Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

Διονύσιος Σολωμός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι



Διονύσιος Σολωμός - Εργοβιογραφικό σημείωμα


Ο ποιητής Διονύσιος Σολωμός (1798-1857) αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ελληνικής καταγωγής αλλά γεννημένος σε ένα γεωπολιτικό μεταίχμιο, στη Ζάκυνθο του 19ου αιώνα, θα ζήσει όλη του τη ζωή μακριά από το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος, ως γάλλος και στη συνέχεια άγγλος πολίτης του πολυπολιτισμικού και πολύγλωσσου περιβάλλοντος των Επτανήσων (τα οποία πέρασαν διαδοχικά από την μακραίωνη κυριαρχία της Βενετίας, στη Δημοκρατική Γαλλία, υπό την εποπτεία της ρωσοτουρκικής συμμαχίας και στην κυριαρχία της Αγγλίας, πριν ενωθούν τελικά με την Ελλάδα το 1864). 

Δίγλωσσος (ιταλικά-ελληνικά) από την παιδική του ηλικία, ο Σολωμός θα ξεκινήσει και θα κλείσει την ποιητική του σταδιοδρομία ως Ιταλός ποιητής αλλά θα είναι η επιλογή του γράψει σε ελληνική γλώσσα αυτή που θα τον καταξιώσει ως ποιητή, καθιστώντας τον έναν από τους πιο σημαντικούς Έλληνες ποιητές και δίνοντάς του τον τιμητικό τίτλο του εθνικού ποιητή της Ελλάδας. 

Στον σύντομο κύκλο της ζωής του και μέσα από το σχετικά μικρό και συχνότατα ανολοκλήρωτο έργο του ο Σολωμός θα κατορθώσει –χάρη στην παιδεία του, την ευαισθησία του και την ποιητική ευφυΐα του– να διαμορφώσει τη νεοελληνική ποιητική γλώσσα και να συνθέσει την ελληνική παράδοση σε μια καινούρια ενότητα με μια καινούρια τέχνη.







Η ηρωική έξοδος του Μεσολογγίου - τα γεγονότα 


Τρία χρόνια μετά την αποτυχημένη απόπειρα κατάληψης του Μεσολογγίου από τους Κιουταχή και Ομέρ Βρυώνη, ο Σουλτάνος επανήλθε με νέο σχέδιο. Ανέθεσε και πάλι στον νικητή της Μάχης του Πέτα, Κιουταχή, να καταλάβει την πόλη, συνδυάζοντας αυτή τη φορά την επιχείρηση με την εκστρατεία του Ιμπρήμ στην Πελοπόννησο. Με μια πανίσχυρη στρατιά 20.000 ανδρών, ο Κιουταχής ξεκίνησε από τα Τρίκαλα στα τέλη Φεβρουαρίου του 1825 και στις 15 Απριλίου 1825 έφθασε προ του Μεσολογγίου.

Αμέσως άρχισε την πολιορκία της πόλεως, η οποία μπορεί να χωρισθεί σε δύο περιόδους: α) 15 Απριλίου έως 12 Δεκεμβρίου 1825 και β) 25 Δεκεμβρίου 1825 έως τις 11 Απριλίου 1826. Χωρίς σημαντική βοήθεια από τους υπόλοιπους Έλληνες, λόγω του εμφυλίου πολέμου και έχοντας να αντιμετωπίσουν υπέρτερες εχθρικές δυνάμεις, οι 12.000 ψυχές του Μεσολογγίου αντιστάθηκαν καρτερικά επί ένα χρόνο. Την οργάνωση της άμυνας ανέλαβε τριμελής επιτροπή υπό τους Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο, Δημήτριο Θέμελη και Γεώργιο Καναβό.

Το φρούριο της πόλεως μετά την πρώτη πολιορκία είχε βελτιωθεί, κατόπιν των προσπαθειών του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, του Βύρωνα και του μηχανικού Μιχαήλ Κοκκίνη. Η τάφρος έγινε βαθύτερη, ο μικρός περίβολος ενισχύθηκε με πύργους και πολύγωνα προτειχίσματα, πάνω στα οποία τοποθετήθηκαν 48 τηλεβόλα και 4 βομβοβόλα. Η νησίδα Βασιλάδι, μεταξύ της λιμνοθάλασσας και της θάλασσας, έγινε ένα είδος προκεχωρημένου οχυρού. Εκεί τοποθετήθηκαν 6 πυροβόλα και συγκεντρώθηκαν 2.000 γυναικόπαιδα για να μην επιβαρύνουν τη φρουρά της πόλης. Εντός του Μεσολογγίου υπήρχαν 10.000 άτομα, εκ των οποίων 4.000 άνδρες, άριστοι πολεμιστές από την Ήπειρο και την Αιτωλοακαρνανία και ακόμη 1.000 άνδρες, δυνάμενοι να φέρουν όπλα.




Κατά την πρώτη φάση της πολιορκίας (15 Απριλίου-12 Δεκεμβρίου 1825) το Μεσολόγγι πολιορκήθηκε μόνο από τις δυνάμεις του Κιουταχή. Οι επιθέσεις τους συντρίβονταν εύκολα ή δύσκολα από τους υπερασπιστές της πόλης. Εξάλλου, ο από θαλάσσης αποκλεισμός δεν ήταν ισχυρός και επανειλημμένως διασπάσθηκε από τον στόλο του Μιαούλη, ο οποίος ενίσχυε με πολεμοφόδια και τρόφιμα τους πολιορκούμενους. Στις 24 Ιουλίου, 1000 ρουμελιώτες πολεμιστές υπό τον Γεώργιο Καραϊσκάκη ανάγκασαν τον Κιουταχή να αποσύρει τις δυνάμεις του στις υπώρειες του όρους Ζυγός, χαλαρώνοντας την πολιορκία του Μεσολογγίου. Αλλά και ο τουρκικός στόλος, παρενοχλούμενος από τον ελληνικό, αναγκάσθηκε να ζητήσει καταφύγιο στην αγγλοκρατούμενη Κεφαλληνία.

Στις 5 Αυγούστου ο Κίτσος Τζαβέλλας, επικεφαλής δυνάμεως Σουλιωτών πολεμιστών, εισήλθε στην πόλη, αναπτερώνοντας το ηθικό των πολιορκουμένων. Όμως, στις αρχές Νοεμβρίου, ο κοινός στόλος Τούρκων και Αιγυπτίων αποβίβασε 8.000 αιγύπτιους στρατιώτες κι ένα μήνα αργότερα κατέφθασε στην περιοχή ο Ιμπραήμ που είχε σχεδόν καταστείλει την Επανάσταση στην Πελοπόννησο. Τούρκοι, Τουρκαλβανοί και Αιγύπτιοι αριθμούσαν 25.000 άνδρες, με σύγχρονο πυροβολικό, που διοικούσαν γάλλοι αξιωματικοί. Οι Έλληνες είχαν να αντιπαρατάξουν 4.000 μαχητές.

Στις 25 Δεκεμβρίου 1825 άρχισε η δεύτερη φάση της πολιορκίας του Μεσολογγίου. Όπως και στην πρώτη πολιορκία, πάλι υπήρξε διάσταση απόψεων μεταξύ των δύο πασάδων. Ο αιγύπτιος Ιμπραήμ επεχείρησε με τις δικές του δυνάμεις να καταλάβει το Μεσολόγγι στις 16 Ιανουαρίου 1826. Απέτυχε, όμως, και αναγκάσθηκε να συμπράξει μετά του Κιουταχή. Οι δύο στρατοί κατέστησαν ασφυκτική την πολιορκία με ανηλεή κανονιοβολισμό του Μεσολογγίου και με την κατάληψη των στρατηγικής σημασίας νησίδων Βασιλάδι (25 Φεβρουαρίου) και Κλείσοβας (25 Μαρτίου). Μετά την πτώση των δύο νησίδων, η θέση των πολιορκουμένων κατέστη δεινή, μετά και την αποτυχία του Μιαούλη να διασπάσει τον ναυτικό αποκλεισμό.



Η κατάσταση πλέον μέσα στην πόλη είχε φθάσει σε οριακό σημείο. Τρόφιμα δεν υπήρχαν και οι πολιορκούμενοι (γυναίκες, παιδιά, τραυματίες, γέροντες και μαχητές) σιτίζονταν με φύκια, δέρματα, ποντίκια και γάτες! Υπό τις συνθήκες αυτές, που καθιστούσαν αδύνατη την αποτελεσματική υπεράσπιση της πόλης, αποφασίστηκε σε συμβούλιο οπλαρχηγών και προκρίτων στις 6 Απριλίου η έξοδος και ορίστηκε γι' αυτή, η νύχτα του Σαββάτου του Λαζάρου προς Κυριακή των Βαΐων (9 προς 10 Απριλίου). Τα μεσάνυχτα, σύμφωνα με το σχέδιο, χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες, υπό τους Δημήτριο Μακρή, Νότη Μπότσαρη και Κίτσο Τζαβέλα, με την ελπίδα να διασπάσουν τις εχθρικές γραμμές, επωφελούμενοι από τον αιφνιδιασμό των πολιορκητών. Νωρίτερα είχαν σκοτώσει τους τούρκους αιχμαλώτους, ενώ στην πόλη παρέμειναν τραυματίες και γέροι.

Όμως, το σχέδιο της εξόδου, είτε προδόθηκε, είτε δεν εφαρμόστηκε σωστά κι έτσι οι δυνάμεις του Ιμπραήμ κατέσφαξαν με τα γιαταγάνια τούς μαχητές της ελευθερίας. Στο μεταξύ, μέσα στο Μεσολόγγι είχαν αρχίσει οι σφαγές από τους Τουρκοαιγύπτιους, που είχαν εισβάλει από άλλο σημείο της πόλης.

Σε πολλά σημεία σημειώθηκαν δραματικές σκηνές: ο δημογέροντας Χρήστος Καψάλης, όταν κυκλώθηκε από τους εισβολείς στο σπίτι του, όπου είχαν συγκεντρωθεί τραυματίες, γέροντες και γυναικόπαιδα, έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη, ενώ ο μητροπολίτης Ρωγών Ιωσήφ ανατίναξε τον Ανεμόμυλο, στην τελευταία πράξη αντίστασης, όταν κυκλώθηκε από τους εχθρούς. Το πρωί της 10ης Απριλίου, ανήμερα των Βαΐων, η οθωμανική ημισέληνος κυμάτιζε στα χαλάσματα του Μεσολογγίου.




Οι πληροφορίες για τις απώλειες των Ελλήνων κατά την πολιορκία και την έξοδο είναι αντιφατικές. Πιθανότερο φαίνεται ότι από τους 3.000 που πήραν μέρος στην έξοδο, οι 1.700 έπεσαν ηρωικά μαχόμενοι. Ανάμεσα στους νεκρούς, ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, ο Μιχαήλ Κοκκίνης, ο Αθανάσιος Ραζηκότσικας, ο Νικόλαος Στορνάρης, ο γερμανός εκδότης της εφημερίδας «Ελληνικά Χρονικά» Ιάκωβος Μάγιερ και άλλοι γερμανοί φιλέλληνες. Γύρω στα 6.000 γυναικόπαιδα οδηγήθηκαν για να πουληθούν στη Μεθώνη και στα σκλαβοπάζαρα της Κωνσταντινούπολης και της Αλεξάνδρειας. Οι απώλειες για τους τουρκοαιγύπτιους εισβολής ανήλθαν σε 5.000 άνδρες.

Η Επανάσταση μετά την πτώση του Μεσολογγίου είχε σχεδόν κατασταλεί. Η φλόγα της, όμως, παρέμεινε άσβεστη, καθώς η ήττα μετατράπηκε σε νίκη. Ένα νέο κύμα φιλελληνισμού αναδύθηκε μετά την αμαύρωση του Αγώνα, εξαιτίας του εμφύλιου σπαραγμού. Αυτό με τη σειρά του επηρέασε εμμέσως την ευρωπαϊκή διπλωματία για τα εθνικά δίκαια των Ελλήνων. 



[Πηγή sansimera.gr]




  • Έργο ζωής του Σολωμού, παρέμεινε ανολοκλήρωτο εξαιτίας του αγώνα του ποιητή για αισθητική τελειότητα και έφτασε σε μας σε χειρόγραφα αποσπάσματα - "λυρικές ενότητες" ή "λυρικά επεισόδια", κατά τη γνώμη του Λίνου Πολίτη, εφόσον δεν έχουν αποσπασθεί από κανένα μεγαλύτερο τελειωμένο έργο.
  •  Η σύνθεση περιλαμβάνει τρία Σχεδιάσματα, που το καθένα τους αντιπροσωπεύει όχι μονάχα διαφορετικό στάδιο επεξεργασίας αλλά και διαφορετική ποιητική αντίληψη. Το αρχικό Σχεδίασμα μοιάζει με προφητικό λυρικό θρήνο για την πτώση του Μεσολογγίου. Το δεύτερο αναφέρεται στην ηρωική υπερπήδηση όλων των υλικών και ψυχικών εμποδίων των αγωνιστών και στην υπέρτατη απόφαση της Εξόδου. Το τρίτο αποτελεί μορφική ανάπλαση του δεύτερου με λιτούς, πολύ καλά δουλεμένους, χωρίς ομοιοκαταληξία στίχους.
  • Το οξύμωρο του τελικού τίτλου (προηγούμενοι τίτλοι: το Μεσολόγγι, Αδελφοποιτοί, το Χρέος) αποδίδει την αντίθεση της πολιορκίας των Μεσολογγιτών ως ύλης και της ελευθερίας που διέπνεε το πνεύμα τους.




Oι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι (1977) «σε μορφή λαϊκής λειτουργίας για τραγουδιστές, αφηγήτρια, μικτή χορωδία και ορχήστρα» όπως  αναφέρει ο συνθέτης Γιάννης Μαρκόπουλος. Αφηγήτρια η Ειρήνη Παπά, τραγουδιστές ο Νίκος Ξυλούρης , ο Λ. Χαλκιάς και ο Η. Κλωναρίδης. Συμμετέχει η  Χορωδία Πρεβεζας.



Σχεδίασμα  Α´

I.
Τότες ἐταραχτήκανε τὰ σωθικά μου, καὶ ἔλεγα πὼς ἦρθε ὥρα νὰ ξεψυχήσω· κ᾿ εὑρέθηκα σὲ σκοτεινὸ τόπο καὶ βροντερό, ποὺ ἐσκιρτοῦσε σὰν κλωνὶ στάρι ῾ς τὸ μύλο ποὺ ἀλέθει ὀγλήγορα, ὡσὰν τὸ χόχλο ῾ς τὸ νερὸ ποὺ ἀναβράζει᾿ ἐτότες ἐκατάλαβα πὼς ἐκεῖνο ἤτανε τὸ Μεσολόγγι· ἀλλὰ δὲν ἔβλεπα μήτε τὸ κάστρο, μήτε τὸ στρατόπεδο, μήτε τὴ λίμνη, μήτε τὴ θάλασσα, μήτε τὴ γῆ ποὺ ἐπάτουνα, μήτε τὸν οὐρανό᾿ ἐκατασκέπαζε ὅλα τὰ πάντα μαυρίλα καὶ πίσσα, γιομάτη λάμψι, βροντή, καὶ ἀστροπελέκι· καὶ ὕψωσα τὰ χέρια μου καὶ τὰ μάτια μου νὰ κάνω δέηση, καὶ ἰδοὺ μές᾿ ῾ς τὴν καπνίλα μία μεγάλη γυναίκα μὲ φόρεμα μαῦρο σὰν τοῦ λαγοῦ τὸ αἷμα, ὅπου ἡ σπίθα ἔγγιζε κ᾿ ἐσβενότουνε· καὶ μὲ φωνή, ποὺ μοῦ ἐφαίνονταν πὼς νικάει τὴν ταραχὴ τοῦ πολέμου, ἄρχισε·

«Τὸ χάραμα ἐπῆρα
Τοῦ Ἥλιου τὸ δρόμο,
Κρεμώντας τὴ λύρα
Τὴ δίκαιη ῾ς τὸν ὦμο,
Κι᾿ ἀπ᾿ ὅπου χαράζει
Ὡς ὅπου βυθᾶ,
Τὰ μάτια μου δὲν εἶδαν τόπον ἐνδοξότερον ἀπὸ τοῦτο τὸ ἁλωνάκι.»

II.
Παράμερα στέκει
Ὁ ἄντρας καὶ κλαίει·
Ἀργὰ τὸ τουφέκι
Σηκώνει, καὶ λέει·
«Σὲ τοῦτο τὸ χέρι
»Τί κάνεις ἐσύ;
»Ὁ ἐχθρός μου τὸ ξέρει
»Πῶς μοῦ εἶσαι βαρύ.»
Τῆς μάνας ὢ λαύρα!
Τὰ τέκνα τριγύρου
Φθαρμένα καὶ μαῦρα,
Σὰν ἴσκιους ὀνείρου·
Λαλεῖ τὸ πουλάκι 
῾Σ τοῦ πόνου τὴ γῆ,
Καὶ βρίσκει σπειράκι,

Καὶ μάννα φθονεῖ.



Μουσική: Χ. Λεοντής(Παραστάσεις), Τραγουδά η Τάνια Τσανακλίδου


Σχεδίασμα B΄

1. 
Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει· 
Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι’ η μάνα το ζηλεύει. 
Tα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει· 
Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει: 
«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω γω στο χέρι; 
Oπού συ μούγινες βαρύ κι’ ο Aγαρηνός το ξέρει.» 


Η πείνα (α' βαθμίδα δυσκολιών) - εκφραστικά μέσα που την υποβάλλουν

  • Εικόνα απόλυτης σιωπής, ερημιά, ακινησία, μεταφορική χρήση του στατικού ρήματος βασιλεύει, υπερβατό σχήμα(άκρα του τάφου σιωπή)
  • Συσσώρευση δραστικών ρημάτων, παρήχηση λ, ομοιοτέλευτο(λαλεί πουλί) στο α' ημιστίχιο, αντίθεση χορτάτου πουλιού με την πεινασμένη μάνα στο β' ημιστίχιο που επιτείνει την τραγικότητα.
  • Εικονιστική απόδοση πείνας (μαύρισε τα μάτια), επανάληψη (τα μάτια, στα μάτια), παρήχηση μ.
  • Ρήματα σε ενεστώτα, εξωτερική ακινησία, εσωτερική δραματικότητα/ ένταση, παράμερα = παροπλισμένος, περιθωριοποιημένος
  • Διάλογος, χρήση β΄ προσώπου, προσωποποίηση τουφεκιού, συνεκδοχή(Αγαρηνός), αντίθεση(Σουλιώτης, Αγαρηνός)
  • Η μάνα: εκπρόσωπος των άμαχων πολιορκημένων, τραγική φιγούρα γυναίκας, ανίκανη να λειτουργήσει με την ιδιότητα της μητέρας-τροφού εξαιτίας της πείνας. Βρίσκεται σε κατώτερη μοίρα από το πουλί, υποδεέστερο στην ιεραρχία των όντων, που ωστόσο βρίσκει τροφή και πετά ελεύθερο στο μεσολογγίτικο κάμπο. Σιωπηλά, χωρίς διαμαρτυρία, υπομένει με παθητική αντοχή, σύμφωνη με τη φύση της γυναίκας.
  • Ο Σουλιώτης: εκπρόσωπος των πολεμιστών, αποξενωμένος από την ιδιότητα του αγωνιστή, στο περιθώριο, εξαντλημένος και με τραγική επίγνωση της αδυναμίας του, κλαίει από ντροπή και πληγωμένο φιλότιμο. Ο εχθρός γνωρίζει την αδυναμία του και γρήγορα θα την εκμεταλλευτεί.



2. 

 Tο Mεσολόγγι έπεσε την άνοιξη· ο ποιητής παρασταίνει την Φύση, εις τη στιγμή που είναι ωραιότερη, ως μία δύναμη, η οποία, με όλα τ’ άλλα και υλικά και ηθικά ενάντια, προσπαθεί να δειλιάση τους πολιορκημένους· ιδού οι Στοχασμοί του ποιητή:

 H ζωή που ανασταίνεται με όλες της τες χαρές, αναβρύζοντας ολούθε, νέα, λαχταριστή, περιχυνόμενη εις όλα τα όντα· η ζωή ακέραιη, απ’ όλα της φύσης τα μέρη, θέλει να καταβάλη την ανθρώπινη ψυχή· θάλασσα, γη, ουρανός, συγχωνευμένα, επιφάνεια και βάθος συγχωνευμένα, τα οποία πάλι πολιορκούν την ανθρώπινη φύση στην επιφάνεια και εις το βάθος της. 

 H ωραιότης της φύσης, που τους περιτριγυρίζει, αυξαίνει εις τους εχθρούς την ανυπομονησία να πάρουν τη χαριτωμένη γη, και εις τους πολιορκημένους τον πόνο ότι θα τη χάσουν. 

O Aπρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε, 
Kι’ όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε. 

Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει, 
Kαι μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι, 
Kι’ ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη. 
Kαι μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα, 
Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα, 
Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο· 
Tο σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι’ εκείνο. 
Mάγεμα η φύσις κι’ όνειρο στην ομορφιά και χάρη, 
H μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι· 
Mε χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει· 
Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει. 

Tρέμ’ η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της. 


Sunset in Sun Flower Field, Maryland


Εικόνες της φύσης στο β απόσπασμα (β' βαθμίδα δυσκολιών) — εκφραστικοί τρόποι


  • Προσωποποιημένοι ο Απρίλης και ο Έρωτας, η αναγεννημένη φύση και η δημιουργική δύναμη της ζωής, βρίσκονται σε κίνηση γιορτής-χαράς(συμμετρική διάταξη ουσιαστικών - ρημάτων)
  • Οξεία αντίθεση με την τραγική κατάσταση των πολιορκημένων. Έξω οργασμός χαράς-ελευθερία, μέσα κλοιός πολιορκίας, κίνδυνος, θάνατος (γελούνε, κλειούνε, όσ’ άνθια, τόσ’ άρματα)
  • Στ. 3-11: Μια σειρά εικόνων που αγκαλιάζουν όλη την πλάση(ουρανό, γη, θάλασσα, σύνολο ζώων, φυτά, μη έμβια-νεκρά), με φθίνουσα κλιμάκωση(μικραίνουν - λιγοστεύουν τα επιμέρους στοιχεία που τις αποτελούν), σε ποικιλία χρωμάτων που είτε δηλώνονται είτε εννοούνται.
Ένα κοπάδι λευκά πρόβατα καθρεφτίζεται στα διάφανα νερά(υπαλλαγή, μεταφορά, ήχος, κίνηση)
Μια γαλάζια πεταλούδα, ξυπνώντας από τον ευωδιαστό ύπνο της, καθρεφτίζεται στο νερό της λίμνης
Το σκουληκάκι (υποκοριστικό = μικρό, ασήμαντο, τρυφερότητα) σε γλυκιά στιγμή
Η μαύρη πέτρα, το ξερό χορτάρι ζουν μια ονειρική, μαγική φαντασμαγορία
  • Στ. 12-13: η φύση, σα να 'ναι η βαθύτερη ουσία της το νερό που αναβρύζει από παντού με τρόπο χειμαρρώδη - εκρηκτικό(χύνεται, κρένει, χίλιες βρύσες, χίλιες γλώσσες), μετατρέπεται σε πειρασμό που αυξάνει τον πόθο της ζωής και μαζί πολλαπλασιάζει την οδύνη του θανάτου. 
«Το μέγεθος της αξίας του Μισολογγίτη δεν το δείχνει εκείνο που κερδάει, αλλά εκείνο που χάνει, όχι η δόξα αλλά η θυσία»
(Δ. Λιαντίνης, χάσμα σεισμού, ο φιλοσοφικός Σολωμός, Αθήνα 1985)



Ο εσωτερικός διχασμός των πολιορκημένων

  • Έξω από τα τείχη η ζωή που πληρώνεται με την τιμή του θανάτου. Μέσα από τα τείχη ο θάνατος που εξαργυρώνεται με την ατιμία της ζωής. Ούτε μέσα να μείνει κανείς μπορεί, γιατί τον σκιάζει η ντροπή της σκλαβιάς, ούτε έξω βολεί να περάσει, γιατί τον βιάζει η απειλή του Άδη.
  • Από την άλλη μεριά και έξω γίνεται να πάει, για να κερδίσει το θάνατο που αξίζει για χίλιους θανάτους: όνειρο με ποτάμια και πέλαγα, με δάφνες και δόξα και σπίθες και με την όμορφη π' αστράφτουν τα μαλλιά της. Και μέσα μπορεί να μείνει, για να χαρεί τη ζωή, που τώρα κατάλαβε πως αξίζει για χίλιες ζωές.

(Δ. Λιαντίνης, χάσμα σεισμού, ο φιλοσοφικός Σολωμός, Αθήνα 1985)


Σχεδίασμα Γ΄

O Πειρασμός

Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Aπρίλη, 
Kι’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα, 
Kαι μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους
Aνάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος. 
Nερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα, 
Xύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη, 
Kαι παίρνουνε το μόσχο της, κι’ αφήνουν τη δροσιά τους, 
Kι’ ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους, 
Tρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια. 
Έξ’ αναβρύζει κι’ η ζωή, σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα. 
Aλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ’ναι κι άσπρο, 
Aκίνητ’ όπου κι’ αν ιδής, και κάτασπρ’ ώς τον πάτο, 
Mε μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα, 
Που ’χ’ ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο. 
Aλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τί ’δες· 
Nύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια! 
Xωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε, 
Oυδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι, 
Γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη, 
Mονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι, 
Kι’ όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του. 



Το νόημα των Ελεύθερων Πολιορκημένων

Η βία, η υλική βία της ισχύος, έφερε την καταστροφή και την ερημιά, μα η αντίσταση, η θυσία, έφερε τη δόξα. Η αγωνιζόμενη ελευθερία, δε νικά μόνο- νικιέται κάποτε κιόλας. Μα και σ' αυτή την περίπτωση η ήττα της είναι καθαγιασμένη με το φωτοστέφανο του αγώνα της. Για τον ποιητή δεν έχει σημασία το ποιος θα νικήσει σε μια μάχη• αυτό και οι συνέπειες του μπορεί να ενδιαφέρουν τον ιστορικό. Για τον ποιητή σημασία έχει το ποιος κρατεί με το μέρος του τις ηθικές δυνάμεις και τις προοδευτικές, καθώς και το ποιος αγωνίζεται για το δίκιο. Ακόμα ο τρόπος με τον οποίον αγωνίζεται κι ο βαθμός για θυσία που υπάρχει στη διάθεση και στην πράξη.

Όταν ένας δυνατός παλεύει μ' έναν αδύνατο, ένας οπλισμένος μ' έναν άοπλο, οι πολλοί με τους λίγους, οι Τούρκοι με τους Έλληνες, ο Πορφύρας με το νεαρό Άγγλο στρατιώτη, το γεράκι με το αηδόνι, τότε η ψυχή μας αυθόρμητα κινείται προς το μέρος του αδύνατου, θαυμάζοντας την ψυχικήν αντοχή του και την τόλμη του. Και μόνον αυτή η ψυχική αντοχή και η τόλμη, που τον κάνει να καταφρονεί τη δύναμη του αντίπαλου και να παλεύει μέχρι θανάτου για την τιμή του ανθρώπου, για τις αρχές και τα ιδανικά, φτάνει, για να του εξασφαλίσει την ηθική νίκη μέσα μας.

Αυτό το ηθικό νόημα της ψυχικής αντίστασης — που θεωρώ ηθικό κέντρο στη Σολωμική ποίηση — το βρίσκουμε να ξετυλίγεται με όλη του τη μεγαλοπρέπεια στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους». Σε τούτο το ποίημα του «Χρέους», η ελευθερία ξέφυγε πια από το εθνικό και πολιτικό της νόημα κι απόχτησε περιεχόμενο πιο εσωτερικά ανθρώπινο και πιο πλατιά οικουμενικό: Το ηθικό της περιεχόμενο.

Η δύναμη σου πέλαγο κι η θέληση μου βράχος.

Ο στίχος αυτός που κλείνει, νομίζω, μέσα του όλο το τελικό νόημα των «Ελεύθερων Πολιορκημένων», δεν είναι πια για το Μεσολόγγι. Ξεκίνησε φυσικά απ' αυτό, από κει έπεσε στην ψυχή ο σπόρος, πού όμως, μέσα σ' αυτό το θερμοκήπι, έλαβε οικουμενικό άρωμα και πανανθρώπινη γεύση ο καρπός. Το ιστορικό γεγονός υψώθηκε σε γενικήν ιδέα, το συγκεκριμένο περιστατικό, σε σύμβολο αιώνιο. Πάνω στο ιστορικό και στο συγκεκριμένο χτίζει τώρα ο ποιητής το πλούσιο ποιητικό του όραμα. Πάνω στο πατριωτικό θεμέλιο, χτίζει τώρα το ηθικό του βίωμα με τρόπο αισθητικό.

Ποιο είναι τώρα, μετά την εμβάθυνση και την προέκταση το νόημα των «Ελεύθερων Πολιορκημένων»; Ότι ο άνθρωπος έχει κάτι απόλυτα κι αποκλειστικά δικό του: Την ψυχή του και τη θέληση που ξεπηδάει απ' αυτήν, όταν είναι στραμμένη σ' ένα ιδανικό ή δοσμένη σ' ένα χρέος. Ενάντια στην κάθε λογής εξωτερική δύναμη — πέλαγο, έχει ν' αντιτάξει την εσωτερική του θέληση — βράχο και ν' αγωνιστεί.

Όσο η ψυχή μένει ορθή στην έπαλξη ενός ιδανικού, ενός ηθικού χρέους κι όσο η θέληση παλεύει γι' αυτό, ο άνθρωπος, έστω και πολιορκημένος, μένει ελεύθερος" (όπως ελεύθεροι έμειναν — γιατί αντιστάθηκαν — οι Μεσολογγίτες, πολιορκημένοι όντας από τους Τούρκους κι από την πείνα κι από την άνοιξη κι από τον πόθο της ζωής). Γίνεται δούλος ο άνθρωπος από τη στιγμή που η ψυχή του αδειάζει κι η θέληση του για αντίσταση ναρκώνεται. Ο άνθρωπος με την άδεια ψυχή και τη ναρκωμένη θέληση παραδίνεται, υποδουλώνεται και είναι πλέον ηθικά νεκρός. Δεν απομένει γι' αυτόν παρά η ταχτοποίηση κι ο δρόμος για τα Σούσα της υλικής ευμάρειας «κοντά στο βασιλέα Αρταξέρξη, που σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια», όπως λέει κι ό Καβάφης στη «Σατραπεία» του.

Αν επιμείναμε στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» είναι γιατί αυτό το ποίημα αποτελεί την υψηλότερη έκφραση της ψυχής — άρα και της τέχνης — του Σολωμού, ώστε να νιώσουμε καλύτερα την πνευματική προσφορά του ποιητή στο γένος...

Κ. Μπαλάσκα, Ο Σολωμός και το 1821


Rocks in the sea


Με ποιους στίχους του αποσπάσματος 2 από το Β΄ Σχεδίασμα σχετίζονται νοηματικά οι παρακάτω στίχοι;

Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε
της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε
τ' ουρανού σε κανένα από τα μέρη•
και από κει κινημένο αργοφυσούσε
τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ' αέρι,
που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:
"Γλυκεία η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα".

Α. Σολωμός, Λάμπρος


Δεν το 'λπιζα να 'ν' η ζωή μέγα καλό και πρώτο !


Α. Σολωμός, Πορφύρας


Μη θες να με παρηγορήσεις για το θάνατο μου, Οδυσσέα γενναίε•
θα προτιμούσα πάνω στη γη να ζούσα, κι ας ξενοδούλευα 
σε κάποιον, άκληρο πια που να μην έχει και μεγάλο βιος, 
παρά να είμαι ο άρχοντας στον κάτω κόσμο των νεκρών.


Ομήρου Οδύσσεια, λ,στ.478-491


Ο Κάτω κόσμος είν' κακός γιατί δεν ξημερώνει,
 Γιατί δεν κράζει ο πετεινός, δεν κελαδεί τ' αηδόνι. 
Εκεί νερό δεν έχουσι και ρούχα δε φορούσι, 
Μόνο καπνό μαειρεύουσι και σκοτεινά δειπνούσι.



Δημοτικό, του Κάτω Κόσμου


Μέρα του Απρίλη.
Πράσινο λάμπος,
γελούσε ο κάμπος
με το τριφύλλι.

Ως την εφίλει
το πρωινό θάμπος,
η φύση σάμπως
γλυκά να ομίλει.
Εκελαδούσαν

πουλιά, πετώντας
όλο πιο πάνω.
Τ’ άνθη ευωδούσαν.
Κι είπε απορώντας:
«Πώς να πεθάνω;»

Κ. Καρυωτάκης, Διάκος




Στο τίμημα, στο βίωμα, στη θυσία κρύβεται η ανθρώπινη ευγένεια......

Στο γοητευτικό μυθιστόρημα της Λάουρα Ρεστρέπο από την Κολομβία, Το Νησί του Πάθους, Πάθος σημαίνει μαρτύριο. Διότι πρόκειται για ένα μικρό, ακατοίκητο μεξικανικό νησί, πεταμένο στον Ειρηνικό Ωκεανό, άγονο, αφιλόξενο, άδεντρο, με δεκατρία καχεκτικά φοινικόδεντρα για σκιά, ανθυγιεινό, περιτειχισμένο από κοραλλιογενείς υφάλους, το οποίο ο νεαρός λοχαγός Ραμόν Αρνό με λίγους στρατιώτες διορίστηκαν να φρουρούν με ζήλο.

Κάποτε, η ταραγμένη πολιτική κατάσταση στο Μεξικό αλλάζει, ο κόσμος έρχεται τα πάνω κάτω, σιγοβράζει ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, τυφώνας ρημάζει το νησί και σκορπίζει όσα ο λοχαγός, οι άντρες του και οι οικογένειες τους έχουν οικοδομήσει. Η νέα κυβέρνηση στην πρωτεύουσα τον έχει αποξεχάσει παντελώς, ούτε την απασχολεί το νησί και η φρούρηση του, δεν έρχεται καθόλου το πλοίο με τρόφιμα και άλλες προμήθειες, δεν υπάρχει ελπίδα να επιζήσουν.

Μέρα με τη μέρα οι κάτοικοι αδυνατίζουν, ρακένδυτοι σαπίζουν από σκορβούτο, παραληρούν, σέρνονται μαζί με τα εκατομμύρια καβούρια στη βραχώδη γη, κοιτώντας τον ορίζοντα για πλοίο απ' την πατρίδα, για ένα σημάδι πως τους θυμούνται. Έπειτα από μήνες φρίκης και απόγνωσης, αγκυροβολεί εδώ ένα πολεμικό καράβι της εχθρικής Βορείου Αμερικής. Από ανθρωπισμό ο ευγενικός πλοίαρχος καλεί τον Αρνό και τους ανθρώπους του να επιβιβαστούν και να τους μεταφέρει στο Ακαπούλκο, πίσω στη χώρα τους.

Παρά το ότι είναι αναμενόμενο πως λίγο ακόμη και θα πεθάνουν όλοι τους από πείνα και ασθένειες, ο νεαρός λοχαγός και οι άντρες του αποφασίζουν να μην αποδεχθούν τη σωτήρια πρόσκληση. Να μη φύγουν από την κόλαση, εφόσον καμιά διαταγή από την κυβέρνηση του Μεξικού δεν έφτασε να τους ζητάει να φύγουν. Θα παραμείνουν στο πόστο τους έως θανάτου κι ας τους λησμόνησαν, ας μην έχει νόημα για κανέναν η θυσία.

Είναι θαυμάσια όσα η συγγραφέας λέει για τις στιγμές ύστερα από την απόφαση του Αρνό να παραμείνει στο φριχτό, θανάσιμο νησί και στο μάταιο χρέος, όμοια με απόφαση αυτοκτονίας:

Καθισμένος πάνω στο λοξό κορμό μιας φοινικιάς, ο Αρνό εξακολουθούσε να μην ξέρει [...] Αλλά δεν τον ένοιαζε πια. Ας γινόταν ό,τι ήθελε, εκείνος μόλις είχε ζήσει την ωραιότερη μέρα της ζωής του, τη μέρα που τον καθιστούσε άντρα άξιο και αλησμόνητο, και το βασίλειο του δε βρισκόταν πια σε τούτο τον κόσμο [...] Η μοίρα δεν δίνει στον καθένα την ευκαιρία να τα παίξει όλα για όλα σε μια ύψιστη δοκιμασία, να ελέγξει το θάρρος της κάθε μιας ίνας του κορμιού του, να βάλει τη ζωή του πάνω στην κόψη του ξυραφιού για την τιμή και την ανδρεία. Σ' εκείνον την έδωσε.

Τα έξυπνα επιχειρήματα είναι και τεχνάσματα- το χειρότερο, είναι και δικαιολογίες. Οι κοσμοθεωρίες ρευστότατες σαν βουρκόνερο που προσποιείται την άσφαλτο. Οι χαρακτηρισμοί ό,τι πιο πρόχειρο, οι έντιμοι χαρακτήρες δε χρειάζονται χαρακτηρισμούς. Στο τίμημα, στο βίωμα, στη θυσία κρύβεται - όπως στο κορμί η καρδιά - η ανθρώπινη ευγένεια.

Το θέλω είναι κάτι, μετράει όμως απ' τη στιγμή που αποφασίζεις στα σοβαρά το τι κάνεις γι' αυτό το κάτι. Η ιδέα, και η σπουδαιότερη, δίχως πράξη απομένει σύννεφο ευμετάβλητο, άπιαστο, γρήγορα μεταμορφώνεται, εξαφανίζεται από το στερέωμα όπου εντυπωσιακά εμφανίστηκε. Αραιώνει και χάνεται γελοιοποιημένη.


Κυριακή Απόγευμα στη Βιέννη, Μ. Βαμβουνάκη, σελ. 92-94, εκδόσεις Ψυχογιός



Αφήνω κατά μέρος ότι Ζωή και Θάνατος συνυπάρχουν και οι σωστοί άνθρωποι ξέρουν «πώς να ζουν και πώς να πεθάνουν». Η διαφορά χρόνου των ρημάτων «ζουν» - «πεθάνουν», ενεστώς διαρκείας - αόριστος στιγμής, εκφράζει με μιας τη συνύπαρξη. Το πεθάνουν είναι μια στιγμή ζωής, η τελευταία, ίση με όλες τις άλλες πίσω της του «ζουν», που έρχεται και τις βεβαιώνει με την επισφράγιση του ανάλογου τέλους.[….]

Είτε το θέλουμε είτε όχι, ο άνθρωπος δεν είναι μόνο φυσικός, όπως το ζώο. Είναι μαζί και αφύσικος: ένα τέρας: το τέρας της φύσεως. Και γι' αυτό είναι άνθρωπος και όχι ζώο.

Δεν είναι μόνο επίσης «ζώον λόγον έχον», ή «ζώον πολιτικόν» και αγελαίον, όπως προσπαθούμε με κάθε μέσον να τον κάμουμε, φροντίζοντας να του εξασφαλίσουμε ψωμί, άνεση, βιοτική ευδαιμονία, άρτον καί θεάματα, για να τρώει και να ξεχνιέται και τίποτ' άλλο, ή όταν του βάζουμε σάγμα και χαλινάρι, για να δέχεται υπάκουα και τυφλά τη χρήση του για σκοπούς απάνθρωπους, αντίς να τον βάζουμε σκοπό, αυτοσκοπό, όλων των μέσων, όλης της δημιουργίας.

Για τούτο πιστεύω πως ο Σολωμός μας χρειάζεται σήμερα πιο πολύ παρά ποτέ και μας εδώ και πλατύτερα ακόμα.

Γ. Θέμελης, ο Σολωμός ανάμεσά μας, εκδόσεις Κωνσταντινίδη, σελ. 140-141


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου