Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

Η Επανάσταση του 1821 μέσα από το στοχασμό και τη γραφίδα του Κ. Παπαγιώργη

Με την κριτική, νηφάλια, ανθρωποδιεισδυτική ματιά του απόντος, αλλά «ωσεί παρόντος» Κωστή Παπαγιώργη, στα ιστορικά συμβάντα και στους πρωταγωνιστές του "αντινομικού Εικοσιένα."





«Στόχος μου είναι να καταλάβω και να εξηγήσω γιατί τα πράγματα εξελίχτηκαν με τον τρόπο που εξελίχτηκαν και πώς συνδέονται μεταξύ τους…»
Eric Hobsbawm, The Age of Extremes (1994)


«Το σημαντικό είναι να μάθεις πρώτα τα γεγονότα. Μετά μπορείς να τα διαστρεβλώσεις κατά το δοκούν.»
Μαρκ Τουέην 





Προεστοί: «φιλότουρκοι» και «αντιδραστικοί» ή «επαναστάτες ενάντια στην ίδια τους την τάξη»;

Άρχοντες σαν τους Δεληγιανναίους, που είχαν τα πρωτεία της Γορτυνίας και ολόκληρα χωριά δικά τους δεν μπορούσαν να δεχτούν ξενόφερτους αποστόλους ενός ξεσηκωμού, που αν αποτύγχανε, θα οδηγούσε τους ντόπιους στο παλούκωμα και τους «ξένους» στη φυγή. Ο καταμερισμός των ευθυνών ήταν κατάφωρα άδικος. Οι ξένοι έφερναν μόνο την ιδέα, οι ντόπιοι θα αναλάμβαναν όλες τις θυσίες, υλικές και μη.

Την Επανάσταση την ήθελαν, ωστόσο δεν μπορούσαν να φανταστούν μια Πελοπόννησο χωρίς Τούρκους που δεν θα κυβερνιόταν από τους ίδιους. Τι θα απογίνονταν τα κεκτημένα τους; Τι νόημα είχε να ξεσηκωθούν για να παραδώσουν τα πρωτεία του τόπου σε ξενόφερτους επαναστάτες, δηλαδή σε σφετεριστές της δικής τους εξουσίας;

Με ένα λόγο, η θέση των προεστών και των κληρικών ήταν πιο περίπλοκη από των Τούρκων, των Φιλικών και του ταπεινού λαού. Η τάξη τους ήταν συντηρητική, προσκυνημένη και «φιλότουρκη», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι απεχθάνονταν κάθε μεταβολή. Το κοινωνικό τους πρωτείο δεν αναιρούσε την ανάγκη του ξεσηκωμού, με την προϋπόθεση βέβαια ότι ο άρχοντας του τόπου, κι αν δεν γινόταν δυο φορές άρχοντας, θα κρατούσε τα κεκτημένα του. 

Αφού λοιπόν αποκλειόταν να ταχθούν με το μέρος του τυράννου - όντως, καμιά μεγάλη οικογένεια δεν εξώμοσε ούτε πρόδωσε -, το μόνο που απέμενε ήταν το ακόλουθο οξύμωρο: συναίνεσαν στον ξεσηκωμό, συνεπαναστάτησαν, φοβούμενοι ωστόσο περισσότερο τους (ντόπιους και ετερόχθονες) φιλογενείς παρά τους Οθωμανούς, για να καταλήξουν τελικά στο συμπέρασμα ότι επαναστάτησαν ενάντια στην ίδια την τάξη τους. Άρα δεν είναι παράξενο που βλέπουμε τον Κανέλλο Δεληγιάννη να δηλώνει στον Δικαίο ότι αν κάποιοι είχαν δικαίωμα να κινήσουν «τον κολοσσαίον μοχλόν της Επαναστάσεως», αυτοί δεν ήταν άλλοι από τους κοτζαμπάσηδες. «Αν αποφασίσωμεν να κάμωμεν την επανάστασιν, θα σκεφθώμεν σοβαρώς και θα την κάμωμεν ημείς, χωρίς τας εδικάς σας ανυπάρκτους υποσχέσεις και του Υψηλάντη τα ονειροπολήματα».

Οι προεστοί θεωρήθηκαν κάστα φιλότουρκων, «χριστιανοί Τούρκοι», και μολονότι μετείχαν στον Αγώνα και πολλοί έχασαν οικείους και τεράστιες περιουσίες, έμειναν στα χρονικά σαν αντιδραστική δύναμη, η οποία κράτησε ανασχετικό ρόλο στη μοιραία τροπή των πραγμάτων. Οι κλέφτες, ως άνθρωποι του τουφεκιού, κέρδισαν την εθνική δόξα, ενώ κανείς κοτζάμπασης δεν τιμήθηκε ως εθνικός ήρωας. Η καταδίκη είναι περίπου ομόφωνη, απόδειξη ότι όλες οι Ιστορίες του Αγώνα κράτησαν αρνητική στάση απέναντί τους.

Όταν ο Καποδίστριας έλεγε «μόνοι βγάλατε τα μάτια σας», δεν αναφερόταν σε τάξεις ή σε πρόσωπα. Κατήγγελλε μάλλον τη Φιλική Εταιρεία και εννοούσε ότι η στιγμή του ξεσηκωμού ήταν άκαιρη. Κι όμως, στην ελληνική περίπτωση το κρίσιμο ζήτημα - λίκνο ατελεύτητης διαμάχης και εθνικής δεισιδαιμονίας - εντοπίστηκε όχι στο αν έπρεπε να γίνει ο ξεσηκωμός, παρά στο ποιοι έφεραν σε πέρας τον πόλεμο. Οι κλέφτες και οι αρματολοί; Οι προεστοί; Η παράταξη του Υψηλάντη; Ο κύκλος της Πίζας με πρωτοστάτες τον Ιγνάτιο Ουγγροβλαχίας, τον Καρατζά και τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο; Ο ταπεινός λαός; Ο αληπασαδίζων Κωλέττης; Οι τρινήσιες ναυτικές δυνάμεις; Οι μεγάλες ωκεάνιες δυνάμεις; Η ιστορική συγκυρία; 






Η εμφύλια διαμάχη περνάει στο χαρτί…

Μετά το πέρας του Αγώνα και την πανηγυρική ίδρυση του κρατιδίου, άρχισαν να εκδίδονται οι Ιστορίες του απελευθερωτικού πολέμου και να αποτυπώνονται πλέον στο χαρτί οι αφηγήσεις γύρω από τα γεγονότα. Διά της γραφής αυτή τη φορά, ήρθαν αντιμέτωπες οι εγγενείς δυνάμεις του έθνους. Η εμφύλια διαμάχη έπαιρνε τυπογραφική μορφή και όσοι επιβίωσαν, από τους πρωταγωνιστές ίσαμε τούς μικροκαπεταναίους, είχαν βρει μαλλί να ξάνουν. 

Η ιστορική πληρότητα - εκ των πραγμάτων ανέφικτη – δεν ήταν, ούτε είναι το ζητούμενο. Άπειρες οι πτυχές του πολέμου και αδύνατον να αποκατασταθούν ακόμα και από τους έχοντες το μέγα προνόμιο της αυτοψίας και της αυτηκοΐας. Τα χέρια που έσπευσαν ήταν πολυάριθμα και ασίγαστη η διαμάχη για την ιστορική δικαιοσύνη. «Όποιος θα είπη την αλήθειαν, θα πιη πρώτος φαρμάκι», εξομολογιόταν ο Φωτάκος. 

Τα «απομνημονεύματα» ανήκουν στους λαϊκούς αγωνιστές, αυτούς που επωμίστηκαν τα πολεμικά βάρη. Αντίθετα, δεν άφησαν ενθυμήματα πρόσωπα σαν τον Μαυροκορδάτο, τον Υψηλάντη, τον Καποδίστρια, τον Κωλέττη, τον Νέγρη, τον Καρατζά κ.ά. Λείπουν επίσης, και λείπουν εκτυφλωτικά, μαρτυρίες του Λόντου, του Ζαΐμη, του Πετρόμπεη, του Σισίνη, όσο κι αν η μαρτυρία του Π. Π. Γερμανού μπορεί να θεωρηθεί απολογία της ιθύνουσας τάξης του Μοριά.

Σε ηλικία εβδομήντα τεσσάρων ετών, το 1854 δηλαδή, ο κοτζαμπάσης της Γορτυνίας Κανέλλος Δεληγιάννης συγγράφει μια τρίτομη Ιστορία του απελευθερωτικού πολέμου με έναν και μόνο σκοπό: να αποκαταστήσει την τιμή της οικογένειάς του. 




Το βασικό κίνητρο της συγγραφής του ήταν ο αποτροπιασμός απέναντι στα πρόσωπα της νέας τάξης πραγμάτων, αυτά που «αναξίως» είχαν κερδίσει  πόστα και εξουσίες. Η πατρίδα είχε αποτινάξει τον οθωμανικό ζυγό και, αντί να δει Θεού πρόσωπο, είχε περιέλθει στην εξουσία ξενόφερτων ανθρώπων, «απάτριδων», «τυχοδιωκτών» και «φερέοικων».

Αν και συνταξιοδοτήθηκε με τίτλο αντιστρατήγου και διετέλεσε μετά την εγκατάσταση της βασιλείας συνταγματάρχης-ακόλουθος και νομοεπιθεωρητής Μεσσηνίας, ο Κανέλλος πέθανε πάμφτωχος, καθότι η τεράστια οικογενειακή περιουσία εξανεμίστηκε για τις χρείες του Αγώνα. Ανήκε στην πανίσχυρη γενεά των κοτζαμπάσηδων που έχασαν τα πάντα μέσα σε μια δεκαετία (τυπική περίπτωση ο Ανδρέας Λόντος, που χρεωκόπησε  και οδηγήθηκε στην αυτοκτονία το 1845). Κατά συνέπεια στην πνευματική του διαθήκη μόνο την απολογία ενός απελπισμένου ανθρώπου μπορούμε να διαβάσουμε. Αγκυλωμένος ανάμεσα στα μεγαλεία του παρελθόντος και στην ευτέλεια του παρόντος, εξυμνεί τη μοραΐτικη ολιγαρχία, ενώ επιτίθεται ιταμά κατά των ανθρώπων του ελεύθερου κράτους.


Κωστή Παπαγιώργη, Κανέλλος Δεληγιάννης, εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 19-25 (επιλογή αποσπασμάτων)






Τα αδιέξοδα του Ξεσηκωμού: Επανάσταση ή «πανεθνικός εμφύλιος»; 

Τα πρόσωπα του Αγώνα, περνώντας δια πυρός και σιδήρου, σκληραγωγήθηκαν μεν, αλλά μέσα από τους φατριασμούς και τα απερίγραπτα μίση έφτασαν στο έσχατο σημείο ηθικής ευτέλειας. Αν μάλιστα υπολογίσουμε ότι όλοι λίγο πολύ είχαν την αίσθηση του αδικημένου, μπορούμε να μαντέψουμε γιατί συνήθως τα απομνημονεύματα στάζουν φαρμάκι. Η Επανάσταση εξαχρείωσε τους ανθρώπους της, έφερε τους πρωταγωνιστές σε σημεία πρωτοφανούς αγριότητας και ανθρωποβορίας, διέλυσε βάναυσα τον αόρατο ιστό που εξασφάλιζε τη συνοχή των πληθυσμών. Σαν πολύμορφος εμφύλιος διέφθειρε τις ισχύουσες αξίες.

Το απομνημόνευμα του Κανέλλου, γραμμένο με υποβολέα τη χαλασμένη καρδιά ενός νικημένου άρχοντα, αντλεί την αλήθεια του από τη μνησικακία και τη χολερική εκδίκηση παρά από την υπερηφάνεια για τα εθνικά κατορθώματα. Οι «Έλληνες»μπορεί να κέρδισαν τελικά τον πόλεμο, αλλά οι Μοραΐτες άρχοντες έχασαν την «πατρίδα» τους από τους ίδιους τους νέο-Έλληνες. Γι’ αυτό και η εξιστόρησή του αφορά μόνο τον Μοριά και τους ανθρώπους του.  Ίσως γι’ αυτό το βιβλίο του αποτελεί μέγα επιχείρημα για να καταλάβουμε πόσο σημαντική ήταν η τάξη του για τον Αγώνα και πόσο «επαναστατική» εντέλει αποδείχτηκε.

Οι κοτζαμπάσηδες όντως αποδείχθηκαν επαναστατική δύναμη. Αυτοί σήκωσαν πολλά από τα βάρη του Αγώνα. Η μετεπαναστατική ιστοριογραφία βέβαια δεν μπορούσε να φτάσει σε παρόμοιες εκτιμήσεις. Έκρινε κοντόθωρα, στενοκέφαλα, με βάση τα άμεσα δεδομένα, τα οποία ήταν από πρώτη ματιά αδιάσειστα. 

 Η τάξη των ολιγαρχικών ήταν αντιδραστική μέσα στη ντόπια κοινωνία, μόνο που η δυναμική της αποστασίας υπερέβαινε τον ταξικό παράγοντα. Αφότου κηρύχτηκε ο πόλεμος, η οικονομική ολιγαρχία ήταν αυτή που χρηματοδότησε τους στρατούς – ιδιωτικούς και μη – και κατηύθυνε εν πολλοίς τα διαταραγμένα πνεύματα.

Η ψευδολογία, η συκοφαντία, οι λεονταρισμοί, οι επιδείξεις εθελοτυφλίας, υστερόπρωτης φιλοπατρίας και αυτοεξύμνησης είναι τα συνήθη μέσα του Κανέλλου. Πλην όμως το κείμενο δεν καταδικάζεται λόγω ευτέλειας. Αν και γράφει μονίμως με αρνητικά αισθήματα, ευάλωτος στο προσωπικό μίσος, η ψυχογραφία του είναι μοναδική για την εποχή. Οι προσωπικές του αδυναμίες αντιστοιχούν πλήρως στα αδιέξοδα του ξεσηκωμού. Η χολερική του ιδιοσυγκρασία τον αναδεικνύει, μαζί με πλήθος άλλους, σε άξιο τέκνο του πανεθνικού εμφυλίου, ο οποίος κατ’ ευφημισμόν βαπτίσθηκε Επανάσταση από τους ιδεολόγους ιστορικούς. Μέσα από τη δράση του και τις αναδιπλώσεις της συνείδησής του παρακολουθούμε ευκρινώς τους αναβαθμούς του εθνικού πολέμου, την εξαχρείωση και την ακατάλυτη βούληση των προσώπων, καθώς και την προσωπική του συντριβή, καθότι άνηκε σε μια δράκα αρχόντων που δεν την ευνοούσε η ιστορική συγκυρία.


Κωστή Παπαγιώργη, Κανέλλος Δεληγιάννης, εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 26-30 (αποσπάσματα)



Smolki Muller, Αδαμάντιος Κοραής, λιθογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο 

Το γλωσσικό ζήτημα και ο Κοραής

Το γλωσσικό ζήτημα το είχε λύσει η Εκκλησία, αυτό υποστηρίζει ο Παπαδιαμάντης. Αν δεις τα συναξάρια, τον τρόπο που είναι γραμμένα, θα ανακαλύψεις μια γλώσσα κατανοητή – είναι κράμα βέβαια, αλλά την καταλαβαίνεις κι εσύ, και η γιαγιά σου ακόμα. Αυτή τη γλώσσα την "πνίξανε", φέρανε από τη Γαλλία αρχές και είπανε: να η λαϊκή γλώσσα. Αυτό λέει ο Παπαδιαμάντης: εμείς είμαστε εδώ οι συνεχιστές, κι έρχεται ένας από το Παρίσι (ο Ψυχάρης) και μας διδάσκει πώς να μιλάμε.



Η Εκκλησία ήταν η ίδια η απόδειξη της γλωσσικής ενότητας του Γένους. Όποιο συμφυρμό κι αν παρουσίαζε ο Συναξαριστής, ήταν γραμμένος σε μια γλώσσα «παπαδική», με μνήμη που ξεκινούσε από τα αρχαία και, μέσω του Ευαγγελίου, έφτανε ομαλά στο παρόν. Η μέση οδός ήταν γεγονός.

Αν ο Κοραής δεχόταν την παραδεδομένη λύση, τη μόνη υπάρχουσα άλλωστε, αναγκαστικά θα έπρεπε να αποδεχθεί και την ιστορία της λύσης - που δεν ήταν άλλη από την ιστορία του υπόδουλου Γένους. Αλλά τότε τι νόημα θα είχε η μετακένωση; Μπροστά σ’ αυτόν τον κίνδυνο να καταστρατηγηθούν τα σχέδιά του, οδηγήθηκε στην πρόταση της καθαρεύουσας. Η σκέψη να καταρτισθεί ένα Νεοελληνικόν λεξικόν, το «πρώτον βιβλίον του έθνους», κατά τη γνώμη του, δεν ήταν άτοπη. Άτοπη και παράτυπη ήταν η πεποίθηση του - εθνικού, γλωσσικού, θρησκευτικού- καθαρμού. Πέρα από το αν το ψάρι θα λεγόταν οψάριον και. το σκυλί σκυλίον, η γλωσσική αναμόρφωση είχε απώτερες βλέψεις. Το Έθνος όφειλε να καθαρθεί (αυτό σημαίνει καθαρεύουσα) από τη λέπρα της Ιστορίας του, από τις προσμείξεις, τις νοθεύσεις και τις κιβδηλείες αιώνων. Συνεπώς, ο μεγάλος αντίπαλος ήταν και πάλι η Εκκλησία. 


Κωστή Παπαγιώργη, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΥ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ, εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 38






Η επιβολή της προοπτικής του Κοραή - ομολογία, πίστης στη δυτικοφροσύνη

Οι απόψεις του Κοραή δεν παρέμειναν τοποθετήσεις ενός ελευθερόφρονα Γραικο-γάλλου διανοητή, παρά διαπότισαν το ντόπιο φρόνημα και απέβησαν επίσημη εθνική πολιτική. Όσοι βλέπουν τον Χιώτη διανοούμενο ως την πιστότερη έκφραση της εποχής του και προσωποποίηση της νεώτερης Ελλάδας δεν έχουν άδικο. Η αναγόρευσή του από τη Συνέλευση της Τροιζήνας (1827) σε Δάσκαλο του Γένους δεν ήταν απλή τιμή• αποτελούσε, συνάμα, και μια ομολογία, πίστης στη δυτικοφροσύνη. Ο εκδυτικισμός, η εισαγωγή του ορθολογισμού, του μιμητισμού και καθετί ξενόφερτου συγκροτούν σήμερα το βασικό πιστεύω του «καλλιεργημένου Έλληνα». 

Το εθνικό κράτος - δυτικό πρότυπο κι αυτό- δεν μπορούσε να έχει την παραμικρή σχέση με το υπερεθνικό νόημα μιας Ορθοδοξίας που παρέμενε αιχμάλωτη στην Ανατολή, με κεφαλή Τούρκο υπήκοο. Πέρα από την αντίθεση των φιλότουρκων και των μισότουρκων, η αντίθεση αποκεφάλιζε μια παράδοση που δεν είχε καμιά συνέχεια στα νεωτεριστικά σχέδια.
Η Μεγάλη Εκκλησία έπρεπε να θυσιασθεί εν ονόματι του ακρωτηριασμένου εθνικού κράτους, που περιελάμβανε μόνο το ένα τρίτο του ελληνικού πληθυσμού. 

Είναι χαρακτηριστικό ότι, στις ρομαντικές απεικονίσεις των Κλεφτών του '21, στο βάθος του πίνακα εμφανίζεται συμβολικά ένας αρχαίος ναός. Έτσι το παρόν γεφυρωνόταν με το αρχαίο μεγαλείο, εξαλείφοντας τον ενδιάμεσο χριστιανικό ναό. Αυτό ακριβώς το νόημα προσέλαβε και η αναγκαστική αλλαγή της πρωτεύουσας: η Κωνσταντινούπολη ήταν το Βυζάντιο, η Αθήνα ήταν η στροφή προς την αρχαιότητα. Μετά από περιπλανήσεις αιώνων, τα γνήσια τέκνα των αρχαίων Ελλήνων επέστρεφαν στα πάτρια εδάφη! Πώς αλλιώς μπορούσε να δικαιωθεί η πολιτική του κρατιδίου; Ακρωτηριασμένο γεωγραφικά, πληθυσμιακά και θρησκευτικά, όφειλε πια, με τη «φιλολογική» ανάκτηση της καταγωγής, να αναζητήσει τη μοίρα του μέσα στα κράτη της Δύσης. Η εθνεγερσία είχε ως υπέρογκο τίμημα τη νέα δουλεία• η αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού, τη νέα εξωμοσία.






Το τίμημα της εθνεγερσίας η νέα δουλεία

Παρά το εθνικό του κλέος, το '21 δεν είχε εκπληρώσει την εθνοσωτήρια αποστολή του. Όχι μόνο γιατί δεν ανταποκρίθηκε στους παμβαλκανικούς οραματισμούς του Ρήγα, αλλά, κυρίως, γιατί έπλασε ένα κρατίδιο που θύμιζε προγεφύρωμα μάλλον των δυτικών δυνάμεων παρά ελεύθερο έθνος. Η τελική «νίκη» ήρθε ως αποτέλεσμα απελπισμένων προσπαθειών και έξωθεν παρεμβάσεων, όχι ως επικράτηση των επαναστατών. Ποιος θα μπορούσε να κάνει λόγο για αυτονομία και ενότητα; Η ξένη κηδεμονία εύκολα κατάφερε να διαβρώσει εξ υπαρχής την ντόπια ηγεσία και να κατακερματίσει τον πληθυσμό σε αυτόχθονες, ετερόχθονες και αλύτρωτους Έλληνες. Μόνο μια νέα επανάσταση θα αποκαθιστούσε τη φυσιογνωμία του Έθνους. 

Αλλά αυτή η επανάσταση δεν έγινε, κι όταν επιχειρήθηκε είχε τα γνωστά ολέθρια αποτελέσματα της οριστικής συρρίκνωσης του ελληνισμού. Ανίσχυρο, χωρίς αντιστάσεις και πολιτισμική φυσιογνωμία, το ελεύθερο κράτος κατέστη εύκολα υποχείριο της ευρωπαϊκής ηγεμονίας σε παγκόσμια κλίμακα.


Το καθεστώς της συμμαχικής προστασίας και οι παρενέργειές του στη μετεπαναστατική Ελλάδα. (Βρετανικό μουσείο)


Εξάλλου είναι μάταιο να θρηνούμε για ένα ανολοκλήρωτο '21. Ό,τι κι αν διατείνονται οι διακεκριμένοι απολογητές της Ορθοδοξίας, η ιστορική συγκυρία δεν επέτρεπε άλλη προοπτική. Ετερόχθονες το ξεκίνησαν το '21, αυτόχθονες το συνέχισαν, και άλλοι - ξένοι, δυστυχώς - το ολοκλήρωσαν. 

Ειδικά σήμερα, μια παμβαλκανική Ομοσπονδία που θα περιλάμβανε όλους τούς λαούς της «ενδιάμεσης περιοχής» - της Ρωσίας και της Τουρκίας μη εξαιρουμένων - μοιάζει παρανοϊκό όνειρο. Ξεριζωμένος, δίγνωμος και παραβλώψ, ο νεοέλληνας θα αναγκασθεί να ζήσει σε μια χώρα που, είτε είναι «ιστορικό λάθος» είτε εθνική νεύρωση, θα δεχθεί ως συνθήκη της την απομόνωση και την περικύκλωση. Η τουρκοπατημένη ρωμιοσύνη στερήθηκε το ιστορικό μέλλον η δυτική ρωμιοσύνη έπεσε στα χέρια των ελευθερωτών της.


Κωστή Παπαγιώργη, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΥ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ, εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 39-41

Η ρωσική αρκούδα αρπάζει την Ελλάδα, πατώντας τον Σουλτάνο, ενώ Αυστριακός, Άγγλος και Γάλλος διαμαρτύρονται (Βρετανικό μουσείο) 



2 σχόλια:

  1. Εξαιρετικό αφιέρωμα!Συγχαρητήρια,Γεωργία μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ευχαριστώ, Εύα μου!!! Μάλλον ήταν ο δάσκαλος "επιδραστικός" !!!! Και μάλλον δεν το γνώριζε πόσο καλός δάσκαλος είναι... ίσως γιατί δεν τον ενδιέφερε αυτό!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή