Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

Εξουσία και πατρική αγάπη: Ερωτόκριτος - Βασιλιάς Ληρ


Την ίδια εποχή πάνω κάτω, που στη βενετοκρατούμενη Κρήτη γράφεται ο Ερωτόκριτος του Βιτσέντζου Κορνάρου, ο Ουίλλιαμ Σαίξπηρ παρουσιάζει μπροστά στο βασιλιά Ιάκωβο Α΄την τραγωδία του "Βασιλιάς Ληρ", γραμμένη γύρω στα 1603-1606.

Η υπόθεση της τραγωδίας

Ο Ληρ, βασιλιάς της Βρετανίας, πριν μοιράσει το βασίλειό του στις τρεις θυγατέρες του, τη Γονερίλη, τη Ρεγάνη και την Κορδέλια, ζητάει από την καθεμιά να του δηλώσει το μέγεθος της αγάπης της . Παρά τις συμβουλές του δούκα του Κεντ, αποκληρώνει την Κορδέλια κι εξορίζει το δούκα. Την αποκληρωμένη κόρη παντρεύεται ο βασιλιάς της Φραγκιάς.

Ο Ληρ φιλοξενείται με τη σειρά κάθε μήνα από τις δυο μεγαλύτερες κόρες. Μολονότι έχει παραδώσει την εξουσία, εξακολουθεί να συμπεριφέρεται με αυταρχισμό. Ο δούκας του Κεντ, μεταμφιεσμένος, μπαίνει στην υπηρεσία του και του συμπαραστέκεται στους εξευτελισμούς που υφίσταται. Τελικά οι δυο κόρες διώχνουν τον πατέρα τους Ληρ, που ακολουθούμενος από τον πιστό του δούκα, μεταμφιεσμένο πάντα, και από το γελωτοποιό του περιπλανιέται μέσα σε μια άγρια νύχτα με καταιγίδα και καταφεύγει σ' ένα καλύβι ξεστομίζοντας βαριές κατάρες.

Από κει οι πιστοί του τον φυγαδεύουν στο Ντόβερ, απέναντι από τις γαλλικές ακτές. Στο μεταξύ ο δούκας της Κορνουάλης, σύζυγος της Ρεγάνης, σκοτώνεται σε μια συμπλοκή, ενώ ο βασιλιάς της Φραγκιάς αποβιβάζεται με στρατό στο Ντόβερ. Η Κορδέλια ειδοποιείται κι έρχεται να συναντήσει τον πατέρα της που βρίσκεται πια στα πρόθυρα της τρέλας. Η συνάντηση γίνεται στο φράγκικο στρατόπεδο . 

Ακολουθεί σύγκρουση των φράγκικων και αγγλικών στρατευμάτων και νικούν οι Άγγλοι. Ο Ληρ και η Κορδέλια συλλαμβάνονται και φρουρούνται. Ανάμεσα στις δυο βασίλισσες αδελφές, τη Γονερίλη και τη Ρεγάνη, ξεσπάει διχόνοια. Η Γονερίλη δηλητηριάζει τη Ρεγάνη και η ίδια αυτοκτονεί. Η Κορδέλια δολοφονείται και ο Ληρ ξεψυχάει κρατώντας στην αγκαλιά του το σώμα της.


Αρχείο:Lear and Cordelia (1849-54).jpg
Ληρ και Κορδέλια (1849-54)


ΠΡΑΞΗ Α', ΣΚΗΝΗ I  

Αίθουσα επίσημη στο παλάτι του βασιλιά Ληρ. Σάλπισμα. Μπαίνει ο Βασιλιάς με τους ακολούθους του. 

ΛΗΡ

Ωστόσο ας φανερώσουμε τον πιο κρυφό σκοπό μας.
Δώσε μου εδώ το χάρτη. Μάθετε πως μοίρασα
στα τρία το κράτος μου κι απόφαση έχω στέρια
να ρίξω κάθε κόπο κι έγνοια από τα γέρα μου,
κι αφού αναθέσω σ' άλλες δύναμες πιο νέες,
ξαλαφρωμένος, να συρθώ στον τάφο. Γιε μου
Κορνουάλη εσύ, και συ το ίδιο αγαπητέ
γιε μου Αλμπάνη, έχω σταθερή σήμερα θέληση
ν' ανακοινώσω, πως την κάθε μια απ' τις κόρες μου
προικοδοτώ κι έτσι μαλώματα στο μέλλον 
να τα προλάβω από τα τώρα. Τ' αρχοντόπουλα
Βουργουνδίας και Φραγκιάς, μεγάλοι αντίπαλοι
για την αγάπη της μικρότερής μας κόρης,
που παρατράβηξε η ερωτική τους πολιορκία
μες στην αυλή μου, τώρα απάντηση προσμένουν.       
 
Πέστε μου, κόρες μου,
τώρα που βγάζω και τα δυο της βασιλείας φορέματα,
όρεξη για κατάχτησες κι έγνοιες της εξουσίας,
να ιδώ από σας ποια μ' αγαπάει πιο πολύ,
ώστε η περίσσια μου ευλογία ν' απλωθεί
εκεί που η φύση το απαιτεί με την αξία της.
Γονερίλη μου πρωτόγεννη, μίλησε πρώτη.

ΓΟΝΕΡΙΛΗ  

Κύρη, το πόσο σ' αγαπώ δεν πιάνεται με λόγια.
Σ' έχω ακριβότερο απ' το φως μου, απ' τον αέρα
κι από τη λευτεριά· πολύ πιο πάνω απ' όλα
που ξετιμιώνται, όσο πολύτιμα είτε σπάνια·
όχι πιο λίγο απ' τη ζωή, ζωή με χάρες,
μ' υγεία, με κάλλη, με τιμή· όσο παιδί
ποτέ του αγάπησε ή πατέρας αγαπήθη·
τόσο που πιάνεται η πνοή κι η γλώσσα μου κομπιάζει· 
 πάνω από κάθε τέτοια αγάπη σ' αγαπώ.  

ΚΟΡΔΕΛΙΑ (Μόνη της).

 Και η Κορδέλια; Ν' αγαπάει και να σωπαίνει.  

ΛΗΡ

Σ' όλες αυτές τις χώρες, από δω ως εδώ,
με τα πολλά ισκιερά τους δάση και τους κάμπους,
με τα τρεχούμενα νερά και τ' απλωτά λιβάδια,
σε κάνω αφέντρα· εσένανε και του Αλμπάνη
και της γενιάς σας να 'ναι αυτά παντοτινά.
Τι λέει η δεύτερή μας κόρη, η πολυαγάπητη
Ρεγάνη μου, η γυναίκα του Κορνουάλη; Μίλησε.

ΡΕΓΑΝΗ
Είμαι απ' το ίδιο με την αδερφή μου μέταλλο
κι έχω τιμή μου την αξία της. Μες στην πιστή καρδιά μου
βρίσκω κι ονόμασε την ίδια την αγάπη
που νιώθω πράγματι κι εγώ. Μόν' είπε λίγα·
γιατί εγώ το βεβαιώνω πως εχτρεύομαι
κάθε άλλη απ' όλες τις χαρές που κλει
το πιο πολύτιμο αισθητήριο κέντρο,
και λέω πως είναι μοναχή χαρά για μένα
του λατρευτού τρανού προσώπου σου η αγάπη.

ΚΟΡΔΕΛΙΑ (Μόνη της).

Φτωχιά Κορδέλια! Όμως όχι, αφού είμαι βέβαιη,
η αγάπη μου είναι πλουσιότερη απ' τη γλώσσα μου.   

Βασιλιάς Ληρ (1978), Όλγα Τουρνάκη (Ρεγάνη), Ελένη Χατζηαργύρη (Γονερίλη), Αλέξης Μινωτής (Βασιλιάς Ληρ), Τιτίκα Βλαχοπούλου (Κορδέλια).

ΛΗΡ

Σε σένα και στους κληρονόμους σου για πάντα
ν' ανήκει τούτο το πλούσιο τρίτο μερτικό
από τ' ωραίο βασίλειό μου. Δεν ξεπέφτει
σ' έχταση, αξία κι ομορφιά απ' αυτό που εδόθη
στη Γονερίλη. - Τώρα, εσύ χαρά μου, 
στερνή μου, μα όχι στερημένη, που αγωνίζονται
για την προτίμηση της τρυφερής σου αγάπης
τα κρασιά της Φραγκιάς, το γάλα της Βουργουνδίας,
τι θα μπορέσεις να μας πεις, για να κερδίσεις
μερίδα πιο παχιά απ' τις αδερφάδες σου;
Μίλησε.  

ΚΟΡΔΕΛΙΑ

Τίποτα, αφέντη μου.  

ΛΗΡ

Τίποτα!  

ΚΟΡΔΕΛΙΑ

Τίποτα.  

ΛΗΡ

Δε θα 'βγει τίποτα απ' το τίποτα. Μίλα ξανά.

ΚΟΡΔΕΛΙΑ

Εγώ, η καημένη, δεν μπορώ να φέρω
στο στόμα την καρδιά μου. Αφέντη μου, σ' αγαπώ
κατά το χρέος μου, όχι πιο πολύ ή πιο λίγο.

ΛΗΡ

Πώς, πώς Κορδέλια; Λίγο διόρθωσε τα λόγια σου,
αλλιώς μπορεί την τύχη σου να βλάψεις.

ΚΟΡΔΕΛΙΑ

Καλέ μου κύρη, εσύ με γέννησες, μ' ανάθρεψες,
μ' αγάπησες. Εγώ, καθώς αρμόζει πάλι,
σου ξεπληρώνω αυτές τις καλοσύνες
μ' υπακοή, μ' αγάπη, με περίσσιο σέβας.
Τι παντρεύτηκαν οι αδερφάδες μου, αφού λένε
πως όλη κι όλη η αγάπη τους είναι σε σένα;
Αν τύχει κάποτε κι εγώ να παντρευτώ,
εκείνος που το χέρι μου στο χέρι του θα πάρει
μαζί θα πάρει τη μισή μου αγάπη
και τη μισή στοργή μου και φροντίδα· 
σίγουρα δε θα παντρευτώ ποτέ,
αν είναι, σαν τις αδερφάδες μου,
να 'ναι η αγάπη μου όλη κι όλη στον πατέρα μου.

ΛΗΡ

Είναι η καρδιά σου σύμφωνη μ' αυτά;  

ΚΟΡΔΕΛΙΑ

Μάλιστα, αφέντη μου καλέ.

ΛΗΡ

Πώς, τόσο νέα και τόσο αναίσθητη;  

ΚΟΡΔΕΛΙΑ

Αφέντη, νέα κι αληθινή.  

ΛΗΡ
Καλά· λοιπόν, για προίκα πάρε την αλήθεια σου.
Γιατί, μα τ' άγιο αχτινοβόλημα του ηλιού,
μα τα μυστήρια της Εκάτης, μα τη νύχτα,
μα τις ουράνιες δύναμες, απ' όπου βγαίνει
κι η αρχή της ύπαρξης μας και το τέλος, τώρα
όλη απαρνιέμαι τη στοργή την πατρική,
συγγένεια και δεσμούς από αίμα, και στο εξής
ξένη είσαι στην καρδιά μου και στο νου για πάντα.  
Ο βάρβαρος ο Σκύθης ή κι αυτός που κάνει
τροφή του τα παιδιά του, να περιδρομιάσει
την πείνα του, θα βρει στην αγκαλιά μου τόση
φιλία, σπλαχνιά και συνδρομή, όση και συ
η άλλοτε κόρη μου.

Βασιλεύς Ληρ ο Αιμίλιος Βεάκης(1939) Εθνικό Θέατρο: Κεντρική Σκηνή 

KENT

Καλέ μου Ρήγα -  

ΛΗΡ

Ήσυχα, Κεντ!
Μη μπεις ανάμεσα στον δράκο και στη λύσσα του.
Η χαϊδεμένη μου ήτανε
και λόγιαζα ν' απακουμπήσω τα στερνά μου
στην τρυφερή της λάτρα. - Φεύγα, και μπροστά μου
να μη φανείς! - Έτσι να βρω ησυχία στον τάφο μου,
την πατρική καρδιά μου τώρα της την παίρνω! 
Καλέστε μου το Φράγκο. - Ποιος σαλεύει;
Καλέστε το Βουργούνδη. Κορνουάλη κι Αλμπάνη,
μαζί μ' αυτές τις προίκες των δυο θυγατέρων μου
και τούτη εδώ την τρίτη να χωνέψετε· κι αυτήν
η ξιπασιά της, που τη λέει ισάδα, ας την παντρέψει.
Σας ντύνω και τους δυο σας με τη δύναμή μου,
με την ανώτατη εξουσία και μ' όλες τις τιμές
που συντροφεύουν το μεγάλο αξίωμα.
Εγώ, με μιαν εκατοντάδα παλικάρια,
που θα κρατήσω με συντήρησή σας,
θα ζω κοντά σας, μια στον έναν, μια στον άλλον,
με τη σειρά μήνα με μήνα συναλλάζοντας.
Τ' όνομα μόνο θα 'χω πια και τις τιμές τις άλλες,
που αρμόζουν σ' έναν βασιλιά· κυβέρνηση, έσοδα
και η εξουσία η άλλη, αγαπητά παιδιά μου,
δικά σας· και γι' απόδειξη, μοιράστε μεταξύ σας
ετούτη την κορόνα.
(Τους δίνει το στέμμα).

KENT

Αφέντη, βασιλιά μου Ληρ, που πάντα μου σε τίμησα
βασιλικά και σαν πατέρα μου σ' αγάπησα·
που σ' ακολούθησα σαν αρχηγό μου
και σαν προστάτη μου άγιο σε μελέτησα
στις προσευχές μου-

ΛΗΡ

Το τόξο σημαδεύει τεντωμένο,
φυλάξου απ' τη σαΐτα.

KENT

Ρίχτ' τη καλύτερα να περονιάσει την καρδιά μου.
Ας φέρνεται άσκημα ο Κεντ, αφού δεν είναι ο Ληρ καλά.
Τι πας να κάμεις γέρο; Μη θαρρείς το χρέος
πως θα δειλιάσει να μιλήσει, όταν η δύναμη
σκύβει στην κολακεία;
Χρωστάει να 'ναι λευτερόστομη η τιμή,
όταν ξεπέφτει στη μωρία το μεγαλείο.
Άλλαξε απόφαση και σκέψου πιο καλύτερα,
την τρομερή βιασύνη σου να συγκρατήσεις.
Με τη ζωή μου σου εγγυώμαι για τη γνώμη μου.
Δε σ' αγαπάει λιγότερο η μικρή σου η κόρη
κι ούτ' είναι κούφιοι από καρδιά όσοι η λαλιά τους
η σιγανή δεν κουδουνίζει κούφια λόγια.

ΛΗΡ

Αν θες τη ζωή σου, Κεντ, μη βγάλεις λέξη πια.

Αλέξης Μινωτής (Βασιλιάς Ληρ). Εθνικό Θέατρο, 1978

KENT

Την είχα πάντα τη ζωή μου σαν ατού
να πέφτει ενάντια στους εχτρούς σου κι ούτε τρέμω
να μην τη χάσω, όταν το θέλει η σωτηρία σου.

ΛΗΡ

Χάσου απ' τα μάτια μου!  

KENT

Καλύτερα άνοιξέ τα, Ληρ, κι άσε να μείνω πάντα
τ' ασπράδι του ματιού σου το πιστό.

ΛΗΡ

Τώρα, μα τον Απόλλωνα -  

KENT

Τώρα, μα τον Απόλλωνα, καλείς του κάκου
τους θεούς σου.

ΛΗΡ

Άπιστε δούλε! (Πιάνοντας το σπαθί του).  

KENT

Κάμε το!
Δώσ' στο γιατρό σου θάνατο και με την πληρωμή σου αυτή
γιάτρεψε το άθλιο πάθος σου. Πάρ' τη δωρεά σου πίσω,
αλλιώς, όσο φωνή θα βγάζω απ' το λαρύγγι μου,
θα σου το λέω: έκαμες άσκημα!

ΛΗΡ

Άκουσε, προδότη,
στο χρέος σου να μ' ακούς σου λέω, άκουσε με! 
Επειδή βάλθης να με κάμεις να πατήσω
το λόγο μου, που ως τώρα εγώ δεν το 'καμα ποτέ,
και τόλμησες πεισματικά να μπεις ανάμεσα
στην προσταγή μου και στη δύναμή μου,
που δεν τ' ανέχεται ούτε το αίμα μου, ούτε η θέση μου, 
την εξουσία μου ξαναπαίρνω, να κι η πληρωμή σου:
σου δίνω πέντε μέρες να ετοιμάσεις ό,τι
χρειαζούμενα για τα δεινά του βίου· την έχτη
γύρνα τη μισητή σου ράχη στο βασίλειό μου.
Σε δέκα μέρες, αν βρεθεί ακόμη μες στο κράτος μου
το ξεγραμμένο σου κορμί, θάνατο θα 'χεις στη στιγμή.
Πήγαινε! Μα το Δία, αυτό δε θα τ' ανακαλέσω.  

KENT

Να 'σαι καλά· αφού θέλεις τέτοιος να φανείς,
η λευτεριά είν' αλλού κι εδώ 'ναι η εξορία.–
(Στην ΚΟΡΔΕΛΙΑ).
Κόρη, ας σε πάρουν οι θεοί στην ακριβή τους φύλαξη 
που σκέφτης φρόνιμα και μίλησες σωστά!
(Στη ΡΕΓΑΝΗ και ΓΟΝΕΡΙΛΗ).
Κι άμποτε τα δικά σας λόγια τα μεγάλα
να τα παινέσουν τα έργα σας
κι ωραίους καρπούς να βγάλει η τόση αγάπη σας.-
Και τώρα ο Κεντ, αρχόντοι, αφήνει σ' όλους γεια,
σε τόπους νέους να στρώσει παλιά περπατησιά.
                                                                                (Βγαίνει).


Βασιλεύς Ληρ  ο Αλέξης Μινωτής(1957) Εθνικό Θέατρο: Κεντρική Σκηνή 


ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

  • Πώς διαγράφεται ο χαρακτήρας του βασιλιά Ληρ; 
  • Ποιο είναι το κίνητρο του δούκα του Κεντ που τον οδηγεί στη σύγκρουση με το βασιλιά Ληρ; Ξαναδιαβάστε την αντίδραση του βασιλιά στην πρόταση γάμου που αποτολμά ο Πεζόστρατος για χάρη του γιου του Ερωτόκριτου και συγκρίνετέ τη με τη συμπεριφορά του Ληρ απέναντι στον πιστό του ακόλουθο  δούκα του Κεντ.

του λέγει ο ρήγας: «Πήγαινε και φύγε από κοντά μου!
Πώς εβουλήθης κι είπες το, λωλέ, μισαφορμάρη*,
γυναίκα του ο Ρωτόκριτος την Αρετή να πάρει;
Φύγε το γληγορύτερο και πλιο* σου μην πατήσεις
εις την αυλή του παλατιού και κακοθανατίσεις.
Γιατί σε βλέπω ανήμπορο, γιαύτος* δε σε ξορίζω,
μα ο γιος σου μην πατήσει πλιο σ' τσι τόπους οπ' ορίζω.
Τέσσερις μέρες κι όχι πλια* του δίδω να μισέψει*,
τόπους μακρούς κι αδιάβατους ας πάγει να γυρέψει
και μην πατήσει ώστε να ζω στα μέρη τα δικά μου,
αλλιώς του δίδω θάνατο για χάρισμα του γάμου.
Κι εκείνο που αποκότησες κι είπες τούτη την ώρα
μη γροικηθεί*, μην ακουστεί σ' άλλο εδεπά* στη χώρα
και κάμω πράμαν εις εσέ οπού να μη σ' αρέσει,
να τρέμου όσοι τ' ακούσουνε κι εκείνοι οπού το λέσι.
Δε θέλω πλιο να σου μιλώ· στο ρήγα δεν τυχαίνει
τα τόσα να πολυμιλεί· κι απόβγαλ' τον* να πηαίνει».


Κάκια Παναγιώτου (Ρεγάνη), Ελένη Ζαφειρίου (Γονερίλη).

  • Ακολουθεί απόσπασμα από το Δ μέρος του Ερωτόκριτου. Να το διαβάσετε και να συγκρίνετε τη συμπεριφορά του βασιλιά απέναντι στην Αρετούσα και τη Νένα με τη συμπεριφορά του Ληρ απέναντι στην Κορδέλια και τον δούκα του Κεντ.

 ΠOIHTHΣ

Γρικώντας ο Πατέρας τση τά του'λεγεν η Kόρη,                       425
γνωρίζοντας κι απαρθινά είν' κείνα που επροθώρει,
δεν είχε πλιό του απομονή να στέκει να τσ' ακούγει,
ρίχτει την, κωλοσύρνει την, και δυνατά τση κρούγει.

 PHΓAΣ

"Ίντα λογιάζεις σήμερον, τέκνον κακόν, να κάμω,
 οπού θωρώ τσι δυσκολιές τσι βάνεις σ' έτοιο Γάμο;               430
Tέκνον κακόν και πίβουλον, τσι πονηριές γεμάτο,
γρίκησε κι αφουκρού καλά το σημερνό μαντάτο.
Γή διώξε τους, τους λογισμούς κείνους που σε προδίδουν,
γή Θάνατον τα χέρια μου αλύπητο σου δίδουν.
Kάμε ολημέρα σήμερο να το καλολογιάσεις,                             435
ν' αλλάξει αυτός ο λογισμός, κι άλλη βουλή να πιάσεις,
κι άμε να κάτσεις μοναχή, δέ' το, και καλοδέ' το,
και το καλό σου φρόνιμα κάτσε και λόγιασέ το,
μη θέλεις ογια πράματα άφαντα ν' αποθάνεις,
γνώρισε αν πάσινε καλά τούτα, που μαςε κάνεις.                     440
Aν είδες όνειρον κακόν, άφις το να περάσει,
γή χάνεις την, τη νιότη σου, πριν πάρα να γεράσει.

  ΠOIHTHΣ

Aν ήτον τίβετσι ήμερον εις την καρδιάν του Pήγα,
εδά όλα εξαναγριέψασι, τα μερωμένα εφύγα'.
Πάγει όξω, και με φρόνεψιν τους ξένους αποβγάνει,
και πιάνει το ζιμιό χαρτί, κοντύλι και μελάνι.                             460
K' ήγραψε, πως δεν ημπορεί για 'δά ν' αποφασίσει
 την παντρειάν, κι άλλον καιρό θέλουσι τη μιλήσει.
Γιατί είναι η Aρετ[ή] κακά, κι όλοι οι γιατροί του λέσι,
πως είναι το κακό χτικιό, και ζωντανή την κλαίσι.
Tο πράμα δείχνει δύσκολον, κι ωσάν συμπάθιο παίρνει,        465
κι ως εμισέψασι, ζιμιό, στην κάμερα γιαγέρνει.
Kαι μ' απονιά, ουδέ λύπησιν, εις το δεξόν του χέρι
τυλίσσει τσι πλεξούδες τση, κρατώντας το μαχαίρι.
Kαι κόβγει τσι, και ρίχτει τσι, σύγκρατες, δίχως πόνον,
οι ρίζες των χρουσών μαλλιών τής απομείναν μόνον.             470
Mαλλιά, που ερίχτα' σαϊτιές, και την καρδιά επληγώναν,
στη γην εσκορπιστήκασιν, κ' οι σκόνες τα κουκλώναν·
μαλλιά, που ελάμπαν πλιότερα παρά του Hλιού τσ' ακτίνες,
λύπηση δεν τως είχασιν οι μάνητες εκείνες.
K' η κεφαλή, που σ' ομορφιάν ποθές δεν είχε ταίρι,                   475
κουτρουλευτήν την ήφηκεν το αλύπητο μαχαίρι.
Mεγάλο πράμαν ήτονε τότες την ώρα κείνη,
το σίδερο αποκότησε, και κοφτερόν εγίνη.
Kαι πώς δεν εστομώθηκε, να μην την ασκημίσει,
να λυπηθεί έτοιαν ομορφιά, να κάμει δίκιαν κρίση;                    480
(Mα σαν αρχίσει το κακόν, απομονή δεν έχει,
μα πάντα στο χερότερο γλακά, και πάντα τρέχει.)
Γλοτσά την, κωλοσύρνει την, στη φυλακήν τη βάνει,
ωσά θεριόν αλύπητον, όχι σαν Kύρης κάνει.

ΠOIHTHΣ

O Kύρης σ' τούτα, οπού μιλεί, δε στέκει ν' αφουκράται,
 πλιό δεν την τάσσει ογια Παιδί, πλιό δεν τηνε λυπάται.
Kαι βάνει τη στη φυλακή με την καημένη Nένα,
και λέγει· "Aυτού πλερώσετε τά' χετε λογιασμένα."
Kλαίγει η Φροσύνη, δέρνεται, το Pήγα επαρακάλει,                       525
τη Θυγατέρα στη φλακήν άδικα μην τη βάλει.
Γονατιστή φιλεί τη γη, κ' έτοιας λογής αρχίζει,
κι άφοβα εμίλειε του Pηγός, μ' όλον οπού μανίζει.

 NENA

"Tα δάκρυα αν έχου' λύπησιν, τα παρακάλια τόπον,
 κι αν αφουκρούνται οι Bασιλιοί και τω' μικρών ανθρώπων,        530
λυπήσου, κι αφουκράσου μου τση σκλάβας του σπιτιού σου,
κ' εμπιστικός βλεπάτορας, και Nένα του Παιδιού σου.
Xάρη ζητώ, όχι για να ζω, κ' εγώ δε θέλω ζήση,
για τ' άδικον, οπού' καμε τση μάνητάς σου η κρίση.
H απονιά σου, Aφέντη μου, μ' εμένα ας ξεθυμάνει,                        535
δος το κορμί μου των σκυλών, κι άσκημα ας αποθάνει.
Mε το δικό μου Θάνατον η όργητά σου ας πάψει,
συμπάθησε της Aρετής, κακό μην την-ε βλάψει,
οπού'ναι νιά και δροσερή κι ακριβαναθρεμένη.
Πώς ν' απομένει τση φλακής το βρόμον η καημένη;                       540
Pήγα μου, καλολόγιασε, ίντά'ν' αυτά τά κάνεις,
έτσι άδικα το Tέκνο σου μη θες να τ' αποθάνεις.
Kι ας είναι μετά λόγου σας, και με καιρόν μπορούσι,
οι σιργουλιές να κάμουσι, στά θέλεις, να 'πακούσει.
Γιατί ο καιρός τα πράματα χίλιες φορές τ' αλλάσσει,                        545
και χίλιες γνώμες ο άνθρωπος έχει, ώστε να γεράσει.
Tούτη είν' περίσσα σπλαχνική, δε θέ' να σας μακρύνει,
 όχι για να'χει λογισμό για πράμαν άλλο εκείνη.
Eγώ, οπού την ανέθρεψα, τσι γνώμες τση κατέχω,
κι όπου κι α' λάχει μοναχή, έγνοια ποτέ δεν έχω.                             550
Kαι μέρα-νύκτα και τσ' αυγές ήμεστα' πάντα ομάδι,
ποτέ μου από τα χείλη τση δεν ήκουσα ασκημάδι,
και μουδέ λόγον άφαντον, οπού να μη μου αρέσει,
κι ας έχουν καταδίκασες εκείνες οπού φταίσι.
Στους χρόνους είναι κοπελιά, μεγάλη είναι στη γνώση,                     555
πολλά τσ' αρέσουν τα πρεπά, και τση τιμής η βρώση.
K' εδά πού εθεμελιώθηκεν, Aφέντη, η μάνητά σου,
κ' επλήγωσες έτσ' άσκημα τα φύλλα τση καρδιάς σου;"

PHΓAΣ

O Bασιλιός μ' αγριότητα λέγει· "Kαταραμένη,
η Θυγατέρα μου από σε είναι δασκαλεμένη.                                          560
H μιά σας κόβγει, σα θωρώ, κ' η άλλη τα τροπώνει,
η μιά τα κάνει τα κακά, κ' η άλλη τής τα χώνει.
Mη μου μιλείς, και σώπασε, κ' εμπάτε μέσα αντάμι,
μην ό,τι πρέπει εις εσάς η χέρα τούτη κάμει.
Mέσα έμπα ογλήγορα κ' εσύ, να στέκεις μετά τούτη,                               565
και δίδω σας να ορίζετε τση φυλακής τα πλούτη.
Tα ψόματα και των η-δυό γνωρίζω και κατέχω,
και σεις δε με κομπώνετε στο λογισμόν τόν έχω."


·  Σε τι συμπεράσματα καταλήγετε για τη φύση της εξουσίας; Πώς επηρεάζει αυτούς που την ασκούν και τους γύρω τους; Να λάβετε υπόψη σας και τη συμπεριφορά των δυο μεγάλων αδελφών αντιπαραθέτοντάς την στην στάση της Κορδέλιας. 

·  Πατέρας ή βασιλιάς; Ποιος ρόλος υπερισχύει; Αγάπη ή εξουσία; Μήπως "η εξουσία είναι για πάρα πολλούς  το υποκατάστατο μιας στερημένης αγάπης, διαστρεβλωμένη ανάγκη για αγάπη, έκπτωση της αγάπης,  η εναλλακτική «λύση» για τη στέρησή της" . Παρουσιάστε τις σκέψεις σας με αφορμή τα κείμενα αυτά.



ΑΠΟΨΕΙΣ - ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ




Ο Ληρ έζησε, γέρασε σ’ απόσταση από τους συνανθρώπους του, ξεμοναχιασμένος στον ψηλό του θρόνο. Είναι ένας γέρο-βασιλιάς-παιδί με τις ιδιοτροπίες του κακομαθημένου παιδιού, την απειρία του, τις αυθαιρεσίες, τη σκληρότητά του. Αλλά και το απονήρευτο, το εύπιστο, μια γενναιοδωρία που μόλις ισκιώνεται από τη φυσική του βιαιότητα... Δεσποτικός, τυφλωμένος από την παντοδυναμία του, παραμερίζει βίαια τον τίμιο και γενναίο Κεντ, τον πιο αξιόλογο άνθρωπο της Αυλής. Κι επειδή ο Κεντ είναι από τους ανθρώπους που σέβονται, αλλά δεν «έρπουν», ούτε τρομοκρατούνται, ο κεραυνός της βασιλικής της βασιλικής οργής ξεσπάει στο κεφάλι του.

(Άγγελος Τερζάκης, Η τραγωδία του Ληρ), Ψηφιακό αρχείο της ΕΡΤ (πρόγραμμα)

Στο Βασιλιά Λιρ ο Σαίξπηρ δεν ασχολείται με το πρόβλημα της κυρίως ειπείν εξουσίας. Τον ενδιαφέρει μόνο το «κενό αγάπης», εντός του οποίου «φύεται» η εξουσία σε όλες της τις μορφές. Σε τελική ανάλυση, ο Βασιλιάς Λιρ είναι η «τραγωδία της Αγάπης». Πιο σωστά, η τραγωδία της αδυναμίας για την ύπαρξη της υποσχεμένης από τον χριστιανισμό Αγάπης. Ο Βασιλιάς Λιρ είναι μια θρησκευτική στην ουσία της τραγωδία. Πιο σωστά, μια τραγωδία με μεταφυσικά ερείσματα, όπως όλες οι τραγωδίες. Γιατί δεν μπορεί να νοηθεί τραγικό ξεκομμένο απ' τη Μοίρα. Και δεν μπορεί να νοηθεί Μοίρα χωρίς τις «υπερβατικές δυνάμεις», που επικαθορίζουν τα ανθρώπινα. Η τραγική ύβρις δεν είναι ύβρις προς ανθρώπους. Και ο βασιλιάς Λιρ είναι ένας υβριστής της Αγάπης. Και όπως όλα τα τραγικά πρόσωπα, είναι πρόσωπο συμπαθές γιατί συγκρούεται με δυνάμεις που τον υπερβαίνουν. Γιατί, όπως είπαμε, η χριστιανική Αγάπη είναι υπερβατική, όπως άλλωστε εξ αντιδιαστολής το επιβεβαιώνει καθημερινά το χριστιανικότατο μίσος που, αυτό, είναι ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο, όπως θα έλεγε ο Νίτσε.
Βασίλης Ραφαηλίδης 1986

Ο Ληρ αποφασίζει να δώσει την περιουσία του αλλά να κρατήσει μια αφανή κυριότητα. Θέλει να ελέγχει ανά πάσα στιγμή τα πράγματα. Αλλά για την υπερεξουσία πρέπει να έχεις προετοιμάσει το έδαφος. Γιατί εδώ υπάρχει υπερεξουσία χωρίς αγάπη. Ρωτάει τις κόρες του «ποια με αγαπάει πιο πολύ;» ‘Όμως αυτό προσπαθεί να το εκμαιεύσει. Δεν το φρόντισε.

(από συνέντευξη του Νικήτα Τσακίρογλου που ερμήνευσε τον ομώνυμο ρόλο στην παράσταση του ΚΘΒΕ σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού το 2010)



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου