανα και τον καιρό μου ναν τα γράφω. Αν τα ’γραφα, θα μου καίγατε τα βιβλία μου στην πλατέα, καθώς κάψατε και του μεγάλου Πρωταγόρα. Απελπισμένος απ' όλα παραδόθηκα να με σκοτώσετε μεταχαράς. Δε μεταχειρίστηκα, για να σωθώ, μήτε την πολιτική δύναμη μήτε τα χρήματα των φίλων μου μήτε ψεφτιές μήτε κι αλήθειες. Κι αν μου αφήνατε την πόρτα της φυλακής ανοιχτή, δε θα ’ φεβγα. Για να ζήσω κι άλλο; 

Έχοντας τόσο δυνατό σκαρί και τόσα κέφια, πώς δε σκορπούσα χαρά και καλοσύνη, μα σταλοβολούσα παντού φαρμάκι και χολή; Γιατί χα μεγάλο μυαλό — και σας έβλεπα πέρα πέρα σα να ’σαστε γυαλένιοι. Κ' επειδής ήξερα, πως δε θα σας διόρθωνα μοναχός μου, κορόιδεβα. Ά! δεν είναι τόσο έφκολο πράμα η κοροϊδία. Είναι μαζί παιχνίδι και τέχνη. Πρέπει να χεις πολλή φαντασία και κρίση και πείρα της ζωής. Και να μπορείς ολ' αφτά ναν τα παίζεις ανάλαφρα και φωτερά, δίχως προσπάθεια. Η κοροϊδία δεν είναι η αρχή, μα το τέλος της φιλοσοφίας. Χρειάζεται νά χεις περάσει πρώτα από το δράμα της συλλογής και της απελπισίας για να φτάσεις στο γέλιο, — στο πικρόγελο. Κι αν μπορέσεις νά φτάσεις! "


Reyer Jacobsz van Blommendael – “Xantippe Dousing Socrates” – Musée des Beaux-Arts de Strasbourg, Germany


...γλεντάω και φραίνομαι να σας δαγκώνω

"Το καλοκαίρι! Χρυσή εποχή των φτωχών... Μοναχά τό καλοκαίρι ζούσα πλέρια το κορμί μου και τη σκέψη μου. Όλο μου το είναι βοούσε και φουρφούλιζε χαρούμενα σα λέφκα στον όχτο, γεμάτη αστράματα και πουλιά και τζιτζίκια. Και στη ρίζα κουλουριασμέν' η ψυχή μου με το κεφάλι ψηλά καρφωτό, πυρωνότανε στον ήλιο και κατέβαζε πλήθιο το φαρμάκι στα κανάλια των δοντιών της ! Και αλί σε κείνονε, που δάγκωνε!... Πήγατε λοιπόν να με καταδικάσετε στη δόξα του καλοκαιριού, το Μάη με τα λουλούδια !... Την ώρα, που χω το πιότερο φαρμάκι !... Αν είτανε χειμώνας, δε θα ’βγαζα λέξη. Μα τώρα γλεντάω και φραίνομαι να σας δαγκώνω."


Από την Πέμπτη 10 Ιουλίου 2014 και με παράταση ως τις 25 του μηνός, ανέβηκε στο Ίδρυμα Μιχάλη Κακογιάννη δραματοποιημένη η “Αληθινή απολογία του Σωκράτη” του Κώστα Βάρναλη, σε σκηνοθεσία του Ένκε Φεζολλάρι και με τον Σταμάτη Κραουνάκη στον ρόλο του Σωκράτη.


Των σοφιστάδων σοφιστής.... 

"Μ' ακούγατε να λέω συχνά χαμογελώντας, πως δεν «ξέρω τίποτα». Δεν ξέρω τίποτα!... Αφτό δεν το καταλαβαίνετε... Το λοιπόν είμαι σωστός Οξαποδώ !... Ένας τέτιος όλα μπορεί ναν τά κάνει...! ΄Εβαζα και τους άλλους να λένε το ίδιο και να πιστέβουνε πραγματικά, πως ό,τι ξέρουν είναι ψέματα !... Και να ψάχνουνε να βρίσκουνε την αλήθεια. Μα σεις, ω άντρες Αθηναίοι, πρώτα ανησυχήσατε κ' ύστερις αγριέψατε... Ως πού θα πήγαινε τούτ' η δουλειά; Ξέρετε, πως όσο λιγότερο σκέφτεται, τόσο πιο μυαλωμένος ο πολίτης κι όσο λιγότερο μιλά, τόσο πιο λέφτερος. Av άξαφνα και στα καλά καθούμενα με το ψάξε ψάξε ο Γνάθων έβρισκε πως είναι σωστότερο να τρώει παρά να νηστέβει; Κι αν δεν του φτάνε τούτ' η τρέλα, μα κι άρχιζε να το ξεφωνίζει; Προτού λοιπόν ξεσπάσ' η φουρτούνα, θελήσατε να σταματήσετε τους κακούς ανέμους. Μα τους κακούς ανέμους (τους... καλούς !), τους είχανε φέρ' οι σοφιστάδες.

Εγώ τότες σαν ελεεινή Δημόσια Γνώμη, τους γάβγιζα και τους δάγκωνα τις άντζες (=γάμπες)...Για να με ξεκάνετε, μου κολλήσατε τη ρετσινιά, πως είμουν εγώ των σοφιστάδων σοφιστής ... Μακάρι να είμουνα !... 

Οι σοφιστάδες μοσκοπλερώνονται... Πέντε μνες... πενηνταδιόμιση χιλιάδες σημερινές δραχμές ! Θα πει, πως η σοφία τους άξιζε τόσο. Από την τιμή καταλαβαίνεις την αξία της πραμάτειας. Εγώ τη φτωχή μου τη γνώση τήνε χάριζα τζάμπα και κανένας δεν τήνε δεχότανε. Θα πει πως δεν άξιζε τίποτα…… Μα για να μπορώ να ρεζιλέβω την παντογνωσία των κοτζάμου σοφιστάδων, δε θα πει πως είχα δίκιο, μα πως είμουνα πιο πονηρός και πιο καπάτσος από δάφτους. Μπορούσα να κάνω τ' άσπρο μάβρο. Σημάδι των καιρών... 

Είμουνα λοιπόν κ' εγώ ένας από τους σοφιστάδες ! Μακάρι ! Το χω βάρος στην ψυχή μου, που κοροϊδέβοντας τη θεατρική τους ρητορεία, χτύπησα μαζί και τις μεγάλες τους αλήθειες."



Luca Penni – “Socrates and Xanthippe” – Royal Castle in Warsaw, Poland

Το σώμα στη λάσπη κ' η ψυχή πάντοτες λείπει...

"Μ' όσο κέφι μου περισσέβει, θα κοροϊδέψω τώρα και τη φιλοσοφία μου. Και πρώτα πρώτα δεν είμαι φιλόσοφος. Δεν έχω φκιάσει κανένα δικό μου «σύστημα», λαμπερό ναό της Σκέψης με κολόνες, με πολυελαίους, μ' Άγιο Βήμα κι άδυτα των αδύτων. Είχα βρει μοναχά μια δική μου «μέθοδο» σκέψης. Τ' Αφάλι τής Γης, τ' αχνιστό και σκανταλιάρικο, μου ’δωσε πιστοποιητικό σοφού κι όχι φιλοσόφου. 

Ο θείος Καπνός των Δελφών, που με ρεκλαμάρισε σε όλον τον κόσμο για σοφότατο, δεν αστειεβότανε. Ήθελε να με στραβώσει. Να με κάνει να πιστέψω, πως είχα βρει την Αλήθεια, για να μην την αναζητώ και την πετύχω καμιά μέρα, — φοβότανε το μεγάλο μυαλό μου. Δε συφέρνει και στους αθάνατους Αφέντες να μαθαίνουνε την αλήθεια τα ζωντανά της γής. Και σαν είδε, πως άρχισα να τήνε μυρίζομαι, δεν έχασε καιρό. Έπεσε πηχτός και μάβρος μέσα στο μυαλό σας και σας φλόμωσε για να με σκοτώσετε... Αν όμως ο Λοξίας το’πε στα σοβαρά, πως είμαι σοφότατος, εννοούσε, βέβαια, πως ανάμεσα στους ανθρώπους είμουν ό,τι κι αφτός ανάμεσα στους θεούς : ο πρώτος κοροϊδεφτής. 

Όταν ακόμα παιδί μυξιάρικο χάζεβα στην αγορά κι άκουα τους μεγάλους, παραξενεβόμουνα, που για κάθε ζήτημα μαλλιοτραβιόντανε σαράντα γνώμες κι όλες φαινόντανε σωστές. Οι σοφιστάδες υποστηρίζανε καθαρά, πως είναι και σωστές. Στην αρχή με τ' άγουρο μυαλό μου κι αργότερα με το γινωμένο προσπαθούσα να βρίσκω πάντοτε μια μοναδική γνώμη, που να ’ναι σε κάθε περίσταση και για όλους υποχρεωτική, δηλαδή παντοτινή κι ανάλλαγη, πάνου από καιρούς και τόπους κι ανθρώπους, — απόλυτη. Θα πρεπε νά χει κάτι το θεϊκό μέσα της, να’ναι «ιδέα». Και για ναν τήνε βρούμε, δε θα πρεπε καθόλου να ψάχνουμε στον όξω κόσμο, που ’ναι διαβατικός και ψέφτικος, μα μέσα στην ψυχή μας, που’ναι κι άυλη κι αθάνατη. Στα βάθια της ψυχής κοίτονται θαμμένες οι Ιδέες - αλήθειες κάτου από σκουριά πολλή, που τήνε σωριάζουνε μέσα της οι αίστησες - αποθυμιές κ' οι αποθυμιές - συφέρα. Για να την ξεσύρουμε λοιπόν στο φως της ημέρας, θα ’τανε δύσκολο πράμα. Χρειαζότανε μαστοριά μαμής. Και γίνηκα με τα χρόνια μαμή της πολιτείας. 

Ζουλώντας και μαλάζοντας τις ψυχές, για να φανερώσουνε τα θεϊκά τους στοιχεία, τις έκανα και ξερνούσανε τη σκουριά τους : Θεός, Αγαθό, Δικαιοσύνη, Πατρίδα κι 'Ομορφιά κι όλα τα ρέστα που δεν είναι μήτε πρώτες αρχές μήτε κ' έσχατοι σκοποί μήτε χαρίσματα των θεών μήτε κατορθώματα του νου, μα πλάσματα καιρικά, με νόημα τρεχούμενο κι άπιαστο, μέσα ταπεινά, που με δάφτα κάθε κυρίαρχη φάρα στραβώνει τους υποταχτικούς της και πνίγει την ψυχή τους. 

Η ψυχή, που βρίσκεται στο απόλυτο ψήλος, πιασμένη σε χορό με τις αιώνιες ουσίες, τρέμει να την αγγίξουν οι νόμοι της φύσης και των ανθρώπων: ασκήμια, σχετικότητα και φθορά ! Το σώμα στέκει καρφωμένο στη λάσπη κ' η ψυχή πάντοτες λείπει... Δεν πονάει, δεν παθαίνει, δεν αδικιέται. Δεν αντιστέκεται, γιατί ναι λέφτερη. Με το κεντρί της φιλοσοφίας μου χτυπώντας τους απλοϊκούς στη ραχοκοκαλιά τους παραλυούσα κ' έτσι ασφάλιζα το χαροκόπι των έξυπνων."


José Aparicio, Ο Σωκράτης διδάσκει ένα νέο


Η παμπάλαιη συνείδηση του κοπαδιού 

"ΔΕΝ ΕΙΤΑΝΕ γέννα της Κόλασης, που ταμπουρώθηκε μέσα στην ψυχή μου, για να σας βάνει τρικλοποδιές και να σας γρουσουζέβει, το δαιμόνιό μου ! Είτανε κάτι χειρότερο ! Δεν είτανε καινούριο, καθώς το γνωρίσανε τάχατες οι κατήγοροι. Είταν η παμπάλαιη συνείδηση του Κοπαδιού, η προπατορική σκλαβιά, που ’δενε την ψυχή μου με τις δικές σας, για ναν τις κρατάει ολόρτες, ακατάλυτο κάστρο της πολιτείας των ανόμων. Δεν είταν άγγελος οδηγός, που με φώτιζε, είτανε φύλακας άγγελος της δημόσιας Ψεφτιάς, που με τύφλωνε. Είτανε «το του κρείττονος συμφέρον» γινόμενο μέσα μου φωνή και θέλημα των θεών και του Λόγου. Είταν η καταχτόνια και μυστική φοβέρα «Μή !» και «Πίσω !». Είτανε το δαιμόνιο το δικό σας, ω άντρες Αθηναίοι — πολύ χειρότερο, γιατί ’τανε και δυνατότερο. 

Γι΄ αφτά που δίδαξα, θα πρεπε να με κάνετε χρυσόνε και να με προσκυνάτε. Γι΄ αφτά που θα ΄κανα, αν εζούσα, θα ΄πρεπε με το δίκιο σας όχι να με σκοτώσετε μοναχά, μα να με κοπανίσετε ζωντανό μέσα στο γουδί, όπως ο τύραννος ο Νέαρχος θα κοπανίσει το Ζήνωνα τον Ελεάτη, για να μάθει να διδάσκει την αρετή όσο θέλει, μα να μη μιλάει για την παλιανθρωπιά των αρχόντων. Θα ΄πρεπε να μου κόψετε τη γλώσσα, καθώς ο βασιλιάς Αντίπατρος θα κόψει τη γλώσσα του Υπερείδη του ρήτορα, για να μάθει, πως μπορεί να προδίνει την πατρίδα του, μα δεν κάνει να βρίζει και τον ξένο μισθοδότη... Θα ΄μουνα πραγματικά επικίντυνος στη δημόσια τάξη, στο «συμφέρον του κρείττονος». Και να ρίχνατε το κουφάρι μου μακριά στον Κορινθιακό ή σε κανένα φαράγγι του Κιθαιρώνα -«μη ταφήναι εν γη αττική!» Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ατιμία και προδοσία από το να λες την αλήθεια !... 


Ο Θάνατος του Σωκράτη Jacques-Louis David 

Λέφτεροι πολίτες

Μερόνυχτα βασανιζόμουνα. Έπρεπε να διορθώσω το κακό! Και να τι θα 'κανα, αν δεν προλαβαίνατε να με σκοτώσετε: 

"Θα πήγαινα, που λέτε, στους λαϊκούς μαχαλάδες της Αθήνας, στα βρωμοχώρια της Αττικής από τις Κάβο Κολόνες ίσαμε τα Κούντουρα κι από την Κούλουρη ίσαμε το Καπαντρίτι. Θα κατέβαινα στα σκοτεινά χαμόσπιτα, γεμάτα κοριούς και χτίκιασμα, θα ΄μπαινα στα μικρομάγαζα της φτωχολογιάς, στα καρβουνιάρικα του λιμανιού, γιομάτα λέρα και βόχα. Και θα ΄λεγα: 

«Λέφτεροι πολίτες! Αφτός ο τόπος, κι αν ακόμα βρισκότανε στη Σκυθία, όπου σπάνια ξεμυτίζει ο γήλιος ανάμεσ΄ από μάβρα σύνεφα και πάνου σ΄ άλιωτα χιόνια, πάλε θα ΄τανε ο καλύτερος απ' όλους, γιατί το θέλ' η καρδιά σας. Είναι η πατρίδα. Δικιά σας η πατρίδα, μα τίποτα δικό σας μέσα σ' αφτήνε: χωράφια και παλάτια, καράβια και χρήμα, θεοί κ΄ εξουσία, σκέψη και θέληση -όλα ξένα! ... Και όταν βυθίζετε το μάτι σας πέρα στο γαλάζιο πέλαγος, οπού πάνε κ΄ έρχονται καΐκια και φρεγάδες κουβαλώντας από το στόμα του Νείλου κι απ΄ τον Κιμμέριο Βόσπορο κι απ΄ τις Ηράκλειες στήλες σιτάρι, χάλκωμα, μετάξι και γυναίκες, περηφανέβεστε, πως είναι δικά σας, γιατί ΄ναι «εθνικά!» Και κανένας δε συλλογάται, πως όλα τ' αγαθά μαζέβονται σε λίγα χέρια. Ατζέμηδες, Μοραίτες, Θηβαίοι και Κορθιανοί σας σκοτώνουνε μια φορά οι ξένοι με τα χέρια τ΄ αδερφικά σας σφίγγουνε το καρύδι του λαρυγγιού σ΄ όλη σας τη ζωή και σας δολοφονούνε κάθε μέρα. Όχι μονάχα τίποτα δικό σας γύρα, μα κι όλος ο εαφτός σας κ΄ η ψυχή σας είναι δικά τους». 

Ύστερα θα πήγαινα στα νταμάρια της Πεντέλης, στις μίνες του Δασκαλειού και του Λάβριου, στους ταρσανάδες του Περαία, στις φάμπρικες, που φκιάνουνε σκουτάρια και λουρίκια του πολέμου -στους δούλους! Θα κατέβαινα στ΄ αμπάρια των καραβιών, όπου χιλιάδες σκεβρωμένοι κουπηλάτες (άσπρα μαλλιά, μέτωπα καμένα με το πυρωμένο σίδερο) βροντάνε ρυθμικά τους χαλκάδες τους και ξεφωνίζουν από τα χτυπήματα του βούρδουλα, σαν τύχει και λιγοθυμίσουν από την κούραση, θα πήγαινα στα μεγάλα τσιφλίκια, σαν του Αλκιβιάδη στον Κουβαρά, όπου ζεμένοι με τα καματερά οργώνουνε τα κατσάβραχα και τα πουρνάρια, θα πήγαινα στην Ακρόπολη, στη Ραμνούντα, στα Κούντουρα, στις Κάβο Κολόνες, όπου σηκώνουνε με τα χέρια τους στον αψηλό ουρανό τους μαρμαρένιους κολοσσούς του πνέματός σας, τους Παρθενώνες. Και θαν τους έλεγα: 

«Θρακιώτες, Ασιάτες, Αφρικανοί και Σκύθες και Ρωμιοί! Οικέτες, θεράποντες, επιστάτες, παιδαγωγοί, τσογλάνια. Μαντινούτες του γυναικωνίτη κι άγιες πόρνες των θεών και των ανθρώπων. Σκλάβοι δημόσιοι και σκλάβ΄ ιδιωτικοί. Η ξετσίπωτη φιλοσοφία δασκαλέβει, πως είσαστε γεννημένο σκλάβοι. Μα μήτε οι θεοί μήτε κ' η φύση διατάξανε το σπέρμα του πατέρα σας να σας γεννήσει τέτιους. Η τύχη σάς έκανε κι η συνήθεια σάς αποτέλειωσε. Είσαστε σκλάβοι εσείς, για να μαστ' εμείς οι λέφτεροι. Σηκώστε το κεφάλι και κοιτάχτε τον ανοιξιάτικο ουρανό. Έχετε ξεχάσει το βάθος και το χρώμα του. Στην πατρίδα σας όμοια γελάνε τ΄ ακρογιάλια κι αστροβολάνε κάμποι και γήλιος. Κάποτες είσαστε και σεις λέφτεροι κι άδικοι, για να γίνετ΄ εδώ σκλάβοι κι αδικημένοι -σεις, οι προγονοί σας, αδιάφορο! Είσαστε το μεγάλο ψυχομέτρι. Νιώστε τη δύναμη σας κ΄ ενωθείτε με τους αδικημένους λέφτερους. Να σηκώσετε μοναχά τα σφυριά, τα δρεπάνια, τα πελέκια, τα κρικέλια σας και θα γίνει κουρνιαχτός ολάκερ΄ η δημοκρατία των «αρίστων». Να τους πάρετε τ΄ αγαθά και να τους βάνετε να δουλέβουνε, για να τρώνε». 
-«Και να καθόμαστ΄ εμείς», θ΄ απαντούσανε μερικοί μαθημένοι να σέρνονται σα ραγιάδες στην κοιλιά μπροστά στους δυνατούς και να ξεκοιλιάζουνε τους αδύνατους. 
-«Όχι», θα φώναζα εγώ. «Θα δουλέβουνε κ΄ αφτοί και σεις. Κοινή δουλειά, κοινά τ΄ αγαθά κι η λεφτεριά...» 
-«Αμ τότες ας λείπει τέτια λεφτεριά. Δε μας κάνει...» 
-«Μην πειράζεστε! Σαν έρτει κείν' η ώρα, θα μπείτε σε δρόμο να γίνετε άνθρωποι» να λυτρώσετε, θέλοντας και μη, το σώμα σας, την ψυχή σας και το πνέμα σας». 
-«Ποιοι, μωρέ, θα μας βάλουνε σε δρόμο;» πάλε θα ξεφωνούσανε. 
-«Οι Σκύθες!». 

Jean-Francois-Pierre Peyron – “Death of Socrates” – Statens Museum for Kunst, Copenhagen

Μια βροντερή φωνή πετάχτηκε ξαφνικά, σα ρουκέτα: «Τέλειωσε το νερό!» Είταν ο κλητήρας. Οι δικαστάδες τινάχτηκαν άπανον μ΄ ορμή ξεφωνίζοντας και βλαστημώντας και τρέξαν όλοι πατείς με πατώ σε κατά την πόρτα. Δεν είτανε πυρκαϊά. Δεν είτανε σεισμός. Τρέχανε, στριμωγνόντανε, χτυπιόντουσαν αναμεταξύ τους ποιος θα πάει πρώτος στο ταμείο να πάρει το μιστό του! Ακόμα κ΄ οι κλητήρες ορμήσανε κατά την πόρτα για την ίδια δουλειά κι αφήσανε το Σωκράτη μοναχό του πάνου στο βήμα να πικρογελά. Και κείνος, με την παντοτινή του γαλήνη στην ψυχή και στο πρόσωπο, κατεβαίνοντας από το βήμα παρακάλεσε τον Πλάτωνα, που στεκότανε σαστισμένος εκεί κοντά, να τον οδηγήσει στη φυλακή: «Δεν ξέρω, καημένε, μήτε που βρίσκεται μήτε κι από ποιο δρόμο πάνε!» 

(Κ. Βάρναλης, Η αληθινή απολογία του Σωκράτη, Κέδρος)


«Λεύτεροι πολίτες δικιά μας η πατρίδα, μα τίποτα δικό μας μέσα σ’ αυτήν, όλα ξένα»… 

Πόση αισιοδοξία χωράει άραγε....

"Όσο
 αιρετικό κι αν ακούγεται ο Σωκράτης του Βάρναλη δεν είναι καθόλου αισιόδοξος. Ακόμα κι όταν οι μάζες πειστούν πως μπορούν ν’ ανατρέψουν «το του κρείττονος συμφέρον», να «μη νογάνε και να κάνουνε ότι συμφέρνει στους Λύκους», ακόμα και τότε δεν θα είναι από μόνοι τους ικανοί να κατακτήσουν τα μέγιστα αγαθά της ισότητας και της ελευθερίας, αλλά «για να μπουν σε δρόμο» θα χρειαστούν τη βία και τον καταναγκασμό των Σκυθών. 

Ο Βάρναλης χρησιμοποιεί το Σωκράτη σαν όχημα. Δεν είναι όμως ούτε πιο έξυπνος ούτε πιο κοινωνικά ωφέλιμος. Απλώς έχει μεγαλύτερη ιστορική γνώση από το Σωκράτη.

Ο Βάρναλης διαλογίζεται
 με τον ήρωά του σαν ταλαντούχος συγγραφέας, δεν τον μετατρέπει σε πράκτορά του, σε ευτελή αχθοφόρο ιδεολογημάτων. Το παιχνίδι είναι τίμιο. Ο Σωκράτης-Βάρναλης έχει συγγραφική αδεία, το χρόνο να ανατρέψει τη φιλοσοφία του και να καταθέσει αυτά που θα’κανε αν ζούσε. Όλα τα στοιχεία του σωκρατικού μυαλού και ψυχισμού, επιτρέπουν μια τέτοια ιστορική φαντασία. Γι αυτό και η «Αληθινή Απολογία του Σωκράτη» δεν είναι αδιάφορη ομιλία μπροστά σε κομματική ομάδα. Γι αυτό και δεν ξέρω αν αυτή η ψεύτικη απολογία, δεν είναι πράγματι και η πιο αληθινή από όσες έχουν γραφτεί μέχρι σήμερα." 


(Χρίστος Σιοπαχάς, σκηνοθέτης της παράστασης "Η Αληθινή Απολογία του Σωκράτη", Εθνικό Θέατρο,1987



Χρήστος Καλαβρούζος, Εθνικό Θέατρο 1987, "Η Αληθινή Απολογία του Σωκράτη"


Ο Σωκράτης τραγικός ήρωας

"Ο Σωκράτης της Απολογίας του Βάρναλη είναι κατά κάποιο τρόπο ένας τραγικός ήρωας, που ανακαλύπτει το πραγματικό νόημα της ζωής λίγο πριν θανατωθεί. Και το νόημα αυτό είναι, όχι η άρνηση της ζωής αλλά η παραδοχή της σαν της μόνης πραγματικότητας, όχι η απομάκρυνση από τη ζωή αλλά η σωστή τοποθέτηση μέσα σ’ αυτήν.

Και η τραγική αντίφαση που συνθλίβει αλλά και εξυψώνει το Βαρναλικό Σωκράτη, βρίσκεται στο ότι εκείνο που, ως ένα βαθμό, τον οδηγεί στο θάνατο είναι η ανακάλυψη του σωστού νοήματος της ζωής, που τον φέρνει σε μια ριζική σύγκρουση με το περιβάλλον του.

(Από ομιλία του Τίτου Πατρίκιου για τα πενηντάχρονα του έργου του, Ο πεζογράφος Κ. Βάρναλης, Κέδρος, 1957)

Από το πρόγραμμα της παράστασης, ψηφιοποιημένο αρχείο του Εθνικού Θεάτρου )


Ο θάνατος του Σωκράτη, Jean-François-Pierre Peyron 


«Από την καβαλίνα του δρόμου στην κορφή της διπλανής ροδακινιάς». 
Φίλε Βάρναλη, 

24/3/32

[……] Η αρχαιογνωσία σου όσο κι αν είναι ανακατεμένη με τη σάτιρά σου ξεμυτίζει αξιόλογη. Διαβάζοντάς σε σημείωσα στο περιθώριο κάπου : Η αρχαιογνωσία μαζί με την κοροϊδία χορεύουν τον καρσιλαμά. 

Α! η κοροϊδία! της απευθύνεις καλέσματα συγκινητικά. Είναι η Μούσα σου. Ο υπαινιγμός κι ο αναχρονισμός. Συγχρονίζονται. Δυο θεράποντες του τεχνίτη υπάκουοι κάνουν ένα επαναστατικό δαιμόνιο. Κάνουν το Σωκράτη, από αρχαίο μοντέρνο, χωρίς μήτε του αρχαϊσμού να κακοφαίνεται μήτε ο μοντερνισμός να ζημιώνεται. Προστατεύει και τους δυο ο λυρισμός. Ο καημένος ο ποιητής, όπου ανακατευθή, ξέρει και συγυρίζει. Μας δίνεις μιαν αυτοψυχογραφία του φιλόσοφου διασκεδαστικώτατη. Και μας θυμίζεις, πως όσο κι αν ο Σωκράτης βουτήχτηκε στη διαλεχτική, όσο κι αν την έπολέμησε τη σοφιστική — σοφιστής κι αυτός, όσο κι αν είναι η συνείδηση του Πλάτωνα — είναι ο Σωκράτης εκείνος, που αγαλματοποιός στα νιάτα του, μας έδωκε τις Χάριτες. Μου φτάνουν. 

Η κοροϊδία. Η κοροϊδία σου. Παιγνίδι και τέχνη. Γιατί τέτοια είναι και η Τέχνη. Μαζί ιεροτελεστία και ξεσυνέρισμα. Με την ελευθερία της, απόλυτη, συνταιριάζει και τα δυο. Μήτε που μπορείς χωρίς ελευθερία να τη φανταστείς.

Είναι μια φράση σου : «Από την καβαλίνα του δρόμου στην κορφή της διπλανής ροδακινιάς». Τέτοιος είναι ο δρόμος σου και τα τριγυρίσματά σου. Δε σε ταράζουν τ' ακάθαρτα του δρόμου, γιατί λυτρώνεσαι στην κορφή της ροδακινιάς. Αλλά κακοσυνηθισμένος, από την κορφή ξαναγυρίζεις στη λάσπη.

Με τα γραμμένα σου μου φαίνεται, πως δυο κλίκες ζεσταίνεις, εκείνους, που θέλουνε να σ' αφορίσουν, κ' εκείνους, που θα ζητάνε να σε φιλήσουν. Είναι και μια τρίτη, που τα αισθάνεται και τα δυο διαβάζοντάς σε, όσο κι αν τέτοιο αίσθημα μπερδεύει.[……]

Κωστής Παλαμάς




2 σχόλια:

  1. Ευχαριστώ, καλή μου!!! Και όπως είπαμε ανάλαφρη και καλοκαιρινή.... για το πλατύ κοινό.......

    ΑπάντησηΔιαγραφή