Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

Η γλώσσα δεν είναι σπουδή λέξεων αλλά μελέτη ανθρώπων, Δ. Σολωμός, Διάλογος

File:Dionysios Solomos - Google Art Project.jpg
Δ. Σολωμός, Μουσείο Μπενάκη 

Την πνευματική ελευθερία η μεγαλοφυία του Σολωμού την άγγιξε και την διαλάλησε στο «Διάλογό» του με το φίλο του σοφολογιότατο, πάνω στο συσχετισμό ελευθερίας και γλώσσας: 

«Μήγαρις έχω άλλο στο νού μου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα; Εκείνη άρχισε να πατεί τα κεφάλια τα τούρκικα, τούτη (η γλώσσα) θέλει πατήσει ογλήγορα τα σοφολογιοτατίστικα».
«... Και έπειτα αγκαλιασμένες και οι δυό εις τον δρόμον της δόξας, χωρίς ποτέ να γυρίσουν οπίσω αν κανένας σοφολογιότατος κρώζει η κανένας Τούρκος βαδίζει, διατί διά με είναι όμοιοι και οι δύο».

Στο θέμα της γλώσσας ο Σολωμός δεν είναι απλά ο τολμηρός πρόδρομος του Ψυχάρη. Είναι ο φωτερός οδηγός όλου του κινήματος του δημοτικισμού, ως κινήματος ελευθερίας:

«Εσύ μιλείς διά ελευθερία; - λέγει ο ποιητής στον σοφολογιότατο - εσύ όπου έχεις αλυσωμένον το νού σου από όσες περισπωμένες εγράφησαν από την εφεύρεσιν της τυπογραφίας έως τώρα, εσύ ομιλείς διά ελευθερία;».

Ο  ποιητής συνδέει την έννοια της ελευθερίας, όχι με την τυπική έννοια της γλώσσας, αλλά με την ευρύτερη έννοια της, ως μέσου διαφωτισμού του λαού, ως μέσου δηλαδή γιά την απολύτρωση του από το σκοτάδι της αμάθειας. Ετσι, και μόνος ο «Διάλογος» του Σολωμού θά αρκούσε γιά ν’ αναγνωριστεί ο ποιητής ως πολύ μεγάλος Ελληνας. Ο «Διάλογος» του είναι ένας φιλιππικός, γεμάτος αλήθεια, ζωντάνια, αγανάκτηση, ορμή και άπλετο φως:

Ποιητής:...«Σοφολογιότατε, αυτά είναι τα μαθήματα που τους δίνετε και θέλετε να τους φωτίσετε! Τότε κάνει να τους φωτίσετε και με μιά φούχτα στάχτη στα μάτια. Σας δίνω όμως την είδησιν οτι ετελείωσε το βασίλειόν σας εις την Ελλάδα, με των Τούρκων το βασίλειον. Ετελείωσε και ίσως αναθεματίσετε την ώρα της Επαναστάσεως...».

Και ο ποιητής συνεχίζει τον φιλιττπικό του κατά των σκοταδιστών:

«... Αλλη έγνοια δεν έχετε παρά να διακονεύετε λέξες με τα κεφάλια σας, και τα κεφάλια σας είναι άλαλα και ξερά, ωσάν τα κρανία που κοιμούνται στα χώματα»

Και συνεχίζει με μιά κεραυνωτική οργή: 

«... Κοράκοι όλοι κοράκοι αληθινοί και χειρότεροι από τον κόρακα, οπού βγήκε από την κιβωτό και εθρεφόταν από τα λείψανα, όπου είχε αφήσει ο κατακλυσμός του κόσμου...».

Με αυτή την ορμή και αγανάκτηση πολεμούσε ο Σολωμός τους σοφολογιότατους, οι οποίοι προσπαθούσαν να τυφλώσουν το Γένος με την καθαρεύουσα τους, τους τόνους και τα πνεύματα της. Αγωνιζόμενος γιά τη γλώσσα καθαγίαζε ταυτόχρονα ενα μέρος της πνευματικής ελευθερίας. Η βαθύτερη ιδέα που κρύβει ο «Διάλογος» βρίσκεται στην περίφημη φράση του ποιητή:


«Υποτάξου πρώτα στη γλώσσα του λαού κι αν είσαι αρκετός (άξιος), κυρίεψε την».

ΠΟΙΗΤΗΣ: Σοφολογιότατε, τες λέξες ο συγγραφέας δεν τες διδάσκει, μάλιστα τες μαθαίνει από του λαού το στόμα· αυτό το ξέρουν και τα παιδιά.

ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: Γνωρίζεις τα [αρχαία] Ελληνικά, Κύριε; τα γνωρίζεις, τα εσπούδαξες από μικρός;

ΠΟΙΗΤΗΣ: Γνωρίζεις τους Έλληνας, Κύριε; τους γνωρίζεις, τους εσπούδαξες από μικρός; 


ΠΟΙΗΤ.  Κάθε γλώσσα πρέπει εξ ἀνάγκης να έχη λέξεις απὸ άλλες γλώσσες· Και η ευγένεια των γλωσσών είναι ωσάν την ευγένεια των ανθρώπων· ευγενής εσύ, ευγενής ο πατέρας σου, ο πάππος σου ευγενής, αλλά πηγαίνοντας εμπρός βρίσκεις βέβαια τον άνθρωπον οπού έπαιζε τη φλογέρα του βόσκοντας πρόβατα. 


 






Ο Σολωμός, η γλώσσα, η ελευθερία

Η γλώσσα για το Σολωμό δεν είναι υπόθεση της σοφίας, όπως ο μεγάλος Σηκωμός στις ημέρες του δεν έγινε με τα βιβλία. Η γλώσσα φύεται απάνου στη ρέουσα αίσθηση του παρόντος.

 Η γλωσσική μνήμη υποταγμένη στη γλωσσική ορμή συντάσσει το παρελθόν και το μέλλον του λαού στον πνευματικό άκμονα του παρόντος και σφυρηλατεί τη φόρμα της γλώσσας απάνου στη ροή της ζωής. Η γλώσσα δε μαθαίνεται με τη σπουδή των λέξεων αλλά με τη μελέτη των ανθρώπων. Όταν ο κούφιος σοφός ερωτάει το Σολωμό καταφρονητικά :

γνωρίζεις τα ελληνικά, κύριε; 

Ο ποιητής με κυριαρχημένη οργή απαντάει αντιρωτώντας: 

γνωρίζεις τους Έλληνας, κύριε; 

 Η διαφορά ανάμεσα στις δυο ερωτήσεις είναι η διαφορά ανάμεσα στο βαφτίσι και στο μνημόσυνο. Ο ποιητής βλέπει τη γλώσσα στο ζωντανό σώμα του παιδιού, το αποθεμένο στο μυστήριο της αύξησης. Ο κούφιος σοφός σπουδάζει τη γλώσσα κολυμπώντας στη φορμόλη και καμακίζοντας πτώματα. 

Ετούτος πελαγωμένος σε συλλογισμούς και σε κρίσεις πασπατεύει ένα φόρεμα δίχως σώμα, σαν το σκιάχτρο των ξωμάχων. Ο ποιητής όμως προσηλωμένος στο επέκεινα των τύπων σκύβει απάνου στον παλμό της γλώσσας, σαν τις λαβωματιές των ηρώων:

 άμε ναύρης τους πολεμάρχους, ψηλάφησέ τους τες λαβωματιές, και πες τους ότι πρέπει να τες λεν τραύματα· άμε ναύρης τον ασπρομάλλη, ο οποίος θυμάται πόσον αίμα μας ερούφηξεν ο Αλής, και ῾πες του με τι λόγια πρέπει να παρασταίνη βρέφη, παρθένες, γέροντες αδικοσκοτωμένους εξήντα χιλιάδες· 

Για το Σολωμό υπόθεση του γλωσσολόγου, που δεν τον οιστρηλατεί το δημιουργικό πνεύμα του λόγου, είναι το ρούχο μονάχα της γλώσσας. Που το κρεμάς στο καρφί ή το ξετάζεις με κρυάδα στο σάβανο. Το σώμα της όμως, που κάθε στιγμή κινδυνεύει και σφύζει και παθαίνεται, είναι καημός και κατανυχτικό μεράκι του ποιητή. 

Το να διατρέξει κανείς ολόκληρο το ποτάμι της γλώσσας, ωσότου ξεπερνώντας την ειδή να φτάσει στην ιδέα της κι ύστερα μπιστικά να πιάσει ερωτικό αλισβερίσι μαζί της, είναι ιστορία κινδύνου και τόλμης και χάρης. Μόνο με άλματα πράξης και τη δαπάνηση της προσωπικής ζωής καλύπτονται τέτοια δαιδαλικά και βαθυκύανα διαστήματα. 

Κι όσοι στοχάζονται να τα διοδέψουν με τη μελέτη μόνο και τη σπουδή ομοιάζουν εκείνους τους μωρούς, που καταπονιούνται να μετρήσουν τα βουνά με της ελιάς το φύλλο. Ο Σολωμός θα κάμει την αδυσώπητη διάκριση ανάμεσα στο συλλογισμένο τολμητία, τον ποιητή του τραγουδιού της ζωής, που όμως συνεχώς ψιθυρίζει:

μου πονεί η ψυχή μου,

και τον ασυλλόγιστο λογοκόπο, το σοφό και το λόγιο της γλώσσας των χοιρογρυλλίων: 

διαβάζω: σοφολογιώτατος, και γελώ δια χρόνους.

Εξ αιτίας αυτής της επικίνδυνης αφής των πηγών της γλώσσας, ο Σολωμός ένοιωθε στενεμένος ολοζωής, ποτέ με τη γλώσσα να μη προχωρεί και πάντα να ματαρχινάει. Η σταθερά του non finitο σε όλα τα έργα του φανερώνει, πως ουδέποτε ξεμάκρυνε από τους παγετούς του γλωσσικού Καυκάσου. Τιμωρία αντάξια για ένα δώρο, που έφερε στους έλληνες, μεγάλο σαν το φως.

σύρε και φέρε εκείθε δώρο την Αλήθεια στις πονεμένες μας ψυχές.

Ο αγώνας του Σολωμού για τη γλώσσα έχει τα γνωρίσματα του πολέμου. Η ένταση, που ξεπερνάει την πρωτοτυπία, και η σύλληψη, που ανοίγεται στο δέος του δράματος, μεταβάλλει την ειδική στάση σε γενική επανάσταση. Μέσα από το άτομο περνάει ο λαός του. 

Αίας μαστιγοφόρος ο ποιητής θέλει να επικαλεσθεί τον ήλιο, να μαρτυρήσει το δίκιο του για τη γλώσσα, όπως ακριβώς και ο Ρήγας από τον ήλιο εζήτησε να μαρτυρήσει τα πάθη του για την ελευθερία. Την ελευθερία την αναγνωρίζει από την κόψη του σπαθιού, όπως και για τη γλώσσα βαστάει στο χέρι του το σπαθί. 

Εκείνη βγαλμένη από τα κόκκαλα του λαού θα αναγεννήσει την ασφάλεια της πολιτείας, ετούτη όντας η vox populi θα καθιδρύσει την ομορφιά της ζωής:

και οι δύο αγκαλιασμένες θέλει προχωρήσουν εις το δρόμο της δόξας.


Δ. Λιαντίνης, Χάσμα Σεισμού, Ο φιλοσοφικός Σολωμός, σσ. 11-17(αποσπάσματα)
εκδόσεις "Πανεπιστημίου Αθηνών", Αθήναι 1985



Του λείπανε  οι λέξεις; 

 Ένας λαϊκός θρύλος στη Ζάκυνθο θέλει το Σολωμό  να ''αγοράζει'' λέξεις, πληρώνοντας τους Έλληνες για κάθε νέα λέξη που του έλεγαν. Το ωραιότερο και πλέον δύσκολο πλάνο της βραβευμένης με Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες (1998) ταινίας του Θόδωρου Αγγελόπουλου ''Μια αιωνιότητα και μια μέρα'' (δ/ση φωτογραφίας Αντρέας Σινάνος).



Αυτή η βαθειά ταύτιση του Σολωμού με την οσμή του χώματος και τη μνήμη των αιμάτων εγέννησε την ατόφια ελληνική του ποίηση. Ο Σολωμός ήταν ορισμένος και στενεμένος από την ίδια τη φύση του να γράψει ποίηση στην ελληνική γλώσσα και για την Ελλάδα μόνο. Οι συνθήκες της ζωής του ημπορεί να τον έφεραν στην Ευρώπη και κατά τούτο ν' ανήκει στην τάξη των μεγάλων μας εξόριστων, όπως είναι ο Κάλβος και ο Καβάφης. Αλλά τούτο είναι μια σύμπτωση, που δεν φτάνει να κλείσει το Σολωμό σ' αυτήν την ομοταξία, όπως θέλει ο Σεφέρης. Ο Σολωμός δεν ετίμησε τις ξένες λογοτεχνίες σαν τό Foscolo και το Moreas, κι ούτε θα γινόταν να τις τιμήσει. Την κιβωτό του, φτωχή ή πλούσια τίμια πάντως, την έστησε σε ατόφιο ελληνικό στυλοπόδι. 

Το γεγονός ότι αφήκε κομματιασμένο το ποιητικό του σώμα δεν οφείλεται ούτε στη διγλωσσία ούτε στην άγνοια της ελληνικής γλώσσας. Εάν τα ιταλικά του κείμενα είχαν την αξία του Κρητικού ή του Διάλογου, τότε δεν θα ήταν παρά ένας μέτριος στιχοπλόκος, που η κατάταξή του στα ιταλικά γράμματα θάδινε το μέτρο της ποιητικής του αξίας.

Η θέση του προβλήματος δεν έτέθηκε σωστά άπό τό Γιώργο Σεφέρη. Γιατί τό κέντρο του δεν ευρίσκεται στο γιατί ο Σολωμός έγραψε στην ιταλική μόνον ολοκληρωμένα ποιήματα και στην ελ-ληνική μόνον αποσπασματικά. Η ουσία του προβλήματος ευρίσκεται στο γιατί τα άρτια ιταλικά ποιήματα είναι συμβατικά και μέτρια, ενώ τα ελληνικά αποσπάσματα είναι τα μαρμαρύσσοντα δείγματα μιας ποιητικής μεγαλοφυίας. Η αίτια αυτού του παράδοξου είναι όχι ο γλωσσικός αλλά ο αισθητικός του αγώνας. Και η αισθητική του Σολωμού είναι συνάρτηση της κοσμοθεωρίας του. Και την κοσμοθεωρία του την έσκιαξαν τα μαύρα μηνύματα του καιρού του. 

Την απόδειξη ότι η ευθύνη για το αποσπασματικό δεν πέφτει στη γλώσσα, την αποτελεί το γεγονός ότι και στην ελληνική έγραψε ολοκληρωμένα ποιήματα - π.χ. οι δύο Ύμνοι και η Φαρμακωμένη. Άλλά τα ολοκληρωμένα ελληνικά του κατά κανόνα δεν είναι καλύτερα από τα ακέραια ιταλικά του τα αδιαβάθμητα.

Είναι λάθος και κρίμα να εξαντλιέται το ασύνορο της τραγικής αγωνίας του Σολωμού στα σύνορα του γλωσσικού του αγώνα. Πρόσθετη απόδειξη ότι ό Σολωμός συμπτωματικά ανήκει στην τριάδα των εξόριστων είναι η απόλυτη διάκρισή του από τους δύο άλλους, όσον αφορά στη σχέση και των τριών με την Ελλάδα σαν τόπο κατοικίας και με το δημοτικό τραγούδι σαν πηγή ευφορίας. 

Ούτε ο Κάλβος ούτε ο Καβάφης έχουν ομολογίες στην Τράπεζα της δημοτικής παράδοσης. Και αναφορικά με τον τόπο διαβίωσης ο Κάλβος έζησε το πέμπτον του αιώνος πρώτα και το έκτον ύστερα σε ξένη γή, ενώ ο Καβάφης επισκέφτηκε την Αττική σαν τούς Ιάπωνες τουρίστες. Ο Σολωμός όμως από τότε που εγύρισε στην Ελλάδα —και εγύρισε έφηβος ακόμη— έρριξε άγκυρα «στα σκεπά», και δεν άφηκε το χώμα του περισσότερο απ' ότι άφηκε ο Σωκράτης την παλαίστρα και την αγορά:

άλλ' έλάττω έξ αυτής απεδήμησας ή οί χωλοί τε καί τυφλοί καί οί άλλοι ανάπηροι.


Δ. Λιαντίνης, Χάσμα Σεισμού, Ο φιλοσοφικός Σολωμός, σσ 44-45
εκδόσεις "Πανεπιστημίου Αθηνών", Αθήναι 1985


Το σπίτι του Διονυσίου Σολωμού στο λόφο του Στράνη.
Φωτ. Σ.Σ. Από ένα ταξίδι στη Ζάκυνθο τον Οκτώβρη του 1997 με τον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο και τη Μαρούσα Θωμά για το περιοδικό Εικόνες του Κόσμου. Πηγή: www.lifo.gr


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου