Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Μέρες του 36: Από το Γιώργο Σεφέρη στο Θόδωρο Αγγελόπουλο


Ο φωτογράφος Σεφέρης. Κύπρος. Μνήμη και αγάπη. Με το φακό του Γιώργου Σεφέρη, πρόλογος - σχεδιασμός - επιμέλεια Ε. Χ. Κάσδαγλης. Λευκωσία 1990.


Να νοσταλγείς τον τόπο σου, ζώντας στον τόπο σου....

Στο ποίημα
 «Με τον τρόπο του Γ. Σ», ο Γ. Σεφέρης σκιαγραφεί αδρά την παρακμιακή κατάσταση της Ελλάδας, η οποία κυοφορούσε τη δικτατορία του Μεταξά. Ο ποιητής βιώνει με δραματικό τρόπο τη διάστασή του από μια καθημερινότητα με φθοροποιά στοιχεία που απειλούν τον ελληνισμό. 

« Όσο προχωρεί ο καιρός και τα γεγονότα, ζω ολοένα με το εντονώτερο συναίσθημα πως δεν είμαστε στην Ελλάδα, πως αυτό το κατασκεύασμα που τόσοι σπουδαίοι και ποικίλοι απεικονίζουν καθημερινά δεν είναι ο τόπος μας αλλά ένας εφιάλτης με ελάχιστα φωτεινά διαλείμματα, γεμάτα μια πολύ βαριά νοσταλγία. Να νοσταλγείς τον τόπο σου, ζώντας στον τόπο σου, τίποτε δεν είναι πιο πικρό.», γράφει ο ίδιος στις 22 Αυγούστου του 1936, από την Αίγινα, που βρίσκεται.



Από τη χρεοκοπία του ’32 στη δικτατορία του ’36

Πώς η πίεση των ξένων δανειστών και οι κοινωνικές συνέπειες της πτώχευσης έφεραν τον Μεταξά στην εξουσία

Αν και η κοινή συνείδηση έχει καταγράψει την 4η Αυγούστου 1936 ως την ημέρα της ανόδου του Ιωάννη Μεταξά στην εξουσία, η πραγματικότητα είναι διαφορετική: ο Μεταξάς έγινε πρωθυπουργός αρκετούς μήνες πριν, στις 29 Απριλίου του ίδιου έτους. Όχι μέσα από κίνημα, αλλά μέσα από την ίδια τη Βουλή, η οποία του έδωσε μάλιστα πρωτοφανή πλειοψηφία 241 ψήφων, επικυρώνοντας τον διορισμό του ως πρωθυπουργού από τον βασιλέα Γεώργιο Β’ μετά τον ξαφνικό θάνατο του πρωθυπουργού Δεμερτζή. Το πώς και το γιατί η χώρα κατέληξε στα χέρια του Μεταξά είναι μια ιστορία που ξεκινά τέσσερα χρόνια πριν, τον Απρίλιο του 1932, όταν η Ελλάδα κήρυττε πτώχευση με την παραίτηση του υπουργού Οικονομικών Γεωργίου Μαρή, για να περιδινηθεί έκτοτε στην εναλλαγή σειράς κυβερνήσεων, που, τελικά, δεν κατάφεραν να βρουν βιώσιμη λύση στο ζήτημα του χρέους.

Το 1932 το συνάλλαγμα από τις εξαγωγές της χώρας πήγαινε σε ποσοστό 81% για την εξυπηρέτηση του χρέους, τη στιγμή που στη Βουλγαρία το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 16% και στην Ουγγαρία, όπου ήταν και το μεγαλύτερο όλων των άλλων χωρών πλην της Ελλάδας, στο 48%. Η κρίση είχε γίνει πια ασφυξία. Τους τελευταίους μήνες της πρωθυπουργίας του, το 1932, ο Ελευθέριος Βενιζέλος έχει καταβάλει δραματικές προσπάθειες νέας δανειοδότησης της χώρας από το Παρίσι, το Λονδίνο και τη Ρώμη, που έχουν καταλήξει άκαρπες. Για την Ουάσιγκτον, η οποία βρισκόταν ακόμη μεταξύ του Κραχ και του «Νιου Ντιλ», δεν υπήρχε θέμα συζήτησης, όπως και για το Βερολίνο, το οποίο ήταν ακόμη εξαιρετικά επιβαρυμένο με τις πολεμικές αποζημιώσεις του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και έμπαινε ήδη στην τροχιά της ανόδου του Χίτλερ στην εξουσία.

Η πολύ έντονη κοινωνική πίεση που είχε προκαλέσει η πτώχευση γεννούσε άλλωστε και τον έντονο φόβο της ανόδου του ΚΚΕ - σε μια εποχή που η Οκτωβριανή Επανάσταση έστηνε το διεθνικό καθεστώς της και σκορπούσε τον φόβο στον «αστικό» πολιτικό κόσμο. Ο συνδυασμός της κοινωνικής πίεσης από τις επιπτώσεις της χρεοκοπίας και της εσωτερικής αίσθησης αστάθειας και της διαρκώς αυξανόμενης εξωτερικής πίεσης στη χώρα από τους ξένους ομολογιούχους έδωσε όμως και πολύ έδαφος στις ιδέες του ολοκληρωτισμού. Αργότερα το Σύμφωνο Σοφούλη - Σκλάβαινα, το οποίο δημιούργησε τον φόβο μιας έμμεσης ανόδου του νεαρού ΚΚΕ στην εξουσία, συνέβαλε ακόμη περισσότερο σε εκείνη την κατεύθυνση.


25 Νοεμβρίου 1935. Ο πρωθυπουργός Γ. Κονδύλης υποδέχεται στο Φάληρο το Γεώργιο Β' που επιστρέφει στην Ελλάδα. (Αθήνα, Φωτογραφικό Αρχείο Ε.Λ.Ι.Α. ) 

Με την ψήφο των δύο μεγάλων κομμάτων

Η τελευταία προπολεμική Βουλή, που είχε προκύψει από τις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου του 1936, οι οποίες διεξήχθησαν με απλή αναλογική, ήταν και η τελευταία στην οποία συγκρούστηκαν οι δύο μεγάλες ελληνικές παρατάξεις, οι βενιζελικοί και οι αντιβενιζελικοί. Η μεγάλη ιστορική ειρωνεία είναι ότι εκείνη η Βουλή ήταν μάλιστα αναθεωρητική... 

Αμέσως μετά τον σχηματισμό της σε σώμα, η Βουλή, η οποία είχε μπροστά της το μέγα πρόβλημα της διαπραγμάτευσης του χρέους, αλλά και το διχαστικό ζήτημα της επανόδου των βενιζελικών αξιωματικών που είχαν φύγει από το στράτευμα μετά το Κίνημα του '35, αδυνατούσε να δώσει άλλη κυβέρνηση και διχοτομήθηκε σε δύο στρατόπεδα με συμμετοχή πολλών κομμάτων το καθένα: η βενιζελική / δημοκρατική παράταξη οχυρώθηκε με ένα συνολικό ποσοστό λίγο πάνω από το 45% και 142 έδρες και η αντιβενιζελική με ποσοστό αθροιστικά λίγο πάνω από 47,5% και 143 έδρες. Το Κομμουνιστικό Κόμμα έλαβε 5,6% και εξέλεξε 15 βουλευτές. 

Στην αρχή, λόγω του Συμφώνου Σοφούλη - Σκλάβαινα, θεωρήθηκε βέβαιο ότι οι βουλευτές του ΚΚΕ θα παίξουν τον ρόλο του «ρυθμιστή» στον σχηματισμό κυβέρνησης. Τελικά ήταν η μόνη ομάδα που είχε κάθετη άρνηση στην παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στον Ιωάννη Μεταξά και η άνοδος του Μεταξά στην εξουσία, αν και τυπικά κοινοβουλευτική, είχε από την αρχή σαφή χαρακτηριστικά δικτατορικού τύπου: με απόφασή της η Βουλή αυτοκαταργήθηκε εκείνη την ίδια ημέρα για τους επόμενους μήνες, δίνοντας στον Μεταξά το δικαίωμα να κυβερνά με βασιλικά διατάγματα ως την επαναφορά στις πλήρεις δραστηριότητές της, η οποία όμως δεν πρόλαβε να συντελεστεί, καθώς ο αρχηγός του μικρού κόμματος των έξι βουλευτών κήρυξε στις 4 Αυγούστου και τυπικά τη δικτατορία...

Την πραγματικότητα περιγράφει με ενάργεια στην αγόρευσή του στη Βουλή στις 29 Απριλίου ο βουλευτής του Λαϊκού Κόμματος Βάσος Στεφανόπουλος: «Χθες ακόμη εις μίαν μακράν ολονύκτιον συνεδρίασιν ηναγκάσθημεν να κηρύξωμεν την χρεωκοπίαν του λεγομένου κοινοβουλευτισμού. [...] Και τα 240 ΝΑΙ, τα οποία εξεφώνησαν εις την αίθουσαν ημών εις την ψήφον εμπιστοσύνης, ήσαν 240 υπογραφαί κάτωθι της τρομεράς διαπιστώσεως ότι εχρεωκοπήσαμεν ως κοινοβουλευτισμός, εξεπέσαμεν ως Συνέλευσις, εχάσαμεν την συνείδησιν του προορισμού μας ως εθνική κυριαρχία. Και έτι πλέον, κύριοι βουλευταί. Εχάσαμεν ίσως και τον ψυχικόν σύνδεσμον προς τον λαόν, τον οποίον ενετάλημεν να διακυβερνήσωμεν. Διότι τι είδους ψυχικός σύνδεσμος είναι δυνατόν να διατηρηθεί όταν ο μεν λαός φωνάζει "δεν θέλω να με κυβερνήσει ο κ. Μεταξάς", ημείς δε αδιαφορούντες προς την κραυγήν ταύτην απαντώμεν: "Και όμως, θα σε κυβερνήσει ο Μεταξάς!"»...


Ο Θεμιστοκλής Σοφούλης στο στρατηγείο του στην Σάμο το 1912


Με τη φυγή του Βενιζέλου στην Γαλλία, ο Σοφούλης ανέλαβε την ηγεσία του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Στις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936,το κόμμα του δεν μπόρεσε να συγκεντρώσει την απόλυτη πλειοψηφία, οπότε υπέγραψε με το Παλλαϊκό Μέτωπο (το οποίο ελέγχονταν από το ΚΚΕ) σύμφωνο, χάρη στο οποίο εκλέχθηκε πρόεδρος της Βουλής. (Το σύμφωνο αυτό έμεινε στην ιστορία ως «σύμφωνο Σκλάβαινα–Σοφούλη».)
Η προειδοποίηση Σοφούλη

Από την άλλη πλευρά, ένα πολύ «βαρύ» πολιτικό όνομα, ο Θεμιστοκλής Σοφούλης, αρχηγός του Κόμματος των Φιλελευθέρων, του μεγαλύτερου στη Βουλή, και διάδοχος του Ελευθερίου Βενιζέλου, έλεγε την ίδια ημέρα στη Βουλή: «Μέσα εις την ατμόσφαιραν η οποία περιβάλλει την ζωή μας, εισπνέομεν όλοι, χωρίς να το καταλάβωμεν, μία γενναίαν δόσιν υποκρισίας. Κοπτόμεθα πάντες και εκτραγωδούμεν τον κίνδυνον τον απώτερον του κομμουνισμού, διά να καλύψωμεν τον κίνδυνον τον οποίον ημείς οι ίδιοι δημιουργούμεν, οι προστάται δήθεν και υπερασπισταί του αστικού καθεστώτος. [...] Και η καταφρόνησις προς πάσαν ηθικήν αξίαν και προς πάσαν ηθικήν έννοιαν έχει κλονίσει πλέον τα θεμέλια του κοινωνικού καθεστώτος, ώστε να μη υπολείπεται πλέον εις τους ενδεχόμενους ανατροπείς του κοινωνικού καθεστώτος βαρύ το έργον».




"Μέρες του '36", Θόδωρος Αγγελόπουλος (1972)

Με άμεσο και διεισδυτικό τρόπο, στη μεταξική περίοδοαναφέρεται   η ταινία «Μέρες του '36» (1972), του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Αυτή η ταινία προετοιμάζει τη μελέτη του σκηνοθέτη για τη νεότερη ιστορία της Ελλάδας, η οποία θα συνεχιστεί με το «Θίασο» (1975), τους «Κυνηγούς» (1977 και το «Ταξίδι στα Κύθηρα» (1984). Είναι η δεύτερη ταινία μεγάλου μήκους του σκηνοθέτη, μετά την «Αναπαράσταση» (1970) και τη μικρού μήκους «Εκπομπή» (1968).

Ο Αγγελόπουλος με τις πρώτες ταινίες του, την «Αναπαράσταση» (1970) και τις «Μέρες του '36» (1972), «προσπαθεί να σκηνοθετήσει τη σιωπή που επέβαλλαν στον ελληνικό λαό οι διαδοχικές δικτατορίες» γράφει η Σιλβί Ρολέ.




Oι «Μέρες του ’36» είναι αυτές που προετοίμασαν την εγκατάσταση της φιλοφασιστικής δικτατορίας του στρατηγού Μεταξά. Σε μια πλατεία γεμάτη κόσμο και κάτω από έναν δυνατό ήλιο, δολοφονείται ένας συνδικαλιστής. Oι υποψίες στρέφονται στον Σοφιανό, έναν πρώην συνεργάτη της αστυνομίας που έχει πέσει σε δυσμένεια. O Σοφιανός αγωνίζεται μάταια ν' αποδείξει την αθωότητά του. Απελπισμένος, κρατάει όμηρο στο κελί του ένα φίλο βουλευτή που τον επισκέπτεται στη φυλακή, κι απειλεί να τον σκοτώσει αν δεν τον ελευθερώσουν. 

Είμαστε στις παραμονές των εκλογών του 1936, και η κυβέρνηση Μεταξά, που μόλις στέκεται όρθια χάρη σ' έναν δύσκολο συμβιβασμό ανάμεσα στις δυνάμεις της Δεξιάς και του Κέντρου, βρίσκεται σε μια πολύ λεπτή θέση: αν αντισταθεί στον εκβιασμό του Σοφιανού, προκαλώντας το θάνατο του βουλευτή, θα χάσει τη στήριξη της Δεξιάς· κι αν, αντίθετα, υποκύψει στον εκβιασμό κι αφήσει ελεύθερο τον κρατούμενο, θα χάσει τη στήριξη του Κέντρου. 

Το ποια «τάξη» αποκαταστάθηκε τελικά, το φανερώνει ξεκάθαρα η σκηνή της εκτέλεσης των διαδηλωτών που κλείνει την ταινία.
(Η υπόθεση της ταινίας από το επίσημο site του Θ. Αγγελόπουλου )


......ένα άρρωστο πολιτικό σύστημα 

Είναι οι παραμονές της δικτατορίας του Μεταξά. Ο Αγγελόπουλος μας δείχνει με τον πιο ρεαλιστικό τρόπο την ηθική και πολιτική κατάπτωση στην ελληνική κοινωνία, το 1936. Με μικρές εξόδους από την κλασική αφήγηση, έχουμε τελικά έναν ποιητικό κινηματογράφο που παραφράζει την πραγματικότητα. Βλέπουμε την κατολίσθηση της αστικής τάξης, τόσο σε ηθικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο. Η αδυναμία μιας ψύχραιμης ανάλυσης της κατάστασης λίγο πριν να αναλάβει τη διακυβέρνηση ο Μεταξάς και να οδηγήσει την Ελλάδα μέσα από ένα αβέβαιο δρόμο στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι εμφανής στην ταινία. Το Κράτος είναι τυπικά και ουσιαστικά ο υπηρέτης της πολιτικής εξουσίας και η εκμετάλλευση του λαού μας δείχνει τις τρομερές ταξικές αντιθέσεις που δυναμώνουν το αριστερό κίνημα, το οποίο θα φανεί στην Κατοχή και, μετά, στον Εμφύλιο Πόλεμο.

Ο Αγγελόπουλος δε δικαιολογεί τη φασιστική κίνηση του Μεταξά, απλά δείχνει αυτό που υπήρχε τότε: ένα άρρωστο πολιτικό σύστημα που είχε πεθάνει, αξιακά, αλλά δεν ήθελε να το παραδεχτεί. Καταφέρνει, παρόλα αυτά, να επιβιώνει, με «ενέσεις» συμπαράστασης από τις ξένες δυνάμεις, ακριβώς όπως λύνεται τελικά αυτή η ομηρία με ένα πυροβολισμό που φαίνεται ότι θα έχει σα θύμα το βουλευτή, θα αποδειχτεί όμως ότι ο κρατούμενος θα αυτοκτονήσει, ενώ ο όμηρός του θα λιποθυμήσει από το φόβο του.

Παράλληλα, ο Αγγελόπουλος μας αφηγείται και την αδυναμία της Αριστεράς να αναλάβει συγκεκριμένες δράσεις, να βρει ένα δρόμο για την έξοδο από την κρίση και να κάνει τελικά την επανάστασή της. Η δικτατορία του Μεταξά βόλεψε και κάποιους αριστερούς που αγιοποιήθηκαν, μέσα από τις πρωτοφανείς διώξεις, βασανιστήρια και δολοφονίες που ασκήθηκαν εναντίον τους.


«Ωχ! Τώρα θα μας πιάσουνε»

Η πρώτη μου επαφή με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, έγινε το 1971, όταν μού ζήτησε να έχω τη μουσική επιμέλεια στις «Μέρες του 36». Εγώ γενικά, τις μουσικές επιμέλειες σε έργα στο θέατρο και στο ραδιόφωνο τις βαριόμουνα, όμως στο Θόδωρο δε μου πήγαινε να πω «όχι», γιατί η «Αναπαράστασή» του, που ήδη είχα δει, μού άρεσε πολύ. Η συνεργασία μου μαζί του ήταν άψογη και βεβαίως ούτε που διανοήθηκα να ζητήσω αμοιβή.

Είχαμε δικτατορία και η «επίσημη» πρώτη είχε γίνει νομίζω στο Παλλάς, σε μια κατάμεστη αίθουσα, τοποθετημένη πολιτικά εκ προοιμίου! Όταν στους τίτλους της ταινίας, είδα γραμμένο το όνομά μου, ψιθύρισα στην αδελφή μου «Ωχ! Τώρα θα μας πιάσουνε». Κι όταν στη σκηνή της φυλακής, μόλις ακούστηκε η φωνή της Κάκιας Μένδρη, οι θεατές ξέσπασαν σε ένα αυθόρμητο, πηγαίο χειροκρότημα, σκέφτηκα «τουλάχιστον συμμετέχω σε μια ταινία που θα μείνει!».
Γιώργος Παπαστεφάνου



Εικόνες του '36

Στίχοι: Γιάννης Κακουλίδης
Μουσική: Μίμης Πλέσσας
Βούλα Σαββίδη 
Τα χαμένα χρόνια (1977)

Έξω απ’ το παράθυρό μου
τ’ Αυγουστιάτικο φεγγάρι
ώρα, λέω, να ποτίσω το βασιλικό
Μπρος στην ξώπορτα καπνίζουν
σέρτικο οι φαντάροι
πήρα Singer και θα ράβω
κα 'να νυφικό

Βλέπω, ακούω και σωπαίνω
τα καράβια πάνε πέρα
εσύ φεύγεις κι εγώ μένω
κι άλλοι τραγουδάν:
Γιατί χαίρεται ο κόσμος
και χαμογελάει, πατέρα;

Στο μεταγωγών απ’ έξω
περιμένω πέντε ώρες
το Λενάκι με το Γιάννη παίζουνε κρυφτό
Το δελτίο μας προβλέπει
για το μήνα μπόρες
το ψιλόβροχο αρχίζει
τρέχω να κρυφτώ

Βλέπω, ακούω και σωπαίνω
τα καράβια πάνε πέρα
Γιατί χαίρεται ο κόσμος
και χαμογελάει, πατέρα;
Γιατί λάμπει ο ήλιος έτσι
γιατί φέγγει έτσι πέρα; 





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου