Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

Η μεταμφίεση (Ελένη, ή ο Κανένας), Ρέα Γαλανάκη

  • Το απόσπασμα προέρχεται από το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος Ελένη, ή ο Κανένας (1998) της Ρέας Γαλανάκη. Το έργο είναι χωρισμένο σε τρία μέρη και σε 24 κεφάλαια, θυμίζοντας τις 24 ραψωδίες του καθενός από τα ομηρικά έπη. Ωστόσο και η Λεξη «Κανένας» του τίτλου παραπέμπει στην Οδύσσεια, όπου ο Οδυσσέας συστήθηκε στον Πολύφημο με αυτό το όνομα, αλλά και το όνομα της ηρωίδας παραπέμπει στην Ιλιάδα, αφού για κάποιαν άλλη Ελένη έγινε ο Τρωικός πόλεμος.
  • Η υπόθεση στηρίζεται σε μια πραγματική ιστορία και είναι η μυθιστορηματική βιογραφία της Ελένης Αλταμούρα-Μπούκουρα, της πρώτης σπουδασμένης Ελληνίδας ζωγράφου (η συγγραφέας συνδυάζει το ιστορικό και το βιογραφικά υλικό με καθαρά μυθοπλαστικά στοιχεία).



Η ίδια η συγγραφέας, Ρέα Γαλανάκη, μιλώντας για το έργο της σε ένα τμήμα μαθητών της Γ΄ τάξης στο Πειραματικό Γυμνάσιο Ηρακλείου, στις 30 Μαρτίου 2009, εξήγησε πώς συναντήθηκε με την Ελένη Μπούκουρα-Αλταμούρα. 


Ερ.: Ειδικά για το μυθιστόρημα “Ελένη”... υπάρχουν κοινά σημεία της ζωής, αλλά και της πνευματικής πορείας της πρωταγωνίστριας του μυθιστορήματος, της Ελένης Μπούκουρα με σας τη συγγραφέα του; Συγκεκριμένα έχετε κάνει τη δική σας επανάσταση στα νεανικά σας χρόνια;

Ρέα Γαλανάκη: Αν δεν υπάρχει κάτι μέσα μας που να κάνει ένα κλικ δεν μας ενδιαφέρει. Στη ζωή αυτής της γυναίκας είδα κάποια στοιχεία. Δεν ήταν η εποχή της ούτε καλύτερη ούτε χειρότερη. Η γυναίκα που θέλει να κάνει τέχνη και τότε και τώρα έχει να αντιμετωπίσει πολλές δυσκολίες. Η Ελένη αποτελεί ένα συγκινητικό παράδειγμα. Ήθελε να σπουδάσει και στα μέσα του 19ου αιώνα δεν επιτρεπόταν στις γυναίκες να σπουδάζουν στην Ελλάδα. Το πάθος της για ζωγραφική, το τι μηχανεύτηκε για να μπορέσει να σπουδάσει ήταν μια εντυπωσιακή υπόθεση. 

Ερ. Ο τίτλος λοιπόν από μόνος του παραπέμπει και στη χρήση μυθοπλαστικών στοιχείων; Θα θέλαμε να μας εξηγήσετε κατά πόσον κάνατε χρήση πέραν των καθ’αυτό ιστορικών μαρτυριών για τη ζωή της ζωγράφου, αν αξιοποιήσατε και τα παραπάνω μοτίβα από τη μυθολογία;

Ρέα Γαλανάκη: Πολύ σωστή επισήμανση. Κάποιες πινελιές από την Οδύσσεια.

Στην εφημερίδα Καθημερινή, ένα άρθρο με τίτλο “Η δική μου Ελένη” αναφέρω ότι ο Δούρειος Ίππος ήταν ένα τέχνασμα· η Ελένη μπήκε στα ανδρικά ρούχα όπως οι Έλληνες στο Δούρειο Ίππο για να εκπορθήσουν την Τροία. Η Ελένη παύει να είναι η Ελένη Μπούκουρα. Είναι το φοβερό “Κανένας”. Είναι η Οδύσσεια μιας γυναίκας (πολύ χονδροειδώς βέβαια).

Ερ. Ανταποκρίνεται και στη σύγχρονη πραγματικότητα για τη θέση της γυναίκας, ο συμβολισμός του τίτλου που επιλέξατε: “Ελένη ή ο Κανένας”; Λειτουργεί η Ελένη Μπούκουρα ως σύμβολο και για τις γυναίκες που αγωνίζονται προκειμένου να κατακτήσουν “την ισοζυγία δυνάμεων” σε όλους τους τομείς της οικογενειακής και επαγγελματικής της ζωής (σταδιοδρομία);

Ρέα Γαλανάκη: Τα πράγματα για τις γυναίκες είναι πολύ καλύτερα σήμερα. Η Μπούκουρα αποτελεί ένα συγκινητικό παράδειγμα ανθρώπου που μπόρεσε να καταφέρει αυτό που ήθελε αν και του ανατράπηκε η ζωή αργότερα. Να έχει τη στιγμή που πρέπει τη δυνατότητα να κάνει αυτό που θέλει να πετύχει τον στόχο της. Ακόμη επικρατούσε ο απόηχος της ελληνικής επανάστασης. Ένα από τα μηνύματα του Διαφωτισμού ήταν η ισότιμη σχέση της γυναίκας και του άνδρα. Ο πατέρας της είχε υπόψη του ό,τι έλεγε ο Ρήγας Φεραίος. Τη βοήθησε ο πατέρας της. Τα στερεότυπα είναι λίγο πιο ελαστικά εκείνη την εποχή.



Θέματα του αποσπάσματος
  • Η προσωπικότητα της τολμηρής και μορφωμένης ζωγράφου, η οποία μεταμφιέστηκε σε άντρα για να μπορέσει να πραγματοποιήσει το όνειρό της, δηλ. να σπουδάσει ζωγραφική στη Σχολή των Ναζαρηνών ζωγράφων  στην Ιταλία, η οποία δεχόταν μόνον άνδρες .
  • Πρότυπο της Ελένης είναι η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, η επιφανέστερη γυναικεία μορφή του Αγώνα του 1821, η Σπετσιώτισσα κυρά, που, για τον έρωτα της ελευθερίας και αγνοώντας τις κοινωνικές συμβάσεις ,όσο βρισκόταν πάνω στο πλοίο, πετούσε τα γυναικεία ενδύματα και μεταμορφωνόταν σε δυναμικό άντρα: "με γυναικεία ενδύματα δεν μπαίνει άνθρωπος στην πράξη του πολέμου. Oύτε τα όπλα του χειρίζεται σωστά ούτε και σκέφτεται σωστά. Και το χειρότερο, με τα παράταιρα γυναικεία ρούχα έδινε στόχο στον εχθρό σέρνοντας γρουσουζιά στους δικούς του. Άρα, συμπέραιναν δίχως βέβαια να την έχουν δει σε ώρα μάχης, η Λασκαρίνα ανέβαινε στα πλοία και κατέβαινε με τις φούστες της και με τις χρυσές μαντίλες, ενόσω όμως έκανε κουμάντο, δεν μπορεί παρά να βρισκότανε μέσα σε αντρίκεια φορεσιά."
Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα.
Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ


Ο έρωτας για τη ζωγραφική – τα εμπόδια 


Η μανία της να ζωγραφίζει δεν είχε καμιά σχέση με τη διδασκαλία του διακοσμητικού σχεδίου και με την υποταγή, που απαιτούνε τα χειροτεχνήματα των κοριτσιών, των προορισμένων για κυρίες της Αυλής ή και συζύγους πλούσιων αστών, των προορισμένων πάνω απ' όλα για μητέρες αγοριών. Η Ελένη έπρεπε να τιμωρηθεί, γιατί συνέχιζε να ζωγραφίζει όχι μονάχα στα διαλείμματα, μα και μέσα στην τάξη, κατά την ώρα του μαθήματος. Όμως κάθε πάθος, κατά τα λεγόμενα των διδασκάλων, συγκροτεί αργά και σταθερά παρέκκλιση. Και μια παρέκκλιση θα έβλαπτε την ίδια, την αγωγή των υπολοίπων δεσποινίδων και τη φήμη του σχολείου. Ήδη είχε αγνοήσει τόσες και τόσες υποδείξεις, ότι μόνον κατά την ώρα της ιχνογραφίας μπορούσε ακίνδυνα να αντιγράφει τα αντικείμενα, που η καθηγήτρια τοποθετούσε πάνω στην έδρα για να φαίνονται καλά, λόγου χάριν ένα άδειο βάζο ή έναν χαρτονένιο κύβο. Οι δεσποινίδες όφειλαν να ζωγραφίζουν μόνον αυτά που η δασκάλα τούς επέτρεπε να δουν, και με τον τρόπο ακριβώς που τους τα έδειχνε. Η νεαρή Ελένη έπρεπε εφεξής να απέχει από την παρατήρηση και αποτύπωση των κοριτσίστικων σωμάτων στα διαλείμματα, κι απ' όλα αυτά τα άδολα δήθεν δώρα, πράξεις που θα μπορούσαν να εκληφθούν ακόμη και ως μια πρόωρη αιχμαλωσία της στο δόλο σαρκικών αμαρτημάτων.



Η Ελένη δεν καταδέχτηκε να κλάψει όσο κράτησε η τιμωρία, που η ταπείνωση έκανε πιο αργό και πιο αβάσταχτο τον χρόνο της. Τότε όμως αποφάσισε ότι θα γίνει οπωσδήποτε ζωγράφος, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε να μείνει διά βίου διαφορετική από τα συνομήλικα κορίτσια και από τις γυναίκες του σογιού της. Να στηριχτεί στα ένοχα για τους πολλούς, αθώα για την ίδια, πλην όμως ανεξερεύνητα ακόμη καλέσματα και ηδονές της τέχνης. Να μην παντρευτεί, να μη γεννήσει, να μην έχει έρωτα πάρεξ για τη ζωγραφική. Να μην υπακούσει στο σχολείο. Να διακυβεύσει τη μορφή μιας διαφορετικής Ελληνίδας, αφού στην καρδιά της δεν μπορούσε να συνδέσει αυτή την απαιτητική, τη χαρισματική λέξη με την υπόδουλη ζωή των γυναικών σε γάμο, σε μικρά παιδιά, σε υποχρεώσεις προς τους ασθενείς και προς τους πεθαμένους. Ορκίστηκε με την μπέσα της μητρικής της γλώσσας πως μόνο ο θάνατος θα εμπόδιζε το χέρι της να ζωγραφίζει, ενώ το περήφανο, κι έτσι στο τέλος ανυπάκουο μυαλό της, πήγε στη ναυτική σημαία του πατέρα της, που έγραφε στα ελληνικά Ελευθερία ή Θάνατος. Κάλεσε ως εγγυητή του όρκου τη Μεγάλη τους Κυρά. Άκουσε αμέσως φλοίσβο. Μόλις πρόφτασε να τη δει που διέσχιζε την τάξη, μια ηλιαχτίδα που ανακλάται σε μικρό γυαλί και περπατά επάνω στο υδρόχρωμα ενός τοίχου……



Αυτοπροσωπογραφία της Ελένης Μπούκουρα
με στολή καλόγερου


Τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής από τον Ιταλό ζωγράφο Ραφαέλο Τσέκολι

Εκεί άλλωστε βρήκε [Ο Ιωάννης Μπούκουρης, πατέρας της Ελένης], χωρίς να χρειαστεί να ψάξει, τον Ιταλό ζωγράφο Τσέκολι για να του ζητήσει να κάνει μαθήματα ζωγραφικής στην κόρη του Ελένη. Του διηγήθηκε τι είχε ακούσει από τη διευθύντρια του σχολείου, όταν τον κάλεσε να του μιλήσει. Του είπε πως η κόρη του έκλεβε τα αποκέρια και πως έκανε τη νύχτα μέρα ζωγραφίζοντας στα θεοσκότεινα, την ώρα που κανονικά έπρεπε να κοιμάται. Αξιόμεμπτη δεν ήταν όμως μόνο η κλοπή, μα και η ανταρσία της κοπέλας, που την έφερνε να ζει με εικόνες και οράματα, ενώ όλα τούτα τα υπερβολικά και άταχτα της είχαν βέβαια απαγορευτεί. Τα υπόλοιπα κορίτσια τη φοβόντουσαν πια και τη νόμιζαν μάγισσα. Άλλωστε, όπως θα έβλεπε και μόνος του, η αρρώστια της ζωγραφικής και η έλλειψη ύπνου είχαν αδυνατίσει την Ελένη. Κάθε πρωί που έμπαινε στην τάξη έμοιαζε σαν να βγαίνει από μεγάλη ταραχή. Χλομή και νευρική, κοιμόταν πάνω στα θρανία, αυτή η άριστη πριν λίγο καιρό σε όλα τα μαθήματα.

Ο Ιωάννης Μπούκουρης συνέχισε λέγοντας στον Τσέκολι ότι, αφού είχε συζητήσει με την κόρη του, αποφάσισε να κάνει αυτό ακριβώς που θα είχε κάνει και για τον εαυτό του. Κατάλαβε πως η αγάπη που είχε η Ελένη στη ζωγραφική έμοιαζε με το δικό του πάθος για τα θαλασσινά ταξίδια. Κάτι που δεν τιμωρείται, είχε τη γνώμη, αφού δεν είχε αμαρτία. Κι όπως αυτός ήθελε να συνεχίσει με τον δικό του τρόπο τα ταξίδια, σκέφτηκε χωρίς να το πει στον Τσέκολι, έπρεπε και η Ελένη του να συνεχίσει τη ζωγραφική της. Ανακοίνωσε στον Ιταλό ζωγράφο την απόφαση να συνεχίσει τη ζωγραφική της εκτός σχολείου, από το οποίο σύντομα θα αποφοιτούσε, και με δάσκαλο αυτόν, που δίδασκε στο Σχολείο των Τεχνών. Συμφωνώντας με τον Τσέκολι να έρχεται στο σπίτι τους στην Πλάκα, πέρασε από το μυαλό του η σκέψη πως, αφού τούτη η συζήτηση γινόταν μέσα στο λιθόχτιστο καράβι, γυρνώντας για λογαριασμό του ο τροχός της μοίρας σήκωνε μαζί και την Ελένη. Της ευχήθηκε τύχη σε όσα με πείσμα είχε διαλέξει.

Τα μαθήματα τους κράτησαν αρκετά χρόνια. Ο δάσκαλος, που γνώριζε ανατομία, δίδαξε στην Ελένη την ανθρώπινη πλευρά των αγαλμάτων. Ο ίδιος, μεγάλος γνώστης της αρχαίας τέχνης, δίδαξε στη μαθήτρια του την ιερότητα κυρίως του γυμνού. Η Ελένη άρχισε να αντιλαμβάνεται τον πίνακα σαν μια οργάνωση ζωής, ένα δίχτυ αναφορών κι αισθημάτων, όπου πιανόταν η ανθρώπινη ψυχή. Όχι για να φυλακιστεί εντός του, όπως έτρεμαν οι αδαείς δεσποινίδες του σχολείου, μα αντίθετα για να πετάξει από κει ελεύθερη από τα δεσμά της ύλης και του μετρημένου χρόνου. Το πρόσωπο προπάντων, υποστήριζε ο δάσκαλος της, σαν καθρέφτης της ψυχής, έπρεπε να κυριαρχεί στον πίνακα ακόμη κι αν δεν βρισκότανε ζωγραφισμένο, γιατί η δική του αναζήτηση ήταν ανέκαθεν μια από τις αιτίες της ζωγραφικής.

Της μίλησε για την περίφημη ιταλική ζωγραφική. Οι πίνακες, η καλλιτεχνική ατμόσφαιρα των Ακαδημιών, αλλά και οι παρέες των ομότεχνων τού έλειπαν αφόρητα στη μικρή πόλη των Αθηνών, όπου είχε αναγκαστεί να καταφύγει και να δουλεύει άμισθος στο Σχολείο των Τεχνών. ........Της εξήγησε τους συγκεκριμένους πολιτικούς λόγους, που τον ανάγκασαν να εκπατριστεί, διασώζοντας και μια ντουζίνα ελληνικά ή λατινικά βιβλία. Και της μιλούσε για τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες, επισημαίνοντας της όμως να μην εμπιστεύεται ούτε παράδεισο ζωής ούτε παράδεισο ζωγραφικής στην επικράτεια τους. Δεν έπρεπε να παραβλέπει τις δυσκολίες και τις συγκρούσεις, που ενοικούν παντού. Ούτε στη Δύση, άλλωστε, έβγαινε εύκολα κανείς από το κέλυφος που του είχε οριστεί να ζήσει. Ο τρόπος όμως που το αντιμετώπιζε ο καθένας, αυτό μετρούσε, υποστήριξε. Ήδη η μαθήτρια του είχε τιμωρηθεί για την αγάπη της ζωγραφικής. Κατά τη γνώμη του, όπως και του πατέρα της, το πάθος της, μολονότι απαγορευμένο στις γυναίκες, δεν έπρεπε να μαραζώσει, μα να καλλιεργηθεί και να καρποφορήσει. Σαν να ήταν η μαθήτρια του άντρας, πρόσθεσε με μια σχεδόν ειλημμένη απόφαση.

Ελένη Μπούκουρα, Απελπισία

Οι σπουδές στην Ιταλία

Στα είκοσι εφτά μου, είχε αποκάμει πια να μου γυρεύει η μάνα στεφανώματα. Ας έστεργα τουλάχιστον, έλεγε κάθε μέρα όλο τον χειμώνα, να μείνω, να γεράσω απάντρευτη κοντά στις παντρεμένες αδερφές μου, κι ας βουρλιζόμουν ως το τέλος της ζωής μου από τα δαιμόνια της ζωγραφικής. Μα εγώ γύρευα Ακαδημίες και περγαμηνές. Τεκμήρια των αντρών. Για να τα κάμω τι, αναρωτιόταν. Με την προίκα μου θα μπορούσα οποιαδήποτε στιγμή να παντρευτώ καλά, επέμενε, αγνοώντας πως εγώ είχα συμφωνήσει με τον κύρη μου να με συντηρεί από το κεφάλαιο αυτής της προίκας, όσο θα έμενα για σπουδές στην Ιταλία. Καλά είχε κάμει, πρόσθετε, που ποτέ δεν αποδέχτηκε τα θέατρα και τα καλά τους. Ιδού που ο άντρας της είχε τώρα ξεσηκωθεί από τα μάγια τους και από τους επαίνους του Τσέκολι, και συναινούσε να πάω στα ξένα για να δω τις πιο σπουδαίες ζωγραφιές, μα προπαντός για να σπουδάσω τα λίγα, όσα μπορούσα κι εκεί να σπουδάσω ως γυναίκα στα εργαστήρια της ζωγραφικής. Ακόμη και σ' αυτά να συμφωνούσε η μητέρα μου, ανησυχούσε πώς θα τριγύρναγε μια νέα γυναίκα μόνη κι ασυνόδευτη στα τρίστρατα της ξενιτιάς. Ο καπετάνιος, βέβαια, από τη μεριά του ουδέποτε υπολόγισε τη γη ολάκερη σαν κάτι απρόσιτο και ξένο. Ένα γερό αρμένισμα και φτάνεις, έλεγε. Μαθαίνεις έπειτα τον άλλο κόσμο, αν έχεις βαθιά μελετήσει τον δικό σου. Άλλωστε, και στην μπέσα της πρώτης του θυγατέρας, που του έμοιαζε σε όλα, πίστευε, και με αρμήνευε, εκεί που θα βρεθώ, να μη λησμονήσω ότι είμαι Ελληνίδα. Πίστευε ότι το κράμα του αρβανίτικου αίματος και της ελληνικής ιδέας, όπως εκείνος είχε πλάσει το άγαλμα της στο μυαλό του, της διαψευσμένης όσο και της αδιάψευστης, θα αποτελούσε το πιο σίγουρο φυλαχτό. Φρόνιμο θα ήταν να μη φύγει η αντάρτισσα τούτη κόρη χωρίς αυτό το φυλαχτό καρφιτσωμένο πάνω στην καρδιά της.

Η Ελένη μέσα στην αντρική φορεσιά

Είχα πια συνηθίσει την εικόνα της μορφής, που μου επίστρεφαν οι γερτοί παλιοί καθρέφτες στο Καφέ Γκρέκο, ενός μοναχικού, συνεσταλμένου, άσχημου μάλλον και ανήσυχου άντρα, βυθισμένου στην προοπτική των δίχως όρια ταξιδιών και των περιπλανήσεων, που θα του επέτρεπαν η αμφίεση και οι σπουδές του. Διότι κοιτάζοντας το είδωλό μου αποφάσιζα σιγά σιγά να μην ξαναγυρίσω στην Ελλάδα, ούτε στα μακριά φορέματα του φύλου μου. Θα χαιρόμουν την ελευθερία του άντρα, σκεφτόμουν παραβλέποντας το γεγονός ότι και ως άντρας έπρεπε να γυρνώ νωρίς το απόγευμα στο μοναστήρι των Ναζαρηνών, για να μην παραβιάσω τους κανόνες. Ήδη τους είχα παραβιάσει όντας ο Κανένας. Έφερα στο μυαλό μου την αλλοτινή Ελένη, που έκλεβε τα αποκέρια στο σχολείο για να ζωγραφίζει στο σκοτάδι ενός άλλου μοναστηριού κι ενός άλλου παραδείσου. Τώρα η παραβίαση μου ήταν πολύ πιο σοβαρή. Ποια θα ήταν άραγες η τιμωρία μου; Την περίμενα ψύχραιμα.

Ελένη ή ο Κανένας, εκδόσεις Καστανιώτη


Το πορτρέτο της Ελένης Μπούκουρα-Αλταμούρα από τον Σαβέριο Αλταμούρα

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ



Τελειώνοντας τη σχολή των Ναζαρηνών εξακολούθησε να φορά κοστούμια, για να ζει μόνη και να ταξιδεύει με ασφάλεια. Η Ελένη είχε μάθει να γίνεται αόρατη. Μόλις περνούσε «το μαγικό δαχτυλίδι των αντρίκειων ρούχων, την αντικαθιστούσε αμέσως η εικόνα ενός νέου άντρα, ονομαζόμενου Κανένας». Απελευθερώθηκε σταδιακά μετά τη μετακίνησή της από την κλειστή κοινωνία των Σπετσών στην αθηναϊκή κοινωνία και έπειτα σε μια ξένη χώρα. Απολάμβανε πια την ελευθερία του ξένου, του ξεριζωμένου.
        Κι ύστερα, μια πολιτεία της ενδοχώρας, στάθηκε μοιραία για την Ελένη. Η Φλωρεντία. Κι ο έρωτας για το ζωγράφο Σαβέριο Αλταμούρα. «Πρώτη φορά, μετά από πολλά χρόνια, η εντός της Ελένη εξεγέρθηκε εναντίον του Κανένα, όπως πάντα εξεγείρεται η ζωή εναντίον του θανάτου. Αν νικούσε η Ελένη, θα έχανε όλα τα προνόμια που της υποσχόταν ο Κανένας. Αν νικούσε ο Κανένας, τότε η Ελένη θα έχανε για πάντα την ψυχή της»
        Αποφάσισε, λοιπόν, να ενώσει τη ζωή της με τη δύναμη αυτού του ανέμου, του Σαβέριο Αλταμούρα. Ο άνεμός του «την εσήκωσε σε δυνατή και τρυφερή αγκάλη και την ταξίδεψε για λίγο στους εφτά ουρανούς». Εκεί γεννήθηκαν τα δύο πρώτα της παιδιά, ο Ιωάννης και η Σοφία. Αναγκάστηκε, μάλιστα, να ασπαστεί τον καθολικισμό, για να στεφανωθεί το Σαβέριο, προδίδοντας την παμπάλαιη γονεϊκή της πίστη. Κι ύστερα ήρθε ο δεύτερος γιος, ο Αλέξανδρος.
        Κι όταν μετά από κάποια χρόνια την εγκατέλειψε ο Σαβέριο, για να φύγει με την Αγγλίδα φίλη της και ζωγράφο Τζέιν Χέι, η Ελένη κίνησε με το πλοίο της επιστροφής για την Ελλάδα. Τον Ιωάννη και τη Σοφία άλλωστε ανέτρεφαν οι γονείς της στην πατρίδα. Τον Αλέξανδρο, βρέφος ακόμα, τον πήρε μαζί του ο Σαβέριο. Και στο ταξίδι αυτό η Ελένη επέλεξε να ενδυθεί τα αττικά της φορέματα, αφήνοντας πίσω της για πάντα το αντρικό κοστούμι του Κανένα.



Σαβέριο Αλταμούρα, αυτοπροσωπογραφία, 1860

Στην Αθήνα άρχισε να εργάζεται, ντυμένη στα γυναικεία μακριά φορέματα, στα γυναικεία μαλλιά. Έπρεπε να αποδείξει την αξία των γραμμάτων και για τις γυναίκες, δικαιολογώντας έτσι τη μεταμόρφωσή της σε άντρα, για να μορφωθεί. Από τη μαυρίλα της μελαγχολίας, που την επισκεπτόταν συχνά, την ελευθέρωναν τα δυο μικρά παιδιά της. Ο Ιωάννης, μάλιστα, από πολύ μικρός μαθήτευε κοντά της στη ζωγραφική. Και η Ελένη τα άφηνε να πιστεύουν πως κάποια μέρα ο πατέρας τους θα ερχότανε να τα αγκαλιάσει φέρνοντας δώρο τον μικρό Αλέξανδρο.

        Μόλις, όμως η αρρώστια χτύπησε την κόρη της, τη Σοφία, στα 18 της χρόνια, η Ελένη την έφερε στο σπίτι του νησιού, στις Σπέτσες. Και σαν ήρθε η ώρα της για το τελευταίο ταξίδι, η Ελένη τη ζωγράφισε στην αγκαλιά του αγγέλου. Κι ένιωσε τότε πω « η μοίρα την εκδικήθηκε, γιατί προσπάθησε να δραπετεύσει από την προκαθορισμένη επανάληψή της. Να δραπετεύσει προς την ελευθερία της δικής της φύσης».
        Και το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς που έφυγε η Σοφία, έφυγε και ο Ιωάννης, για να συνεχίσει τις ζωγραφικές του σπουδές στην Ακαδημία της Κοπεγχάγης. Και ο αποχαιρετισμός αυτός πόνεσε την Ελένη. Όμως δεν έπρεπε να αρνηθεί στο γιο της την περιπλάνηση στη γνώση, αφού ούτε κι ο αγράμματος, πλην ευφυής, πατέρας της την αρνήθηκε κάποτε σ’ αυτήν.
        Το επόμενο καλοκαίρι ο μικρότερος γιος, ο Αλέξανδρος, ήρθε στο σπίτι των Σπετσών, για να γνωρίσει τη μητέρα του. Και η Ελένη «αλίευε συγκινημένη από το πρόσωπο και τη συμπεριφορά του γιου της θραύσματα από τον πρώτο της έρωτα, σαν από ένα αρχέτυπο ζωής». Του έδειξε, μάλιστα, καθετί το ορατό, καθετί που θα μπορούσε να τον βοηθήσει να την προσεγγίσει. Κι όταν ο Αλέξανδρος ζήτησε να φύγει από το νησί, η Ελένη κατάλαβε πως εκείνος θα έμενε πάντα ξένος γι’ αυτήν κι εκείνη πάντα ξένη γι’ αυτόν.
        Ωστόσο, ο Ιωάννης, μετά την επιστροφή του από τη Δανία, ήρθε να ζήσει κοντά στην Ελένη, στις Σπέτσες. Ζωγράφιζε ασταμάτητα, σαν να μην ήθελε να πάει χαμένη ούτε η παραμικρή στιγμή, από όσες μετρημένες του είχαν απομείνει. Κι όταν αναχώρησε κι αυτός, στα 26 του χρόνια, για το μεγάλο ταξίδι, ξεκίνησε και η Ελένη για «τη μετά τη ζωή ζωή των γυναικών», όπως την αποκαλούσε. Ουρλιάζοντας, πέφτοντας καταγής, λύνοντας και τραβώντας τα μαλλιά της ξεκρέμασε έναν έναν τους πίνακές της, τους κουβάλησε στη βεράντα πάνω από τη θάλασσα και τους έκαψε. Πίστευε πως έτσι έκαιγε όλη την προηγούμενη ζωή της : τη δειλία της να σκοτωθεί, τα δύο παιδιά που γέννησε δίχως ουράνιες και επίγειες ευχές, την αλλαγή του ορθόδοξου δόγματος με το καθολικό, το αντρικό ντύσιμό της, που πλήγωσε τη νηνεμία του γυναικείου πανάρχαιου κόσμου. Κι ακόμα πίστευε πως η φλόγα αυτή θα ήταν ο φάρος για τον Ιωάννη, για να θυμάται πού ήταν το φως και να μπορεί να επιστρέφει.

Αυτοπροσωπογραφία του Ιωάννη Αλταμούρα, 1873
        
Από κει και πέρα τίποτε δεν είχε πια σημασία γι’ αυτήν, όσο οι φωνές και οι επισκέψεις των αγαπημένων της. Γέμιζε τις λεκάνες με νερό, άφηνε πάνω στο τραπέζι κοντυλοφόρο και λευκό χαρτί και περίμενε. Ή έστρωνε και ξέστρωνε τα κρεβάτια των παιδιών της. Καμιά φορά τους τραγουδούσε με τη ραγισμένη της φωνή.
        Όταν, μετά από χρόνια, η Ελένη, η κυρα-Λένη για τις γειτόνισσες, αναχώρησε νύφη για το στερνό της ταξίδι, η Λασκαρίνα, η κουτσή της υπηρέτρια, φάνηκε στην πόρτα και τους είπε να κοπιάσουν. Κι άρχισαν οι Αρβανίτισσες τα θρηνητικά τους τραγούδια, λέγοντας στην κυρα-Λένη να πάει στο καλό, αφού τη ζήτησε ο Θεός στη δούλεψή του.
        Ένα μήνα αργότερα, Μεγάλη Τρίτη πρωί, ο Αναστάσης Μπούκουρας, ο αδελφός της Ελένης, αποσφράγισε το σπίτι των Σπετσών. Και δυο μέρες μετά, τη Μεγάλη Πέμπτη, περιδιαβαίνοντας μέσα στα δωμάτια αυτού του σπιτιού, ανάστατος από την τρέλα που αντίκριζαν τα μάτια του, πήρε την απόφασή του : Εξάλειψε με την πυρά όλα τα ίχνη, εξαερώνοντας μια για πάντα την προδοσία, την αμαρτία, τα μαγικά.

Ιωάννης Αλταμούρας, Σκάγκεν
Ιωάννης Αλταμούρας, Σκάγκεν
        Ο χαρακτήρας του έργου είναι γυναικοκεντρικός, με σημείο αναφοράς το διχασμό, τη διπλή ταυτότητα, το διώνυμο πρόσωπο, που παλεύει απεγνωσμένα να συμφιλιώσει τα δύο μισά κομμάτια του εαυτού του και οδηγείται τελικά στην ήττα και στην τρέλα. Κυρίαρχο μοτίβο είναι αυτό της μεταμφίεσης, η οποία συνδέεται με την αναζήτηση της αλήθειας και δηλώνει την προσπάθεια απεγκλωβισμού από τα στενά, περιοριστικά όρια του φύλου. Έτσι, διαμορφώνεται μια νέα ταυτότητα στην ηρωίδα και εμφανίζεται μια νέα εικόνα, αποδεκτή όχι μόνο από τον εαυτό της αλλά και από τους άλλους. Η Ελένη είναι ένα σύμβολο της διαφορετικότητας και του στοιχείου του Άλλου μέσα στο Ίδιο. Προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην αρβανίτικη και την ελληνική καταγωγή της, το ορθόδοξο και το καθολικό δόγμα, την ιδιότητά της ως γυναίκας και μητέρας και τη ζωγραφική, που είναι πάντα η προτεραιότητά της.
        Ο γυρισμός στην Αθήνα και η επιστροφή στα γυναικεία ρούχα αφαιρούν από την Ελένη το δυναμισμό και τη σιγουριά που της έδινε το κοστούμι του Κανένα. Το ταξίδι της, με την έννοια της αναζήτησης μιας ταυτότητας, βρίσκεται πλέον σε τελικό στάδιο. Τα πένθιμα γυναικεία ρούχα, όπως τα αποκαλεί, είναι σαν μαύρα πανιά επιστροφής.


Γιώτα  Πολιτοπούλου, Φιλόλογος
3ο Γυμνάσιο Ναυπάκτου

Από το βιβλίο στη σκηνή






«Ο καπετάνιος, βέβαια, από τη μεριά του ουδέποτε υπολόγισε τη γη ολάκερη σαν κάτι απρόσιτο και ξένο. Ένα γερό αρμένισμα και φτάνεις, έλεγε. Μαθαίνεις έπειτα τον άλλο κόσμο, αν έχεις βαθιά μελετήσει τον δικό σου», λέει η ζωγράφος Ελένη διά στόματος Αλεξάνδρας Σακελλαροπούλου.

Το 2012 το έργο «Ελένη ή ο Κανένας» μεταφέρθηκε στη σκηνή του Θεάτρου Άνεσις από τον Θέμη Μουμουλίδη και την Αθανασία Γκανά. Στο ρόλο της Ελένης η Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου.



Γυναίκες ζωγράφοι: ελάχιστες παρουσίες με αξιόλογο έργο

H ιστορία της ζωγραφικής γράφτηκε από άνδρες και η φεμινιστική κριτικής της τέχνης αναζήτησε τους λόγους της απουσίας ή της μη δυναμικής παρουσίας των γυναικών στο χώρο. Ορόσημο αποτελεί το άρθρο της Linda Nochlin «Γιατί δεν υπήρξαν μεγάλες γυναίκες καλλιτέχνες;» (1971), όπου η ιστορικός τέχνης επισημαίνει τους περιορισμούς που έθεταν στις γυναίκες καλλιτέχνες οι ανδροκρατούμενοι χώροι της θεσμοθετημένης τέχνης από την Αναγέννηση ως το τέλος του 19ου αιώνα.

Τους περιορισμούς που έθεταν για τις γυναίκες οι θεσμοί και κυρίως αυτός της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης, όπως και τα αυστηρά ήθη της εποχής είχαν να αντιμετωπίσουν οι Ελληνίδες που ήθελαν να ασχοληθούν με το επάγγελμα της ζωγραφικής. Οι οικογενειακές τους υποχρεώσεις ως σύζυγοι και μητέρες και σε ορισμένες περιπτώσεις τα τραγικά γεγονότα της προσωπικής τους ζωής ανέκοψαν την πορεία τους ως ζωγράφων.

H φοίτηση των γυναικών στο Σχολείο Καλών Τεχνών - το 1843 υπό τη διεύθυνση του νεοκλασικιστή αρχιτέκτονα Λύσανδρου Καυταντζόγλου μετατράπηκε το Σχολείον σε Σχολή Καλών Τεχνών με τονισμένο προσανατολισμό προς τη ζωγραφική και τη γλυπτική - δεν απαγορευόταν από τον κανονισμό. Ωστόσο, καθώς η συστέγαση των σχολείων αρρένων με τα παρθεναγωγεία απαγορευόταν από το νόμο του 1852, όπως και η συμμετοχή των γυναικών στο μάθημα γυμνού, που αποτελούσε καθημερινή πρακτική στο Σχολείο, ήταν αντίθετη με τα κρατούντα ήθη, αρχικώς δεν δημιουργήθηκε η σκέψη δημιουργίας ειδικού τμήματος για γυναίκες. Κατά συνέπεια, η καλλιτεχνική παιδεία των γυναικών περιοριζόταν στο στοιχειώδες μάθημα της ιχνογραφίας που διδασκόταν στο Αρσάκειο, το οποίο ιδρύθηκε το 1837 από τη Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία.

Όταν μετά το 1890 η διδασκαλία ανατέθηκε στη ζωγράφο Μαρίνα Αμοιραδάκη, τα αποτελέσματα ήταν θετικά. Τα ίδια χρόνια, η ζωγράφος συμμετείχε σε πολλές εκθέσεις, κερδίζοντας μάλιστα και το χάλκινο βραβείο (1890).

Περιορισμένες ήταν και οι δυνατότητες καλλιτεχνικής παιδείας σε άλλα παρθεναγωγεία της Αθήνας (Πρότυπον Ελληνικόν, Χιλλ), της Κέρκυρας και της Κωνσταντινούπολης (Παλλάς, Ζάππειον). Στο Ζάππειον φοίτησαν η Θάλεια Φλωρά-Καραβία (1871-1960) και η Κλεονίκη Ασπριώτη (1870-1938), που, κυρίως η πρώτη, ανέπτυξαν στη συνέχεια αξιόλογη ζωγραφική δράση. Τα παρθεναγωγεία, άλλωστε, προετοίμαζαν τις μαθήτριές τους για μελλοντικές δασκάλες και καλές συζύγους, παρά προσέδιδαν στο μάθημα της ιχνογραφίας επαγγελματικό προσανατολισμό.

Αρχείο:Flora-karavia-thaleia-1912.jpeg
Από τις πρώτες γυναίκες που σπούδασαν ζωγραφική και ακολούθησαν τον εικαστικό δρόμο είναι η Θάλεια Φλωρά-Καραβία. Στη φωτογραφία, ζωγραφίζει στο Εμίν Αγά, στην πολιορκία των Ιωαννίνων, το 1913 (από το λεύκωμα «Ιωάννινα 1890 -1950» που εξέδωσαν ο «Ολκός» και το Ριζάρειο Ιδρυμα).

Μόνο οι εύπορες οικογένειες είχαν την οικονομική δυνατότητα να πληρώνουν ζωγράφους για να διδάσκουν ζωγραφική στις κόρες τους. Γνωστή είναι η περίπτωση του Ιταλού ζωγράφου και καθηγητή στο Σχολείο των Τεχνών Raf. Ceccoli που παρέδιδε μαθήματα στην Ελένη Μπούκουρα-Αλταμούρα.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση της ζωγράφου Ελένης Μπούκουρα-Αλταμούρα (1821 - 1900), που αντιμετώπισε με πρωτοφανή, ως τότε για την Ιστορία της Τέχνης, τρόπο τους αυστηρούς κανονισμούς που έθεταν για τις γυναίκες οι ευρωπαϊκές σχολές. H Αλταμούρα δεν δίστασε να μεταμφιεστεί σε άνδρα σπουδαστή, προκειμένου να γίνει δεκτή στην Καλλιτεχνική Ακαδημία της Ρώμης και να φοιτεί «ανερυθριάστως» στην τάξη του γυμνού και της ανατομίας.


Εκτός από το επάγγελμα της ζωγράφου, μια άλλη μορφή βιοποριστικής ασχολίας για την Ελληνίδα υπήρχε στο χώρο της τέχνης: το επάγγελμα της δασκάλας της ζωγραφικής. Παρά τη σημασία που έχει αποδοθεί στην τραγική ζωή της, η Ελένη Αλταμούρα αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση γυναίκας ζωγράφου κι αυτό γιατί κινήθηκε με την ίδια επιτυχία με τους άνδρες συναδέλφους της, μέσα στο θεσμικό πλαίσιο. Στα 1863-5 δίδαξε ζωγραφική στις εξωτερικές μαθήτριες του Αρσακείου, ενώ στον κύκλο των μαθητριών της συμπεριλαμβανόταν και η νεαρή βασίλισσα Όλγα.


Μαρία Κόντα, Αφιέρωμα της Καθημερινής,"Εργαζόμενες γυναίκες", 2 Μαΐου 1999


Ασπριώτη Κλεονίκη, Στην εξοχή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου