Σάββατο, 4 Ιανουαρίου 2014

"Ιδανικές μορφές κι αγαπημένες" , Εικονογραφώντας ποιήματα του Καβάφη


Το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης σε συνεργασία με το Αρχείο Καβάφη/Ίδρυμα Ωνάση και το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, παρουσιάζει στο Μέγαρο Σταθάτου την έκθεση «Ιδανικές ‘μορφές’ κι αγαπημένες – Εικονογραφώντας ποιήματα του Καβάφη». 

Η έκθεση εντάσσεται στο πλαίσιο των δράσεων για το «Έτος Καβάφη» το 2013, το οποίο αποτελεί επέτειο για τα 150 χρόνια από τη γέννηση και 80 από τον θάνατο του μεγάλου Αλεξανδρινού ποιητή. 

Στην έκθεση παρουσιάζονται 67 αρχαία αντικείμενα, τα οποία πλαισιώνουν 27 επιλεγμένα ποιήματα, μυθολογικού και ιστορικού περιεχομένου. Στην έκθεση περιλαμβάνονται γλυπτά (κυρίως μαρμάρινες κεφαλές, προτομές, αγαλματίδια ή συμπλέγματα μορφών), χάλκινα σκεύη, πήλινα ειδώλια και αγγεία, σκεύη μικροτεχνίας από φαγεντιανή, νομίσματα, νεκρικά πορτρέτα, επιτύμβιες στήλες, καθώς και εικόνες και εκκλησιαστικά σκεύη της μεταβυζαντινής περιόδου. Τα αντικείμενα προέρχονται από 14 ελληνικά Μουσεία, Εφορείες Αρχαιοτήτων και ιδιωτικές συλλογές.




Με αφορμή τον στίχο «Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες» από το ποίημα «Φωνές», στον οποίο παραπέμπει ο τίτλος της έκθεσης «Ιδανικές ‘μορφές’ κι αγαπημένες…», επιχειρείται η εικονογράφηση των ποιημάτων μέσα από τα αρχαιολογικά αντικείμενα. Παρουσιάζοντας παράλληλα τα καβαφικά κείμενα με τα αρχαία αντικείμενα, γίνεται προσπάθεια υπαινικτικής παρουσίασης του πραγματικού νοήματος των ποιημάτων, στην οποία σημαντικό ρόλο παίζουν η μουσειογραφική μελέτη και η σκηνογραφική επιμέλεια της έκθεσης.
Με τον τρόπο αυτόν οσμώνεται το νόημα των ποιημάτων με τα αρχαία έργα και ο χρόνος της σύνθεσης και της συγγραφής του ποιήματος μεταφέρεται στην καρδιά του χρόνου δράσης των καβαφικών πρωταγωνιστών, προσφέροντας μιαν άλλη "μέθεξη"  στον σημερινό αναγνώστη-επισκέπτη της έκθεσης. 



Στίχοι πάνω στους τοίχους, ποιήματα γραμμένα σε χαρτιά  που τα έχει πάρει ο αέρας.
Το άνοιγμα της μαύρης βελούδινης  κουρτίνας δίνει στον επισκέπτη μια πρώτη εικόνα


Ο διευθυντής του μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης Νικόλαος Σταμπολίδης σημειώνει: «Δανεικός και δανεισμένος – ως ώφειλεν- ο τίτλος της έκθεσης επικεντρώνεται στην αίσθηση της όρασης – ακόμα και της αφής σε δεύτερο επίπεδο- αισθήσεων κατεξοχήν καβαφικών, τουλάχιστον πρωταγωνιστικών στην ποίησή του, όπως και στη ζωή, αφήνοντας πίσω την ακοή και ακόμη πιο πίσω την πρώτη – επιστημονικά αποδεδειγμένη- πραγματική αίσθηση αυτήν την όσφρησης, μολονότι υπάρχουν κι αυτές στο έργο του συχνά, περισσότερο ή λιγότερο λανθάνουσες υπονοούμενες ή πρόδηλες».



«Δεν θέλουμε μία έκθεση  που  να  περιλαμβάνει τα γυαλιά, τα χειρόγραφα  ή τα  έπιπλα του ποιητή. Αντίθετα θέλουμε να επικεντρωθούμε σε  ορισμένα  ποιήματά του, κυρίως  μυθολογικά και ιστορικά  και να  αναδείξουμε την διάστασή  τους  από διαφορετική  σκοπιά».  Αυτό  είναι το σκεπτικό  της  έκθεσης για τον Κ.Π. Καβάφη στο  Μουσείο Κυκλαδικής  Τέχνης  δια  στόματος και πάλι του διευθυντή του κ. Νίκου Σταμπολίδη. 






Την εμορφιά έτσι πολύ ατένισα,
που πλήρης είναι αυτής η όρασίς μου.

Γραμμές του σώματος. Κόκκινα χείλη. Μέλη ηδονικά.
Μαλλιά σαν από αγάλματα ελληνικά παρμένα·
πάντα έμορφα, κι αχτένιστα σαν είναι,
και πέφτουν, λίγο, επάνω στ' άσπρα μέτωπα.
Πρόσωπα της αγάπης, όπως τάθελεν
η ποίησίς μου.... μες στες νύχτες της νεότητός μου,
μέσα στες νύχτες μου, κρυφά, συναντημένα....


  • Ποίημα του 1911, δημοσιευμένο το 1917.

Σύνθεση περισσότερο προσωπική για μορφές που δεν κατονομάζονται, με έμφαση στην αισθητική προσήλωση και, ειδικότερα, την τέχνη της πλαστικής. Η ενατένιση τον ωραίου σώματος και η αναφορά στην τελειότητα της παραστατικής συμμετρίας, που εκπροσωπείται από το ιδεώδες της ελληνικής τέχνης, είναι ένα ακόμα δείγμα της έλξης του Καβάφη προς τα αρχαιοελληνικά πρότυπα. Το ξάφνιασμα μπροστά στην ομορφιά, ανεξάντλητη πηγή εσωτερικού στοχασμού και ευγένειας, κορυφώνεται με τη συγκρατημένη αλλά ενθουσιώδη μετάβαση της περιγραφής από τα επιμέρους στοιχεία στη συνολική πρόσληψη της μορφής. Το εφηβικό σώμα ανασύρει στη μνήμη του αναγνώστη/θεατή ιδεατές μυθικές ή θεϊκές παρουσίες, όπως του Υάκινθου, του Νάρκισσου, του Ερμή και του Απόλλωνα.



Αρχείο:DemetriosPolyorchetes.jpg


Ώσπερ ου βασιλεύς, αλλ’ υποκριτής, μεταμ-
φιέννυται χλαμύδα φαιάν αντί της τραγικής
        εκείνης, και διαλαθών υπεχώρησεν.

                Πλούταρχος, Βίος Δημητρίου

Σαν τον παραίτησαν οι Μακεδόνες
κι απέδειξαν πως προτιμούν τον Πύρρο
ο βασιλεύς Δημήτριος (μεγάλην
είχε ψυχή) καθόλου — έτσι είπαν —
δεν φέρθηκε σαν βασιλεύς. Επήγε
κ’ έβγαλε τα χρυσά φορέματά του,
και τα ποδήματά του πέταξε
τα ολοπόρφυρα. Με ρούχ’ απλά
ντύθηκε γρήγορα και ξέφυγε.
Κάμνοντας όμοια σαν ηθοποιός
που όταν η παράστασις τελειώσει,
αλλάζει φορεσιά κι απέρχεται. 

■  Ποίημα του 1900, δημοσιευμένο το 1906.

Ως πηγή προτάσσεται ένα χωρίο του Πλουτάρχου (Βίοι Παράλληλοι, Δημήτριος 44). Το συμβάν τοποθετείται στα χρόνια μεταξύ 300 και 283 π.Χ. και συγκεκριμένα το 288 π.Χ., όταν ο βασιλιάς της Μακεδονίας Δημήτριος Α', στις διαμάχες με τους διαδόχους για την ιδιοποίηση κτήσεων της επικράτειας του Μεγάλου Αλεξάνδρου, εγκαταλείπεται από τους στρατιώτες του, οι οποίοι αυτομολούν στο στρατόπεδο του Πύρρου, βασιλιά της Ηπείρου.
 
Ανήκει στην κατηγορία των ιστορικών ποιημάτων με θέμα την πανανθρώπινη συνείδηση της ματαιότητας των επίγειων μεγαλείων. Η άνοδος και η πτώση από την εξουσία διαγράφεται μέσα από την τυπική εικόνα του αρχηγού, ο οποίος εγκαταλείπεται από την ακολουθία του. Ο ελληνιστικός κόσμος από τον Μέγα Αλέξανδρο έως το τέλος των βασιλείων είναι μια διαρκής προσαρμογή σε καινούργιες καταστάσεις και ταυτόχρονα μια απαγγίστρωση σε σταθερές αξίες. Ο ποιητής ανιχνεύει διαγωγές ανθρώπων και κρατών μέσα από τη στωική παρομοίωση της ζωής ως θεατρικής σκηνής.

Στην εποχή του κατηγορήθηκε ο Καβάφης ότι παρουσιάζει πράγματα γνωστά και ότι αρκετά ιστορικά ποιήματα είναι απλές παραφράσεις αρχαίων πηγών. Πράγματι, συχνά μένει πολύ κοντά στην πηγή αλλά την ενισχύει με προσωπικές οπτικές, όπως η φράση «μεγάλην είχε ψυχή» για τον Δημήτριο, η οποία αναδεικνύει την αξιοπρέπεια του ανθρώπου που έχει επίγνωση της αποτυχίας. Η αναφορά στη λέξη ηθοποιός ενισχύει την τραγικότητα της «σκηνής», σαν να επρόκειτο για την αυλαία, η οποία πέφτει ύστερα από μια καλή ή κακή παράσταση. Στο συγκεκριμένο ποίημα η ιστορία χρησιμεύει για να χρυσώσει τον θρύλο τον Δημητρίου του Πολιορκητή, προσαρμόζοντας τον σε αντίστοιχες καταστάσεις μιας οποιασδήποτε ανθρώπινης στιγμής, σε οικουμενικό επίπεδο.






Τα μεγαλεία να φοβάσαι, ω ψυχή.
Και τες φιλοδοξίες σου να υπερνικήσεις
αν δεν μπορείς, με δισταγμό και προφυλάξεις
να τες ακολουθείς. Κι όσο εμπροστά προβαίνεις,
τόσο εξεταστική, προσεκτική να είσαι.

Κι όταν θα φθάσεις στην ακμή σου, Καίσαρ πια·
έτσι περιωνύμου ανθρώπου σχήμα όταν λάβεις,
τότε κυρίως πρόσεξε σαν βγεις στον δρόμον έξω,
εξουσιαστής περίβλεπτος με συνοδεία,
αν τύχει και πλησιάσει από τον όχλο
κανένας Αρτεμίδωρος, που φέρνει γράμμα,
και λέγει βιαστικά «Διάβασε αμέσως τούτα,
είναι μεγάλα πράγματα που σ' ενδιαφέρουν»,
μη λείψεις να σταθείς· μη λείψεις τους διαφόρους
που χαιρετούν και προσκυνούν να τους παραμερίσεις
(τους βλέπεις πιο αργά)· ας περιμένει ακόμη
κ' η Σύγκλητος αυτή, κ' ευθύς να τα γνωρίσεις
τα σοβαρά γραφόμενα του Αρτεμιδώρου.

■  Το ποίημα γράφτηκε το 1906 και δημοσιεύτηκε το 1911.

Οι πηγές από τις οποίες αντλεί ο Καβάφης είναι ο Πλούταρχος (Βίοι Παράλληλοι, Καίσαρ 65) αλλά και ο Δίων Κάσσιος (Ρωμαϊκή Ιστορία XLIV,18,3). Το ιστορικό συμβάν στο οποίο αναφέρεται είναι οι Μάρτιαι Ειδοί, δηλαδή η 13η ή 15η Μαρτίου (κατά το ρωμαϊκό ημερολόγιο) του 44 π.Χ. Την ημέρα αυτή, ο Κνίδιος σοφιστής Αρτεμίδωρος προσπάθησε να προειδοποιήσει τον Ιούλιο Καίσαρα για την συνωμοσία και επικείμενη δολοφονία του, την οποία είχε προφητεύσει ο οιωνοσκόπος Σπουρρίνας. Τον πλησίασε για να του επιδώσει έναν κύλινδρο ("βιβλίδιον"), όπου είχαν καταγραφεί όλα όσα έμελλε να συμβούν. Παρά την επιμονή του, για άμεση προσοχή στα γραφόμενα, ο Καίσαρ δεν μπόρεσε, λόγω του πλήθους, να διαβάσει την επιστολή και εισήλθε στη σύγκλητο, με αποτέλεσμα να δολοφονηθεί κατά την εορταστική ημέρα των Ειδών του Μαρτίου, που ήταν αφιερωμένη στον θεό Άρη (μολονότι ο Πλούταρχος δεν καταθέτει την ακριβή ημερομηνία). Ο Σουητώνιος αναφέρει πως, όταν ο Καίσαρ είδε τον Βρούτο να ορμά εναντίον του, είπε στα ελληνικά «Και σύ Βρούτε;».

Με αφορμή ένα ιστορικό συμβάν, ο Καβάφης καταδεικνύει μέσα από έναν μονόλογο καίρια ζητήματα που αφορούν στη ζωή του καθενός. Είναι η συνειδητοποίηση του δραματικού συνόρου της ζωής, ο στοχασμός γύρω από την παρακμή και τη ματαιότητα των ανθρωπίνων. Με τη μεταφορά του παραδείγματος στο πρόσωπο του Καίσαρα επιδιώκει να προσεγγίσει το υπερφίαλο αίσθημα της φιλοδοξίας, απόρροια της εξουσίας, συμβουλεύοντας την ψυχή να έχει αυτεπίγνωση και μια ιδιαίτερη δύναμη αντίστασης στην απατηλή καθημερινότητα και, κυρίως, να μην αδιαφορεί στα μηνύματα επικείμενων κινδύνων. 

Για μια ακόμα φορά, η «ύβρις» με την αρχαία έννοια, εμπνέει την καβαφική αγωνία. Όπως ο ίδιος σημειώνει σε ένα σύντομο σχόλιο πριν τη δημοσίευση του ποιήματος: «Μπορεί κι οι ομιλίες εκείνες κ' η δουλειές να είναι κατεπείγουσες κ' η αναβολή τους βλαβερή... αλλά ποτέ έτσι κατεπείγουσες δεν μπορεί να είναι σαν το μήνυμα του Αρτεμίδωρου, που η παραμελησίς του φέρνει τον άμεσο θάνατο». Ας σημειωθεί ότι ο Αρτεμίδωρος δεν ήταν ένας τυχαίος άνθρωπος αλλά ένας δάσκαλος της ρητορικής και της λογικής.





Την χάραξι φρόντισε τεχνικά να γίνει.
Έκφρασις σοβαρή και μεγαλοπρεπής.
Το διάδημα καλλίτερα μάλλον στενό·
εκείνα τα φαρδιά των Πάρθων δεν με αρέσουν.
Η επιγραφή, ως σύνηθες, ελληνικά·
όχ’ υπερβολική, όχι πομπώδης—
μην τα παρεξηγήσει ο ανθύπατος
που όλο σκαλίζει και μηνά στην Pώμη —
αλλ’ όμως βέβαια τιμητική.
Κάτι πολύ εκλεκτό απ’ το άλλο μέρος·
κανένας δισκοβόλος έφηβος ωραίος.
Προ πάντων σε συστήνω να κυττάξεις
(Σιθάσπη, προς θεού, να μη λησμονηθεί)
μετά το Βασιλεύς και το Σωτήρ,
να χαραχθεί με γράμματα κομψά, Φιλέλλην.
Και τώρα μη με αρχίζεις ευφυολογίες,
τα «Πού οι Έλληνες;» και «Πού τα Ελληνικά
πίσω απ’ τον Ζάγρο εδώ, από τα Φράατα πέρα».
Τόσοι και τόσοι βαρβαρότεροί μας άλλοι
αφού το γράφουν, θα το γράψουμε κ’ εμείς.
Και τέλος μη ξεχνάς που ενίοτε
μας έρχοντ’ από την Συρία σοφισταί,
και στιχοπλόκοι, κι άλλοι ματαιόσπουδοι.
Ώστε ανελλήνιστοι δεν είμεθα, θαρρώ. 

■  Ποίημα του 1906, δημοσιευμένο το 1912.

Η αναφορά στον Ρωμαίο ανθύπατο τοποθετεί το επεισόδιο στον 1ο  αι. π.Χ., όταν το αυξανόμενο ενδιαφέρον της Ρώμης για την Ανατολή επηρεάζει την συμπεριφορά των τοπικών βασιλίσκων. Κάποιος ματαιόδοξος ηγεμονίσκος ανατολικά της Μεσοποταμίας δίνει εντολές για την χάραξη ενός πορτρέτου επάνω σε νόμισμα. Το πορτρέτο πρέπει να φέρει διάδημα και να συνοδεύεται από επιγραφή στα ελληνικά και τον χαρακτηρισμό «Φιλέλλην». Θέλει με αυτόν τον χαρακτηρισμό να αποδείξει την επικοινωνία του με την ελληνική παιδεία, μετριάζοντας την εντύπωση της ανελλήνιστης και απομακρυσμένης ασιατικής επαρχίας, στην οποία ζει.

Ο ποιητής επικεντρώνεται για άλλη μια φορά στη συγκίνηση που του προκαλεί η αναπόληση του εξελληνισμένου αρχαίου κόσμου μετά τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Παρά την πολυμορφία των βασιλείων και τη διατήρηση πάτριων εθίμων, οι παρθικές περιοχές μεταξύ της κεντρικής και μεσογειακής Ασίας, που είχαν αποσπασθεί σταδιακά από τους Σελευκίδες, θα εξακολουθήσουν να αποδέχονται με συμπάθεια τους Έλληνες. Οι τοπικοί μονάρχες μιλούν και κόβουν νομίσματα στα ελληνικά, περιβάλλονται από'Ελληνες καλλιτέχνες και προσθέτουν, όπως ο Μιθριδάτης Α', το επίθετο του Φιλέλληνα στους τίτλους τους. Τα διαδήματα που φορούσαν ήταν, κατά τη συνήθεια της Ανατολής, ένας επεξεργασμένος κεφαλόδεσμος, ενώ των Ελλήνων μια λεπτή λινή ταινία, ακριβώς επειδή παρέπεμπε σε νίκες μετά από αγώνες.

Ο βάρβαρος ηγεμών του ποιήματος καυχιέται για τα εκλεπτυσμένα γούστα του. Η απαίτηση του να σκαλιστεί κάτι πολύ εκλεκτό στο νόμισμα τονίζει ότι η αισθητική του έχει ως πρότυπο το ελληνικό ιδεώδες. Παράλληλα, με την αντιπαράθεση των όρων βάρβαρος-βαρβαρότερος, εμφαίνεται η λεπτή ειρωνεία του ποιητή έναντι όσων έχουν μιαν εντελώς επιφανειακή ή επιδεικτική διάθεση σε πράγματα που δεν τους αγγίζουν. Στον κόσμο του κυριαρχεί η αφοσίωση και η αγάπη για την ελληνική γλώσσα, ακόμα και σε λαούς που δεν την είχαν ως μητρική. Έντεχνα, μέσα στην ποιητική δόμηση πόλεων και προσώπων που ελκύονταν άλλοτε από τον ελληνικό πολιτισμό και προσπάθησαν με διάφορους τρόπους να τον προσεγγίσουν, διαβλέπει κανείς την πρόθεση του ποιητή να υποβάλει ή να ζωντανέψει μια συνθετική εικόνα της ελληνικής υπεροχής.





Καθώς που θα το ακούσατε, δεν είμ’ αρχάριος.
Κάμποση πέτρα από τα χέρια μου περνά.
Και στην πατρίδα μου, τα Τύανα, καλά
με ξέρουνε· κ’ εδώ αγάλματα πολλά
με παραγγείλανε συγκλητικοί.

                                        Και να σας δείξω
αμέσως μερικά. Παρατηρείστ’ αυτήν την Pέα·
σεβάσμια, γεμάτη καρτερία, παναρχαία.
Παρατηρείστε τον Πομπήιον. Ο Μάριος,
ο Aιμίλιος Παύλος, ο Aφρικανός Σκιπίων.
Ομοιώματα, όσο που μπόρεσα, πιστά.
Ο Πάτροκλος (ολίγο θα τον ξαναγγίξω).
Πλησίον στου μαρμάρου του κιτρινωπού
εκείνα τα κομμάτια, είν’ ο Καισαρίων.

Και τώρα καταγίνομαι από καιρό αρκετό
να κάμω έναν Ποσειδώνα. Μελετώ
κυρίως για τ’ άλογά του, πώς να πλάσω αυτά.
Πρέπει ελαφρά έτσι να γίνουν που
τα σώματα, τα πόδια των να δείχνουν φανερά
που δεν πατούν την γη, μόν’ τρέχουν στα νερά.

Μα να το έργον μου το πιο αγαπητό
που δούλεψα συγκινημένα και το πιο προσεκτικά·
αυτόν, μια μέρα του καλοκαιριού θερμή
που ο νους μου ανέβαινε στα ιδανικά,
αυτόν εδώ ονειρεύομουν τον νέον Ερμή. 

■  Ποίημα του 1893, ξαναδουλεμένο το 1903 και δημοσιευμένο το 1911.

Αναφέρεται σε έναν φανταστικό τεχνίτη του μαρμάρου από τα Τύανα της Καππαδοκίας που ζει στη Ρώμη και παρουσιάζει τις παραγγελίες, τις οποίες επεξεργάζεται, σε κάποιους επισκέπτες στο εργαστήριο του. Το επεισόδιο τοποθετείται στα χρόνια λίγο πριν ή μετά Χριστόν.

Το ποίημα θαρρείς και περιγράφει το ίδιο το καβαφικό εργαστήρι. Μέσα από το ιδανικό στην τέχνη, που αντανακλάται στη μορφή του Ερμή, τονίζεται η ελευθερία της καλλιτεχνικής πράξης, η οποία αποσπάται από τις ανάγκες που υπαγορεύει ένα συγκεκριμένο περιβάλλον ανθρώπων της εξουσίας και ενδίδει, σε κάποια στιγμή ονειρικής αυτογνωσίας, σε μια προσωπική, άρα πιο γνήσια εσωτερική παρόρμηση.

Διαθλάται η διαρκής έννοια του ποιητή για τα ελληνικά πρότυπα και παράλληλα όψεις της σύγχρονης του Αλεξάνδρειας στον απόηχο ενός ελληνίζοντος παρελθόντος της μεταβικτωριανής εποχής που θέλγεται από ρωμαϊκές αντίκες και αντίγραφα της ύστερης αρχαιότητας, μέσα από την εμπορευματοποίηση της τέχνης. Στο πλαίσιο του βιομηχανικού ρυθμού, το καλλιτεχνικό έργο προσαρμόζεται στη ζήτηση του κοινού και ρίχνεται ως συρμός στην κατανάλωση.





Ο Δάμων ο τεχνίτης (άλλον πιο ικανό
στην Πελοπόννησο δεν έχει) εις παριανό
μάρμαρο επεξεργάζεται την συνοδεία
του Διονύσου. Ο θεός με θεσπεσία
δόξαν εμπρός, με δύναμι στο βάδισμά του.
Ο Άκρατος πίσω. Στο πλάγι του Aκράτου
η Μέθη χύνει στους Σατύρους το κρασί
από αμφορέα που τον στέφουνε κισσοί.
Κοντά των ο Ηδύοινος ο μαλθακός,
τα μάτια του μισοκλειστά, υπνωτικός.
Και παρακάτω έρχοντ’ οι τραγουδισταί
Μόλπος κ’ Ηδυμελής, κι ο Κώμος που ποτέ
να σβύσει δεν αφίνει της πορείας την σεπτή
λαμπάδα που βαστά· και, σεμνοτάτη, η Τελετή.—
Aυτά ο Δάμων κάμνει. Και κοντά σ’ αυτά
ο λογισμός του κάθε τόσο μελετά
την αμοιβή του από των Συρακουσών
τον βασιλέα, τρία τάλαντα, πολύ ποσόν.
Με τ’ άλλα του τα χρήματα κι αυτά μαζύ
σαν μπουν, ως εύπορος σπουδαία πια θα ζει,
και θα μπορεί να πολιτεύεται — χαρά!—
κι αυτός μες στην βουλή, κι αυτός στην αγορά. 

■  Το ποίημα γράφτηκε το 1903 και δημοσιεύτηκε το 1907.

Το συμβάν τοποθετείται στον 3ο αι. π.Χ., στην εποχή του Ιέρωνα, τυράννου των Συρακουσών. Ο Δάμων, ξακουστός «τεχνίτης» από την Πελοπόννησο, σμιλεύει κατά παραγγελία του ηγεμόνα μορφές από τη συνοδεία του Διονύσου σε παριανό μάρμαρο. Αν και απορροφημένος από το αντικείμενο της τέχνης του, στόχος του Δάμωνα είναι η χρηματική αμοιβή που θα του επιτρέψει να ζει πλουσιοπάροχα.

Το ποίημα είναι ενδεικτικό για τα θέματα αισθητικής προσέγγισης που απασχόλησαν τον Καβάφη την περίοδο 1903-1907, στην οποία ανήκουν και άλλα ποιήματα με παρεμφερές περιεχόμενο. Πρόκειται για ιδέες γύρω από την εξουθενωτική προσήλωση, την αλήθεια και την ειλικρίνεια στην τέχνη. Ο ποιητής επισημαίνει τον μόχθο που απαιτεί η δούλεψη της, δικαιολογώντας ταυτόχρονα περιόδους λιποψυχίας ή μονοτονίας, ως επακόλουθο της απομόνωσης και της εμμονής στην αισθητική λεπτομέρεια.

 Έμμεσα, ωστόσο, διατυπώνει και την άποψη ότι η καλλιτεχνική σκέψη και πράξη έχει και τις συνέπειες της, που προκύπτουν από τη σχέση του δημιουργού με το περιβάλλον. Καθώς ζει μέσα σ' αυτό, υπόκειται και επηρεάζεται, αναπόφευκτα, από τις συμβατικότητες και τις εξωκαλλιτεχνικές συναλλαγές. Με σαρκασμό λοιπόν αναφέρεται ο ποιητής στην πληρωμή του τεχνίτη για το έργο του και τους σκοπούς για τους οποίους θα χρησιμοποιήσει την πλούσια αμοιβή.



Παλαιόθεν Eλληνίς




Καυχιέται η Aντιόχεια      για τα λαμπρά της κτίρια,
και τους ωραίους της δρόμους·      για την περί αυτήν
θαυμάσιαν εξοχήν,      και για το μέγα πλήθος
των εν αυτή κατοίκων.      Καυχιέται που είν’ η έδρα
ενδόξων βασιλέων·      και για τους καλλιτέχνας
και τους σοφούς που έχει,      και για τους βαθυπλούτους
και γνωστικούς εμπόρους.      Μα πιο πολύ ασυγκρίτως
απ’ όλα, η Aντιόχεια      καυχιέται που είναι πόλις
παλαιόθεν ελληνίς·      του Άργους συγγενής:
απ’ την Ιώνη που      ιδρύθη υπό Aργείων
αποίκων προς τιμήν      της κόρης του Ινάχου. 

■  Ανήκει στα όψιμα ποιήματα του Καβάφη. Δημοσιεύτηκε το 1927.

Ως πιθανή πηγή έμπνευσης έχει αναφερθεί ο Στέφανος Βυζάντιος, στο λήμμα Ιώνη που αντιστοιχεί στην αρχαία ονομασία της Αντιόχειας αλλά και η περιγραφή του Ιωάννη Μαλάλα, χρονικογράφου του 6ου αι. μ.Χ., ο οποίος πληροφορεί για την παλαιότητα της πόλης, που είχε άμεση συγγένεια με το μυθικό Άργος.

Σύμφωνα με τους μελετητές, το ενδιαφέρον του Καβάφη για τα ελληνιστικά κέντρα στρέφεται μετά το 1917 στην περιοχή της Συρίας, κεντρικό άξονα μετασχηματισμού λαών και πολιτισμών. Οι ανακατατάξεις στην ανατολική Μεσόγειο ύστερα από τα γεγονότα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου ανακαλούν, ενδεχομένως, στην ποιητική του σκέψη μια παλαιότερη χαρτογραφία της περιοχής, η οποία ήταν άλλοτε διαποτισμένη από την αισθητική των Ελλήνων.

Ειδικότερα τραβά τη φαντασία του η Αντιόχεια, χωνευτήρι ιδεολογικών διασταυρώσεων, η πόλη όπου πηγαινοέρχονταν σοφιστές και ρήτορες και όπου ακτινοβολούσε η ελληνική σκέψη και βιοθεωρία. Δεν αρκείται, ωστόσο, στην περιγραφή των λαμπρών της κτηρίων, των ωραίων δρόμων, των ενδόξων βασιλέων, της πνευματικής και εμπορικής αίγλης, ούτε και ότι φέρει το όνομα ενός Σελευκίδη. Δίνει έμφαση σε ένα ιδιαίτερο στοιχείο που χαρακτηρίζει τον ευρύτερο κόσμο του ελληνισμού στις διάφορες προεκτάσεις του. 

Πρόκειται για την απόλυτα ελληνική από αρχαιοτάτων χρόνων καταγωγή της και συγγένεια με την ελληνική παράδοση. Ενθουσιάζεται λοιπόν από τις περιγραφές του εξελληνισμένου Σύρου χρονικογράφου Ιωάννη Μαλάλα και συνθέτει, όπως και στην περίπτωση της μυθικής του Αλεξάνδρειας, μια πολύ ενδιαφέρουσα αναλογία της κοσμοπολίτικης Αντιόχειας, που καύχημα της δεν ήταν μόνο η ομορφιά και το πλούσιο πολιτισμικά παρελθόν αλλά η ελληνικότητα της.



Magnify Image


Το έργον των θεών διακόπτομεν εμείς,
τα βιαστικά κι άπειρα όντα της στιγμής.
Στης Ελευσίνος και στης Φθίας τα παλάτια
η Δήμητρα κ’ η Θέτις αρχινούν έργα καλά
μες σε μεγάλες φλόγες και βαθύν καπνόν. Aλλά
πάντοτε ορμά η Μετάνειρα από τα δωμάτια
του βασιλέως, ξέπλεγη και τρομαγμένη,
και πάντοτε ο Πηλεύς φοβάται κ’ επεμβαίνει. 


■  Το ποίημα γράφτηκε το 1900 και δημοσιεύτηκε το 1901.

Το επεισόδιο, το οποίο επεξεργάζεται ο ποιητής, αναφέρεται ταυτόχρονα σε δύο μυθολογικά περιστατικά, τα οποία απαντούν στον ομηρικό 'Ύμνον εις Δήμητρα (στ. 231-256), όπου επισημαίνονται αί άφραδίαι (απερισκεψία) της Μετάνειρας, ενώ περιγράφονται και από τον Απολλόδωρο (Βιβλιοθήκη 1.29, ΙΙΙ.171). Σύμφωνα με την ελευσινιακή παράδοση, όταν η θεά Δήμητρα έφθασε στην Ελευσίνα, αναζητώντας την κόρη της Περσεφόνη, την οποία ο Πλούτων είχε απαγάγει στον Κάτω Κόσμο, βρήκε θερμή υποδοχή στο παλάτι του Κελεού και της Μετάνειρας, η οποία της ανέθεσε τη φροντίδα του νεογέννητου γιού της, του Δημοφώντα. Θέλοντας να ανταποδώσει τη φιλοξενία, η Δήμητρα σκέφτηκε να χαρίσει στο παιδί την αθανασία, περνώντας το κρυφά την νύχτα μέσα από τη φωτιά. Το έργο της σταμάτησε έντρομη η Μετάνειρα, όταν αντιλήφθηκε τη διαδικασία. Παρόμοια, στο παλάτι της Φθίας, η Θέτις προσπάθησε να κάνει αθάνατο τον νεογέννητο Αχιλλέα, κρατώντας τον μέσα στη φωτιά. Εμποδίστηκε όμως και αυτή από τον πατέρα του Πηλέα, ο οποίος διέκοψε από άγνοια το έργο της.

Στο ποίημα «Διακοπή», όπως και σε άλλα με μυθολογικό υπόβαθρο, ο Καβάφης σέβεται την εκδοχή της παράδοσης, συνδυάζοντας δύο περιστατικά. Με αφορμή τον μύθο, ο ποιητής εκφράζει, μέσα από μια γενικότροπη εισαγωγή, τις απόψεις του για τις άφρονες πράξεις των ανθρώπων, συνήθως βιαστικές και επιπόλαιες.

Η προνοητική και καλοπροαίρετη, στο συγκεκριμένο συμβάν, επέμβαση των θεών μπορούσε να αποβεί λυτρωτική για τον Αχιλλέα και τον Δημοφώντα, αν δεν είχε διακοπεί από τις αντεπεμβάσεις των θνητών. Νοηματικά, το ποίημα κινείται στο κλίμα της αδυναμίας των ανθρώπων να αναχαιτίσουν τις καταστροφικές συνέπειες μιας κοντόφθαλμης απόφασης. Η «αέναη» ισχύς αυτής της διαπίστωσης, σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή της ανθρώπινης υπόστασης, επιτείνεται στο ποίημα με την επαναληπτική παράθεση της λέξης «πάντοτε». Ο μύθος επικαιροποιεί την αδήριτη πραγματικότητα στην καθημερινή συμπεριφορά των ανθρώπων, αφού οι λανθασμένες, όπως αποδεικνύεται εκ των υστέρων, επιλογές τους ακυρώνουν τις καλές προθέσεις των θεών. Είναι εμφανής η ειρωνική ματιά του Καβάφη στο θέμα της διάστασης του χρόνου, στη στιγμιαία πρόσληψη της από τους ανθρώπους.






Magnify Image

Ο Λάνης που αγάπησες εδώ δεν είναι, Μάρκε,
στον τάφο που έρχεσαι και κλαις, και μένεις ώρες κι ώρες.
Τον Λάνη που αγάπησες τον έχεις πιο κοντά σου
στο σπίτι σου όταν κλείεσαι και βλέπεις την εικόνα,
που αυτή κάπως διατήρησεν ό,τ’ είχε που ν’ αξίζει,
που αυτή κάπως διατήρησεν ό,τ’ είχες αγαπήσει.

Θυμάσαι, Μάρκε, που έφερες από του ανθυπάτου
το μέγαρον τον Κυρηναίο περίφημο ζωγράφο,
και με τι καλλιτεχνικήν εκείνος πανουργία
μόλις είδε τον φίλο σου κ’ ήθελε να σας πείσει
που ως Υάκινθον εξ άπαντος έπρεπε να τον κάμει
(μ’ αυτόν τον τρόπο πιο πολύ θ’ ακούονταν η εικών του).

Μα ο Λάνης σου δεν δάνειζε την εμορφιά του έτσι·
και σταθερά εναντιωθείς είπε να παρουσιάσει 
όχι διόλου τον Υάκινθον, όχι κανέναν άλλον,
αλλά τον Λάνη, υιό του Pαμετίχου, Aλεξανδρέα. 

 Ποίημα του 1916, δημοσιευμένο το 1917.

Η πηγή από την οποία αντλεί ο ποιητής είναι η Παλατινή Ανθολογία αλλά και τα αρχαϊκά και τα κλασικά επιγράμματα, όπως επισημαίνουν οι μελετητές. Το συμβάν τοποθετείται στα χρόνια της Ρωμαϊκής περιόδου, αν κρίνουμε από την αναφορά στον τίτλο του Ρωμαίου ανθυπάτου (τοποτη ρητού) και στο εθνικό Κυρηναίος από την πόλη Κυρήνη, η οποία έγινε ρωμαϊκή επαρχία το 75 π.Χ. Ο Λάνης απευθύνεται στον εν ζωή φίλο του Μάρκο, θυμίζοντας του πως κάποτε δεν δέχτηκε να τον παρουσιάσει ο ξακουστός όσον και πανούργος ζωγράφος ως Υάκινθο, κρύβοντας κάτω από ένα μυθικό σύμβολο την ομορφιά του.
 
Ένα ακόμα «επιτύμβιο» ποίημα του Καβάφη με τη λέξη τάφος στον τίτλο, με τη σύντομη φόρμα του επιγράμματος, του τυπικού ελληνιστικού είδους που καλλιεργήθηκε ιδιαίτερα, ως προς τη μορφή και το ύφος, από εκπροσώπους της Αλεξανδρινής ποιητικής σχολής. Τα καβαφικά επιτύμβια θυμίζουν σε αρκετές περιπτώσεις τα αρχαία πρότυπα (π.χ. τα επιγράμματα του Αράτου ή τον Ιουλιανού του Αιγυπτίου από τον κύκλο του Αγαθία του Σχολαστικού). Συνιστούν, όμως, ένα πιο ιδιότυπο, ελεύθερο είδος. Το συγκεκριμένο, εκφράζει με ιδιαίτερη ευαισθησία στιγμές ενός ανθρώπινου πόνου, επακόλουθο της φθοράς, που μόνον η μνήμη μπορεί να απαλύνει.

 Η Αλεξάνδρεια, ως πόλη που ήξερε να εκτιμά την ομορφιά, ήταν ικανή να εμπνεύσει τόση αυτοπεποίθηση στους ωραίους νέους της, ώστε να μην χρειάζεται αυτοί να δανείζονται ιδανικές μορφές από μυθολογικά πρότυπα. Η αγωνία του ποιητή για τη διατήρηση του αγαπημένου προσώπου, μέσα από κάποια τεχνητή εικόνα, γίνεται πιο επιτακτική με την επανάληψη κάποιων φράσεων, οι οποίες κορυφώνουν τη διάσταση ανάμεσα στο πραγματικό (που προσπαθεί να ανακαλέσει η μνήμη) και το τεχνητό (που πραγματώνεται με τη ζωγραφική εικόνα).




Magnify Image


A του Ηρώδη του Aττικού τι δόξα είν’ αυτή.

Ο Aλέξανδρος της Σελευκείας, απ’ τους καλούς μας σοφιστάς,
φθάνοντας στας Aθήνας να ομιλήσει,
βρίσκει την πόλιν άδεια, επειδή ο Ηρώδης
ήταν στην εξοχή. Κ’ η νεολαία
όλη τον ακολούθησεν εκεί να τον ακούει.
Ο σοφιστής Aλέξανδρος λοιπόν
γράφει προς τον Ηρώδη επιστολή,
και τον παρακαλεί τους  Έλληνας να στείλει.
Ο δε λεπτός Ηρώδης απαντά ευθύς,
«Έρχομαι με τους Έλληνας μαζύ κ’ εγώ.»—

Πόσα παιδιά στην Aλεξάνδρεια τώρα,
στην Aντιόχεια, ή στην Βηρυτό
(οι ρήτορές του οι αυριανοί που ετοιμάζει ο ελληνισμός),
όταν μαζεύονται στα εκλεκτά τραπέζια
που πότε η ομιλία είναι για τα ωραία σοφιστικά,
και πότε για τα ερωτικά των τα εξαίσια,
έξαφν’ αφηρημένα σιωπούν.
Άγγιχτα τα ποτήρια αφίνουνε κοντά των,
και συλλογίζονται την τύχη του Ηρώδη—
ποιος άλλος σοφιστής τ’ αξιώθηκεν αυτά;—
κατά πού θέλει και κατά πού κάμνει
οι  Έλληνες (οι  Έλληνες!) να τον ακολουθούν,
μήτε να κρίνουν ή να συζητούν,
μήτε να εκλέγουν πια, ν’ ακολουθούνε μόνο. 

■  Ποίημα του 1900, ξαναδουλεμένο και δημοσιευμένο το 1912.

Ως πηγή θεωρείται αναμφίβολα ο Φιλόστρατος (Βίοι σοφιστών 571), τον οποίον ο Καβάφης διάβαζε με ιδιαίτερη ευχαρίστηση, όπως αναφέρει στο πεζό κείμενο «Έλληνες λόγιοι εν Ρωμαϊκαίς οικίαις» του 1896. Ο σοφιστής Αλέξανδρος έρχεται στην Αθήνα για να μιλήσει στους νέους αλλά μαθαίνει ότι βρίσκονται στον Μαραθώνα, στην έπαυλη του Ηρώδη Αττικού. Του απευθύνει επιστολή, παρακαλώντας τον να στείλει τους Έλληνες. Ο Ηρώδης απαντά ότι έρχονται όλοι μαζί.

Στο συγκεκριμένο ποίημα το ενδιαφέρον του Καβάφη αποσπά η κίνηση της δεύτερης σοφιστικής, η οποία θριάμβευε τον 2ο αι. μ.Χ., με σημαντικούς εκπρόσωπους της τον Ηρώδη Αττικό και τον Αλέξανδρο της Σελευκείας. Νιώθει ιδιαίτερη συμπάθεια προς τους περιφρονημένους σοφιστές της ύστερης αρχαιότητας τους οποίους αξιολογεί τιμητικά σε σχέση με τους παλαιότερους, όπως ο Πρωταγόρας, ο Γοργίας κ.ά. 

Κτίζει το πορτρέτο του Ηρώδη Αττικού με ακριβολόγο συνέπεια και εμφανή θαυμασμό. Εξαίρει το άπλωμα της δράσης και προβάλλει την πολυδιάστατη ακτινοβολία του λόγου του, πέρα από την Αθήνα, μέσα από το πορτρέτο του Αλέξανδρου, ο οποίος εκπροσωπεί την περιφέρεια. Με τα ταξίδια τους στα μεγάλα κέντρα της Ανατολής, οι σοφιστές διακινούσαν ένα κλίμα ελληνολατρείας, επιβεβαιώνοντας την αδιάσπαστη συνέχεια του ελληνισμού. 

Ως προς τη λέξη 'Ελλην, την οποία μεταφέρει ο Καβάφης από τον Φιλόστρατο, δεν χαρακτηρίζει, όπως έχει επισημανθεί, τον κάτοικο της Ελλάδας αλλά τον σπουδαστή της ρητορικής, τόσο στην Αθήνα όσον και σε όλες τις άλλες πόλεις της εξελληνισμένης Ανατολής.


  • Περισσότερες φωτογραφίες της έκθεσης θα βρείτε  εδώ
  • Ένα χαρτί που βρίσκεται σε σωρό μπροστά σε κάθε έκθεμα  είναι διαθέσιμο στον επισκέπτη: περιέχει εκτός από το ποίημα, ερμηνευτικά και αρχαιολογικά σχόλια. Οι σελίδες αυτές που συνοδεύουν την εμπειρία επίσκεψης στην έκθεση,  αποτελούν ένα πραγματικό δώρο του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης και του Αρχείου Καβάφη, αφού φεύγοντας ο επισκέπτης έχει ένα σώμα αφήγησης, προσέγγισης και νέων αναφορών και οπτικών των ποιημάτων του Κ. Π. Καβάφη. Από εκεί προέρχονται τα παραπάνω συνοδευτικά κείμενα. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου