Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

Η Ιλιάδα μέσα από τη ματιά του Στάθη Λιβαθινού


«Η Ιλιάδα είναι η χώρα μας σήμερα»

Στάθης Λιβαθινός


Οι 24 ραψωδίες σε πέντε ώρες με σκηνοθέτη τον Στάθη Λιβαθινό

Της Γιώτας Συκκά

Ο συναρπαστικός κόσμος της Ιλιάδας τριβέλιζε το μυαλό του αμέσως μετά το τέλος της Πειραματικής Σκηνής. Οσο περισσότερο ρωτούν τον Στάθη Λιβαθινό γι’ αυτή την τολμηρή επιλογή σε τέτοιους δύσκολους καιρούς, τόσο σιγουρεύεται ότι η πραγματική αιτία κρύβεται στην παιδική του ηλικία. Δείχνοντας τις ουλές -μάρτυρες της ζωηράδας εκείνων των χρόνων- λέει πως πάντα του άρεσε να επιμένει σε ό,τι τον δυσκόλευε. Ετσι και η Ιλιάδα, το ποιητικό έργο που γράφτηκε γύρω στο 750 π.Χ., ήταν ένα από τα σχέδια που ανέβαλε συνεχώς μέχρι που ήρθε η κατάλληλη στιγμή. Βρήκε τους συνεργάτες ηθοποιούς που τον συντροφεύουν στα δύσκολα (Δημήτρης Ημελλος, Βασίλης Ανδρέου, Νίκος Καρδώνης, Μαρία Σαββίδου), δίπλα τους συσπειρώθηκε μια νεότερη γενιά και ξεκίνησαν πρόβες πριν από εννέα μήνες. Ο Στρατής Πασχάλης δεν θα μπορούσε να λείπει απ’ αυτό το φιλόδοξο εγχείρημα ούτε και η Ελσα Ανδριανού.

«Η Ιλιάδα είναι η χώρα μας τώρα», λέει γι’ αυτή την παραγωγή - πρόκληση, που θα δούμε στο Ελληνικό Φεστιβάλ στην οδό Πειραιώς (4/6). «Ο Ομηρος κατάφερε να προβλέψει το μοντέλο ύπαρξης ενός λαού που επρόκειτο να κατοικήσει στην Ελλάδα τα επόμενα 3.000 χρόνια. Ότι ο λαός θα ζει ανάμεσα στην ψευδαίσθηση, τον εμφύλιο πόλεμο, το μίσος και τον θυμό και θα του λείπει η συγχώρεση. Για να υπάρξει, θα διατηρηθεί μέσω της γλώσσας του»

Πρόθεση του σκηνοθέτη είναι να παρουσιάσει και τις 24 ραψωδίες ως θεατρική πράξη σε πέντε ώρες. «Ο πόλεμος στον Όμηρο είναι μια αναγκαία πραγματικότητα αλλά και μια αφορμή. Το ζουμί βρίσκεται στις τελευταίες ραψωδίες. Εκεί όπου το έπος αρχίζει να γίνεται αρχαία τραγωδία».

Μια εργασία σε εξέλιξη πάνω στο αφηγηματικό θέατρο, αλλά αυτή τη φορά με αφορμή το έπος του Ομήρου όπου η αφήγηση και ο διάλογος εναλλάσσονται με ρεαλιστικό τρόπο και αλλαγές υφών. «Γιατί ο Ομηρος είναι τραγωδία, μπουλβάρ, αφήγηση, μελετάει τη ζωή».

Ο Στάθης Λιβαθινός θέλει η δουλειά του να είναι ανοιχτή σε πολλές αναγνώσεις. Κι όταν τον ρωτάς αν η στροφή του κοινού στα λογοτεχνικά κλασικά κείμενα είναι εσωτερική ανάγκη ή ασφαλής επιλογή, είναι κατηγορηματικός: «Το κοινό στρέφεται στα είδη που δεν βαριέται. Αυτή τη στιγμή το θέατρο είναι μια εθνική προσπάθεια διάσωσης της γλώσσας και του ήθους μας. Κάθε σκηνοθέτης βάζει τη δική του υπογράμμιση σε τέτοια κείμενα. Το θέμα του ηρωισμού σήμερα είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους απευθύνθηκα στην Ιλιάδα. Η ανάγκη των ανθρώπων να οδηγήσουν άλλους πληρώνοντας το τίμημα, είναι μεγάλο θέμα». Επιπλέον δηλώνει ευτυχής και για τη μετάφραση του Δημήτρη Μαρωνίτη. «Είναι ό,τι πιο σύγχρονο έχουμε για τον Ομηρο».



Φωτογραφία από τις πρόβες, Καθημερινή, 19/5/2013


– Γιατί οι παραστάσεις σας πρέπει να είναι τόσο μεγάλες σε διάρκεια;

– Στην αρχή ήθελα μια πιο ελεύθερη παρακολούθηση, αλλά αυτό απαιτεί προετοιμασία του κοινού και ανάλογο χώρο. Ο θεατής γνωρίζει ότι έρχεται να δει τη δουλειά μου. Θα είναι πέντε ώρες με διαλείμματα.

– Το ανέβασμα αυτής της ακριβής παραγωγής, που ήδη ζητήθηκε και από το εξωτερικό, είναι ένα φιλόδοξο εγχείρημα σε μια εποχή που μας διδάσκει το μέτρο. Δεν φοβάστε;

– Δεν αισθάνομαι φόβο αλλά δέος. Ομως ανοίγει ένας δρόμος γι’ αυτά τα κείμενα που είναι πιο ανοιχτά και δημοκρατικά απ’ όσο μπορούμε να φανταστούμε, καμωμένα για να μιληθούν. Αν μου καταλογιστεί αποτυχία θα το δεχτώ, αλλά θα συνεχίσω να δουλεύω πάνω στο κείμενο.

– Ποια σημεία της φωτίζετε;

– Ο Ομηρος δημιούργησε ένα έπος στο οποίο δεν υπάρχει ούτε νικητής ούτε νικημένος. Είναι η συνομιλία δύο γενεών. Του θυμωμένου ήρωα Αχιλλέα, αυτού του αψίκορου νεαρού, και του σοφού πατέρα Πριάμου και το πώς δυο γενιές μπορούν να συμφιλιωθούν έστω για λίγο. Γιατί απ’ αυτό μπορεί να γεννηθεί κάτι. Υπάρχει ένα μοτίβο μέσα στο έπος που καταφέρνει να αναδείξει όλα τα πρόσωπα από πολλές πλευρές. Είναι η πρώτη φορά στην ιστορία της λογοτεχνίας που τα πρόσωπα δείχνουν πόσο γενναιόδωρα μπορούν να είναι, αλλά και πόσο η γενναιοδωρία και η γενναιότητα απέχουν ένα εκατοστό από την έπαρση και την οίηση, κάτι από το οποίο υποφέρει ο λαός μας. Η οργή, η αγανάκτηση, ο θυμός είναι ένα μοντέλο ύπαρξης καταδικασμένο να τελειώσει στην κατανόηση και τη συγχώρεση. Ο Ομηρος κρατάει έναν γενναιόδωρο καθρέφτη για όλους.




«Χρειαζόμαστε μια βαθιά εθνική μετεκπαίδευση για κείμενα όπως η Ιλιάδα»


Ο Στάθης Λιβαθινός έχει τον τρόπο να καθηλώνει τον συνομιλητή του με το διαπεραστικό βλέμμα και το χειμαρρώδη λόγο του. Εδώ κι εννέα μήνες δουλεύει ασταμάτητα πάνω στην ομηρική «Ιλιάδα» και τώρα μοιράζεται μαζί μας, για πρώτη φορά, τις σκέψεις του για την παράσταση που θα δούμε στο Φεστιβάλ Αθηνών τον Ιούνιο αλλά και για τη μοίρα του θεάτρου.





Συναντηθήκαμε σε ένα cafe της οδού Μακρυγιάννη και η αρχή της συζήτησης –για κάποιον παράξενο, τυχαίο λόγο– μας οδήγησε στην πατρότητα. «Για να γίνεις κάποιος, πρέπει να είσαι ο γιος κάποιου», μου είπε ο Στάθης Λιβαθινός, «και η έννοια της πατρότητας στην τέχνη εμπεριέχει τη διάσταση της μαθητείας. Έτσι κατά κάποιον τρόπο δημιουργείται η συνέχεια. Όταν δεν υπάρχει πατρότητα, δεν υπάρχει συνέχεια και νομίζω ότι αυτό βιώνουμε στην Ελλάδα. Την έλλειψη οποιασδήποτε συνέχειας, διαδοχής, καταρχάς στην παιδεία και μετά σε όλα τα υπόλοιπα. Αυτή είναι και η εθνική μας τραγωδία. Δεν ξέρω ποιος ευθύνεται ή τι φταίει. Το πιο εύκολο θα ήταν να πω ότι υπάρχει μια πατρογονική κατάρα. Βλέπεις τα όσα συμβαίνουν στην “Ιλιάδα” και σκέφτεσαι τη μοίρα της Ελλάδας».

Πέρυσι κάνατε τον «Ερωτόκριτο» γιατί θέλατε να μιλήσετε για την Αναγέννηση. Τι είναι αυτό που σας έφερε φέτος κοντά στην «Ιλιάδα»; 

Με έφερε μια προσωπική εμμονή, μια επιθυμία, η οποία γεννήθηκε γύρω στο 2008 και την πρωτομοιράστηκα με τη συνεργάτιδά μου Έλσα Ανδριανού. Ήταν στο τέλος της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου, μιλούσαμε για την Ελλάδα και της είπα ότι θα ήθελα πολύ να ασχοληθώ με την «Ιλιάδα» στο θέατρο. Εννοείται πως δεν με πήρε πολύ στα σοβαρά, σήμερα όμως είναι πολύτιμη συνεργάτις μου στην παράσταση. Αυτό που πραγματικά σε κάνει να κυνηγήσεις κάτι δεν ονομάζεται εύκολα…Στην περίπτωση της «Ιλιάδας» πρόκειται μια προσωπική, αλλόκοτη, ανεξήγητη τρέλα, επιθυμία. 


Με ποιον τρόπο αποδίδετε θεατρικά το ομηρικό έπος;

Στην «Ιλιάδα» είναι βασικό να καταλάβεις πόσα θα μπορούσες να είχες πει αλλά δεν κατάφερες. Η παράσταση εξερευνά κάποιες συγκεκριμένες πλευρές του κειμένου, πάντα σε σχέση με την εποχή. Ζω την ατελείωτη χαρά αυτής της ανακάλυψης και της επικοινωνίας με τον ποιητή των ποιητών και τα μυστικά του. Ζω μια ευτυχισμένη στιγμή και εγώ και όλοι όσοι συμμετέχουν σ’ αυτή την παραγωγή. Αυτή η αίσθηση της πληρότητας πριν από μια παράσταση είναι σπάνια…. 

Σας είχε εντυπωσιάσει ήδη από το σχολείο; 


Δεν είχα ανοιχτούς λογαριασμούς με την «Ιλιάδα» στο σχολείο, διότι δεν τη διδάχτηκα. Ευτυχώς, γιατί αν την είχα διδαχτεί, νομίζω πως δύσκολα θα είχα γυρίσει σε αυτή. Επανατοποθέτησα μέσα μου το θέμα του ποσό «καλό» μας κάνει η λάθος διδασκαλία αυτών των κειμένων. Φαντάζομαι πόσοι κρυμμένοι εχθροί της «Ιλιάδας» υπάρχουν εκεί έξω που δεν ξέρουν την ερωτική και τη βαθιά ποιητική του κειμένου καθώς τη διδάχτηκαν με υποκείμενα και ρήματα. Χρειαζόμαστε μια βαθιά εθνική μετεκπαίδευση για το πώς πρέπει να πλησιάζουμε αυτά τα κείμενα. Και για μένα, που καταπιάνομαι μαζί της στο θέατρο θα υπάρχει πάντοτε μια αμφιβολία αν μπορεί να γίνει στο θέατρο. Τόσο ο «Ερωτόκριτος» όσο και ο «Ηλίθιος» αλλά και άλλα λογοτεχνικά κείμενα με τα οποία καταπιάστηκα, ήξερα ότι μέσα τους ήταν βαθιά θεατρικά



(φωτ: Νίκος Κοκκαλιάς), Καθημερινή, 19/5/2013


Ετοιμάζετε μια παράσταση-πείραμα; 


Είναι μια εργασία σε εξέλιξη και θα πιστεύω ότι θα μεταφέρει μέσα της την αμφιβολία γύρω από το αν η θεατρική γλώσσα που δοκιμάζουμε εδώ έχει να πει κάτι περισσότερο για την «Ιλιάδα». Αυτό άλλωστε το αποφασίσαμε και με το σύμβουλο μου στη δραματουργία Στρατή Πασχάλη: η αμφιβολία πρέπει φαίνεται. Για την παράσταση μας βασιστήκαμε στη μετάφραση του Δημήτρη Μαρωνίτη, ο οποίος είναι με γενναιόδωρο τρόπο κοντά μας.

Τι σας οδήγησε στην επιλογή της συγκεκριμένης μετάφρασης; 

Είναι έργο ζωής για το Δημήτρη Μαρωνίτη και η μετάφραση του είναι ό,τι πιο σύγχρονο υπάρχει για τον Όμηρο αυτή τη στιγμή. Υπάρχουν κι άλλες ενδιαφέρουσες μεταφράσεις αλλά ένιωσα ότι ποιητικά, ιδεολογικά και αισθητικά συμπίπτω πολύ περισσότερο με τη συγκεκριμένη. Ακολουθούμε απόλυτα τον εσωτερικό ρυθμό του κειμένου. Ο Όμηρος δημιουργεί ένα ολόκληρο ποιητικό συμβάν για να πει μια ιστορία και αυτή ιστορία είναι τόσο απλή όσο και μεγαλειώδης. Στην παράσταση παρόλο που υπάρχουν πάρα πολλά ερευνητικά στοιχεία δεν θα θυσίαζα ποτέ, όπως δεν έχω κάνει μέχρι τώρα, την ουσία. Δεν σκοπεύω να μην αφηγηθώ το μύθο για χάρη οποιασδήποτε άλλης παράπλευρης ερευνητικής κατάστασης. Το στοίχημα σήμερα είναι να πεις το μύθο, να αφηγηθείς αυτή την ιστορία με ένα τέτοιο τρόπο που να μπορούσε να αγγίξει να γίνει κατανοητή και να συγκινήσει. Είναι μεγάλο το στοίχημα. 

Ο ραψωδός είναι κυρίαρχο στοιχείο στην απόδοση του κειμένου. Μπορεί να έχει υπόσταση ένα τέτοιο πρόσωπο σήμερα; 


Ο ραψωδός ήταν πρόσωπο χαρισματικό, αυτοσχεδιαστικό, το οποίο ήξερε να τραβά την προσοχή των ανθρώπων και να την επικεντρώνει σε αυτό που ήθελε να πει. Αυτό το επάγγελμα σπανίζει σήμερα, αλλά υπάρχει. Πιστεύω ότι με έναν τρόπο ακόμη και ο Σαββόπουλος έχει μια τέτοια υπόσταση. Επίσης σε πολιτισμούς στα Βαλκάνια αλλά και πιο βόρεια έχουν βρεθεί ραψωδοί οι οποίοι λένε μέχρι και 30.000 στίχους απέξω. Νομίζω ότι έχει να κάνει με μια βαθύτερη ανάγκη της ανθρώπινης ύπαρξης. Οι ιστορίες πρέπει να ταξιδέψουν. Στην παράστασή μας με ενδιαφέρει η υπόσταση του ραψωδού, η οποία αφορά με κάποιον τρόπο όλο τον θίασο. Και οι 15 ηθοποιοί της ομάδας μου, η οποία κατά κάποιον τρόπο ενσωματώνει τρεις γενιές, δουλεύουν επί ίσοις όροις πάνω στο κείμενο. Δουλεύουμε από τον Σεπτέμβριο και αυτοί οι μήνες μέχρι την παρουσίαση στο Φεστιβάλ Αθηνών δεν ξέρω αν αρκούν γι’ αυτήν τη σύλληψη και τη γέννηση. Στο φεστιβάλ θα δείξουμε ένα πρώτο στάδιο της εργασίας, ελπίζω πάνω σε όλες τις ραψωδίες. Είμαι απόλυτα ευχαριστημένος και περήφανος για τους ηθοποιούς μου γιατί χωρίς να έχουν σχεδόν καθόλου απολαβές έχουν αφοσιωθεί σ' αυτό το απόλυτο σχέδιο δουλεύοντας έξι και επτά ώρες.

Επικεντρώνεστε στην έννοια του ηρωισμού; 

Ο ηρωισμός είναι βασικότατο ερώτημα μιας εποχής και για να απαντηθεί πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να πλησιάσουμε τους ήρωες. Ποιοι είμαστε εμείς σήμερα, ποιοι είναι αυτοί και πόσο τους χρειαζόμαστε; Αυτό είναι ένα από τα πράγματα που μας άγγιξε, χωρίς να το μελετήσουμε ιδιαίτερα θεωρητικά. Νιώθω ότι υπάρχει μια τεράστια ανάγκη για παρηγοριά, να φανταστείς ότι κάπου υπάρχει κάτι πιο γενναίο, κάτι πιο υψηλό που μπορείς να του μοιάσεις. Αυτή η ανάγκη των ανθρώπων να δουν μεγάλα μεγέθη, να ταυτιστούν με αυτά και να κοιτάξουν λίγο υψηλότερα υπήρχε και τότε.
Αν δεις όμως τα πράγματα χωρίς εξιδανίκευση, διαπιστώνεις πως ο Αγαμέμνων και ο Αχιλλέας, δύο άντρες με το έντονο θυμικό, ήταν αυτοκαταστροφικοί.
Φαίνεται ότι ο Όμηρος έβλεπε από πολύ νωρίς ότι ένας εμφύλιος θα είναι η μοίρα μας. Αυτός είναι ένας απ' τους λόγους για τους οποίους είδα ότι αυτό το κείμενο πρέπει να γίνει τώρα. Μοιάζει να μοιραζόμαστε τις ίδιες κατάρες και τις ίδιες αγωνίες με την αρχαιότητα, εφόσον η ανάγκη του ανθρώπου για ευτυχία δεν άλλαξε. Ο Έκτορας όπως και ο Αχιλλέας και ο Αγαμέμνων είναι διαφορετικές πλευρές ενός λαού κι ενός ανθρώπου που επιμένει να μεταφέρει το βάρος του καθήκοντος μέχρι τέλους. Υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι, γι’ αυτούς έγραψε ο Όμηρος, γι’ αυτούς έγραψε ο Τσέχοφ και τους κατάλαβε ο Καβάφης. Είναι αξιολύπητοι, τραγικοί και ταυτόχρονα μεγαλειώδεις. 




απόσπασμα από συνέντευξη του σκηνοθέτη στη Μαρία Κρύου 

Περιοδικό Αθηνόραμα , 01/05/2013  


Οδύσσειά μου είναι η «Ιλιάδα»

Ο σκηνοθέτης με τον Σαολίν Σι Μιάο Τζιέ, ο οποίος διδάσκει τους ηθοποιούς.
Ο σκηνοθέτης με τον Σαολίν Σι Μιάο Τζιέ, ο οποίος διδάσκει τους ηθοποιούς,
 μυώντας τους 
στις τεχνικές του πολέμου. Στόχος: να πετάνε !!!
- Κάνετε πρόβα ήδη από τον Σεπτέμβριο. Εχετε ήδη καταλήξει στη φόρμα που θα έχει η «Ιλιάδα»;
«Είμαστε σε αρχικό ακόμα στάδιο. Με τέτοια μεγάλα κείμενα δεν μπορείς να πεις ποτέ "έφτασα κάπου". Εξάλλου, ποτέ δεν προτάσσω τη φόρμα του περιεχομένου. Ελπίζω ότι εκείνο που θα προκύψει θα είναι μια ενιαία φόρμα που θα περιέχει τόσο το σώμα όσο και τη φωνή των ηθοποιών. Γιατί η "Ιλιάδα" είναι το πιο παραβατικό κείμενο που έχει γραφτεί στην ιστορία της ανθρωπότητας. Και έχω πλήρη γνώση ότι λέω κάτι τρελό».
- Πώς εννοείτε το «παραβατικό»;
«Η "Ιλιάδα" είναι γραμμένη για να λέγεται, όχι για να διαβάζεται. Και αυτός είναι ένας από τους λόγους που την κάνω θέατρο. Ξέρω ότι κάποιοι θα πουν "μα καλά, παίζεται θέατρο;" Φυσικά! Θα μπορούσα να μιλάω για τον Ομηρο πια όλη μου τη ζωή. Είμαι σε ένα βαθύ σοκ. Οχι μόνο από την κρίση που περνάμε, αλλά και από την ανακάλυψη ενός ευαίσθητου τυφλού παιδιού που τα είδε όλα! Πώς μπορεί ένας ποιητής το 800 π.Χ. να δει όλη την εξέλιξη του ελληνισμού μέχρι και σήμερα; Πώς μπόρεσε να διαβάσει το DNA μας αφού δεν είχε μικροσκόπιο;».
- Είναι μια δοκιμασία για σας η αναμέτρηση με το έπος;
«Η Οδύσσειά μου εμένα είναι η "Ιλιάδα" μου».

απόσπασμα συνέντευξης του σκηνοθέτη στην Ιωάννα Κλεφτογιάννη, εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ,   13/1/2013





Κριτικές

"Ιλιάδα": Κερδίζει το στοίχημα ο Στάθης Λιβαθινός ;;;

05 Ιουνίου 2013



Ο ομηρικός λόγος το καλύτερο στοιχείο της παράστασης. Η εικονοποίησή του ένα στοίχημα δύσκολο να κερδηθεί.

Δύο συστάδες με λάστιχα αυτοκινήτου. Μικρές εξέδρες. Μια υδάτινη περιοχή στο βάθος αριστερά ή μέσα από την οποία θα αναδυθεί η μάνα του Αχιλλέα, Θέτις, και μέσα στην οποία θα «ταξιδέψουν» αργότερα τα χάρτινα καραβάκια των Αχαιών, λίγο πριν τη «φουρτουνιάσει» ο θεός Ποσειδώνας. Μια στιφτή σιδερένια σκάλα είναι εκεί δίπλα για να σηματοδοτήσει τον Όλυμπο. Πάνω της θα γαντζωθούν σε λίγο οι Θεοί. Μια σειρά από τσιγκέλια -πάνω στα οποία κρέμονται παλτά- θα ανοίξει κάποιες στιγμές της παράστασης και θα δημιουργήσει μια δυνατή εικόνα που παραπέμπει σε σκηνές του Β' Παγκοσμίου πολέμου κάνοντας έτσι διαχρονικό το αντιπολεμικό μήνυμα του έργου.


Μέσα στον αχανή χώρο του κτηρίου Δ' της Πειραιώς 260, το σκηνικό της παράστασης (Ελένη Μανωλοπούλου) ακολουθεί τη βιομηχανική αισθητική του τόπου και είναι κατασκευασμένο έτσι ώστε να μοιράζει την δράση σε όλο τον χώρο.
Ο Στάθης Λιβαθινός και η ομάδα των ηθοποιών του, δουλεύοντας εντατικά από τον περασμένο Σεπτέμβριο, έπεσαν στα βαθιά. Αναμετρήθηκαν με τους αξεπέραστους ομηρικούς στίχους και επιχείρησαν να θεατροποιήσουν ολόκληρο το αφηγηματικό έπος.



Πώς εικονοποιούνται όμως οι πλούσιες περιγραφές και οι παντοδύναμες εικόνες αυτού του μοναδικού αριστουργήματος;
Ευτυχώς από ό,τι φάνηκε μεγάλη ήταν η έμφαση που δόθηκε στην εκφορά του λόγου. Και πράγματι το ομηρικό κείμενο στην εξαιρετική μετάφραση του Δ.Ν. Μαρωνίτη (ο οποίος ήταν παρών στην πρεμιέρα) ήταν μακράν το καλύτερο στοιχείο αυτής της παράστασης. Από αυτή την άποψη επετεύχθη ένας βασικός στόχος: Το κείμενο ακούγεται. Οι 15 ηθοποιοί το εκφέρουν ολόσωστα μοιράζοντας αφηγηματικά και διαλογικά μέρη, κάνοντας γρήγορες αλλαγές επί σκηνής, φορώντας μικρόφωνα-ψείρες. Διαθέτουν -όπως φάνηκε- τις πολύ μεγάλες αντοχές που χρειάζονται για την πεντάωρης διάρκειας απαιτητική παράσταση. Το δεμένο σύνολο αντιμετωπίζει ορθά το κείμενο από την αρχή έως το τέλος. Πλην όμως από αυτό, δεν κατάφερε να ξεχωρίσει κάποια αξιοσημείωτη ερμηνεία-σημείο αναφοράς.
Όσον αφορά την εικονοποϊία, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσίαζαν οι κινησιολογικές πινελιές του Μοναχού Σαολίν Σι Μια Τζιε. Χωρίς να περιλαμβάνει τις εντυπωσιακές σκηνές μάχης που θα περίμενε κανείς στο άκουσμα του ονόματός του ανάμεσα στους συντελεστές, δημιούργησε ορισμένες άκρως ενδιαφέρουσες πολεμικές σκηνές. Κατά τα άλλα, ευρήματα όπως μαύρα και κόκκινα μπαλόνια, κόκκινοι μίτοι, μαντήλια, μικρά πυροτεχνήματα και πατίνια, είναι στοιχεία που έχουμε δει και ξαναδεί.



Όσον αφορά την αισθητική της παράστασης, υπήρχαν ορισμένες παραφωνίες, ιδιαίτερα στα κοστούμια και δη των γυναικείων θεοτήτων. Το mix and match υλικών είναι το ίδιο σχεδόν που επικρατούσε και στον «Ερωτόκριτο» του Ακροπόλ. Αντίθετα, πολύ ενδιαφέρον ήταν το ηχητικό περιβάλλον της παράστασης. Δεν θα μας πείραζε να υπήρχαν ακόμη περισσότερα «εφέ». Ενώ τα ζωντανά κρουστά πρόσθεταν στο όλο αποτέλεσμα.
Ερμηνευτικά-σκηνοθετικά η έμφαση δόθηκε στη συνομιλία της παλαιότερης με τη νεότερη γενιά, αλλά και στη διαπίστωση πως δεν υπάρχουν νικητές και νικημένοι και πως ο μόνος δρόμος είναι το μεγαλείο της συγχώρεσης. Εξ' ου και το φινάλε δίδεται στη συνομιλία του θυμωμένου νεαρού Αχιλλέα με τον σοφό και πονεμένο πατέρα Πρίαμο.
Μέχρι τις τέσσερις πρώτες ώρες η διάρκεια δεν κουράζει. Τα συχνά διαλείμματα βοηθούν. Ευχόμαστε η πρόταση αυτή - δουλεμένη ακόμη περισσότερο- να καταφέρει να κάνει μια σπουδαία διαδρομή στα θέατρα του εξωτερικού όπως οραματίζεται ο σκηνοθέτης και η ομάδα.



πηγή: tospirto.net

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου