Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

Ραψωδία Χ Ἕκτορος ἀναίρεσις (ο θάνατος του Έκτορα)

Ο Έκτορας φοράει την πανοπλία του, περιτριγυρισμένος από τον Πρίαμο
και την Εκάβη


  • Ενώ όλοι οι Τρώες, φοβισμένοι, έχουν καταφύγει μέσα στα τείχη της πόλης, ο Έκτορας μένει έξω να αντιμετωπίσει τον Αχιλλέα. Στις Σκαιές πύλες, κάτω από τα μάτια των Τρώων που παρακολουθούν από τις επάλξεις, ο Πρίαμος και η Εκάβη τον ξορκίζουν να μπει στην πόλη και να μη θελήσει να αναμετρηθεί με τον Πηλείδη. Η δόξα του Αχιλλέα έχει αρχίσει ήδη να ξετυλίγεται μέσα από τους θρήνους του βασιλικού ζεύγους. Ο Αχιλλέας είναι πιο δυνατός και σκληρόκαρδος! Ο ίδιος ο Πρίαμος αναγνωρίζει την ανωτερότητα του αντιπάλου, προεξοφλώντας έτσι το αποτέλεσμα.  Με μελανά χρώματα ζωγραφίζει ο γέρος πατέρας το τέλος της Τροίας και το δικό του, όταν δε θα υπάρχει πια ο Έκτορας, για να τους προστατέψει. Ο λόγος του γίνεται όραμα προφητικό όλων των φρικτών, που κατά την παράδοση συνόδεψαν την άλωση της Τροίας:


«Στο τείχος έμπα, τέκνον μου, για να μας σώσεις όλους
μη θέλεις δόξαν υψηλήν να δώσεις του Πηλείδη
και ο ίδιος να στερηθείς την ποθητήν ζωήν σου.
Κι έπειτα εμέ τον δύστυχον, πόχω τον νουν μου ακόμη,
λυπήσου, που κακόμοιρο στα γερατειά μου τέλος
θα δώσει ο Δίας, αφού ιδώ κάθε κακόν εμπρός μου,
τ’ αγόρια μου να σφάζονται, τες κόρες μου να σέρνουν,
να μας πατούνται οι θάλαμοι και στον φρικτόν αγώνα
να σκαν τα βρέφη καταγής και να τραβούν τα χέρια
των Αχαιών τα βδελυρά τες άμοιρες νυφάδες.
Κι εμέ τον ίδιον ύστερον στα πρόθυρά μου οι σκύλοι
οι ωμοφάγοι θα τραβούν, αφού μ’ ακόντ’ ή λόγχην
κάποιος από τα μέλη μου πετάξει την ψυχήν μου.
Του τραπεζιού μου θρέμματα οι θυρωροί μου σκύλοι
από το αίμα μου αφού πιουν θα πέφτουν ζαλισμένοι
στα πρόθυρά μου.»
                                      (Χ στ. 56-70, μτφρ. Ι. Πολυλά)

Ο Πρίαμος και η Εκάβη παρακαλούν τον Έκτορα να μην μονομαχήσει με τον Αχιλλέα

Η Εκάβη, με πολλές και τρυφερές προσφωνήσεις, μόνο συναισθηματικά τον αγγίζει, μόνο το γιο της συλλογιέται, ούτε την Τροία, ούτε τον εαυτό της :


«Και απ’ τ’ άλλο μέρος έκλαιε και οδύρετο η μητέρα
και επρόβαλεν, ανοιγοντας τον κόρφον της, τα στήθη,
και κλαίγοντας του έλεγε: «Έκτορ, παιδί μου, τούτα
σεβάσου και λυπήσου εμέ. Θυμήσου, ω ποθητέ μου,
αν τα παυσίλυπα στήθη μου σου έδωσα μια μέρα.
Αν μ’ αγαπάς αντίστηθα τον άγριον κείνον άνδρα
μη πολεμάς, αλλ’ απ’ εδώ στα τείχη μας κλεισμένος.
Και αν σε φονεύσ’ ο άσπλαχνος δε θα σε κλάψω, επάνω
στην κλίνην, περιπόθητο των σπλάχνων μου βλαστάρι,
μήτε η λαμπρή σου σύντροφος, αλλά μακράν στες πρύμνες
των Αχαιών γοργόποδοι θενά σε φάγουν σκύλοι.».
                                                    (Χ στ. 79-89, μτφρ. Ι. Πολυλά)

  • Ο Έκτορας ακούει αμίλητος τα παρακάλια των γονιών του. Πίσω από την εξωτερικά ακλόνητη στάση του η ψυχή του συγκλονίζεται βαθιά, γεγονός που αποδεικνύει ο εσωτερικός μονόλογος που ακολουθεί: εξετάζει την εκδοχή να μπει στο κάστρο, αλλά κάνει πίσω βλέποντας σίγουρη την ντροπή. Εξετάζει την εκδοχή της διαπραγμάτευσης, που την απορρίπτει ως μη πραγματοποιήσιμη μ’ έναν  Αχιλλέα ανηλεή και ασυγκράτητο στην αγριότητά του. Έτσι δεν του απομένει παρά ή να σκοτώσει τον Αχιλλέα – ελπίζει ακόμα, ανήξερος καθώς είναι για τη μοίρα του – και ν’ ανεβεί στο κάστρο με ξεπλυμένη τη ντροπή ή να πεθάνει σαν άντρας, ευκλεώς μπροστά στο κάστρο. Ευθύνες, συναίσθημα τιμής ισχυρότερο από το ένστικτο της ζωής και άγνοια οδηγούν τον Έκτορα στο δρόμο της μοίρας, μιας μοίρας που τελικά μόνος του τη γράφει κανείς. Η απόφαση παίρνεται με προσωπικά κριτήρια και όχι γενικά, της πατρίδας ∙ εκθέτοντας σε θανάσιμο κίνδυνο τον εαυτό του, ο Έκτορας εκθέτει και την πατρίδα του, αλλά ο ηρωικός κόσμος της ομηρικής αριστοκρατίας υπαγορεύει και ταυτόχρονα συγχωρεί τέτοιου είδους «αδυναμίες». Προ του «κύδους» τα πάντα ωχριούν! Κανείς δεν θα κατηγορήσει τον Έκτορα γι’ αυτό που κάνει, μόνο θα τον κλάψουν.





  •  Στον ερχομό του Αχιλλέα όμως ο Έκτορας τρομάζει και, παρά την απόφασή του – άλλο η απόφαση άλλο η πραγματοποίησή της – δεν  αντέχει και το βάζει στα πόδια. Πίσω του χύνεται ο Αχιλλέας, όπως πέφτει το γεράκι πίσω από το περιστέρι. «Καθώς ο Έκτορας τρέχει πανικόβλητος και ταπεινωμένος, στο πέρασμά του ταπεινώνει και τα ιερά χώματα του Ιλίου. Ο ήρωας που τίμησε όσο κανείς άλλος τα πάτρια, έρχεται τώρα η στιγμή να τα ατιμάσει.» (Κ. Παπαγιώργη, Η ομηρική μάχη, εκδ. Καστανιώτη, σελ 234). Τρεις φορές έκαναν το γύρο της πόλης, τριπλή ομολογία δειλίας ενώπιον θνητών και θεών. Ο ισχυρός αντίπαλος έχει μεταμορφωθεί σε εκλεκτό θήραμα, «πρώτη ύλη για τη φωτιά που θα φωτίσει τις πράξεις του Αχιλλέα».



Ο Αχιλλέας καταδιώκει τον Έκτορα

  • Στο τέταρτο γύρισμα ο Δίας ζυγίζει τη μοίρα των δύο ηρώων (ψυχοστασία) και η ζυγαριά της μοίρας έγειρε προς το μέρος του Έκτορα. Ο θάνατός του δεν μπορεί να επέλθει, αν δε λυθεί πρώτα ο κόμπος από τον ουρανό. Για να υποκύψει ο Έκτορας, θα πρέπει να τον εγκαταλείψουν οι δυνάμεις του αλλά και οι θεοί. Ο Φοίβος τον αφήνει στην τύχη του και η Αθηνά τον εξαπατά ∙ παίρνοντας τη μορφή του Τρώα Διήφοβου τον παρακινεί να αντιμετωπίσουν μαζί τον Αχιλλέα.


Ο Δίας ζυγίζει τις μοίρες Έκτορα και Αχιλλέα

Η μονομαχία Έκτορα και Αχιλλέα

Α΄φάση μονομαχίας: άγνοια της θεϊκής απάτης (στ. 247-295)

  • Ο Έκτορας ανακτά την αγωνιστική του διάθεση, δεν καυχιέται, ούτε απειλεί. Με αξιοπρέπεια, ευγένεια προτείνει συμφωνία αμοιβαίας ιπποτικής μεταχείρισης του νεκρού σώματος του ηττημένου στην μονομαχία που θα ακολουθήσει. 
  • Ο Αχιλλέας αρνείται και με μια παραστατική έκφραση του «αδύνατου» υπογραμμίζει το αγεφύρωτο μίσος που τους χωρίζει. Προδικάζει με αλαζονική έπαρση και εκδικητική μανία τη νίκη του «συν Αθηνά» και το θάνατο του Έκτορα. 
  •  Πρώτη άστοχη βολή του Αχιλλέα, το κοντάρι ξαναβρίσκεται στα χέρια του με θεϊκή παρέμβαση. Ξεθαρρεύει ο Έκτορας, ειρωνεύεται, εύχεται να ανακουφίσει τους Τρώες σκοτώνοντας τον Αχιλλέα. Εύστοχη η βολή του, αλλά χτυπάει στην ασπίδα και τινάζεται μακριά. Πανικόβλητος ζητάει βοήθεια από τον Διήφοβο, αλλά δεν ήταν εκεί.



Β΄φάση μονομαχίας: γνώση – συνειδητοποίηση απάτης – εγκατάλειψης (στ. 296-366)

  • Ο Έκτορας αποδέχεται τη μοίρα του αδιαμαρτύρητα, χωρίς να καταρρεύσει. Ανακτά το ηρωικό του μεγαλείο, λυτρώνεται από το φόβο και ελεύθερα πλέον βαδίζει στο θάνατο επιδιώκοντας μόνο τη δόξα και την υστεροφημία. Ο ποιητής του χαρίζει ασύγκριτη ανάταση την ώρα της καταστροφής! 
  • Με την περηφάνια, ορμητικότητα αετού επιτίθεται με το ξίφος του. Το καλά υπολογισμένο χτύπημα του αντίπαλου κονταριού πετυχαίνει το θανατηφόρο χτύπημα στο ακάλυπτο σημείο του τράχηλου. 
  • Ο Αχιλλέας καυχιέται, ικανοποιημένος πλέον για την εκπλήρωση του χρέους του και απειλεί να κατασπαραχθεί το σώμα του Έκτορα. 
  • Ο Έκτορας σπαρακτικά εκλιπαρεί για ταφή προσφέροντας ανταλλάγματα.
  • Ο Αχιλλέας κλιμακώνει την άρνησή του επιδεικνύοντας απάνθρωπη αναλγησία, αγριότητα.
  • Ο Έκτορας με μελαγχολική διάθεση και την προφητική δύναμη του μελλοθάνατου βλέπει το θάνατο του Αχιλλέα από τον Πάρη και τον Απόλλωνα.


 


Σύγκριση θανάτου Πάτροκλου – Έκτορα
Ομοιότητες

  • Συμμετοχή θεού (Απόλλωνας – Αθηνά). Προβάλλεται η ανδρεία τους, απαραίτητη η συμβολή θεού για να καταβληθούν.
  • Και οι δύο πεθαίνουν φορώντας την πανοπλία του Αχιλλέα. Οι νικητές καυχιούνται (άδικα και περιφρονητικά ο Έκτορας, με ικανοποίηση, αναλγησία ο Αχιλλέας).
  • Το θανατηφόρο χτύπημα δίνεται με κοντάρι. 
  • Οι νικητές αρνούνται την ταφή στον ηττημένο, απειλούν να γίνει το νεκρό του σώμα βορά στα αγρίμια.
  • Πριν εκπνεύσουν Πάτροκλος και Αχιλλέας προφητεύουν το θάνατο του αντιπάλου τους.
  • Εικόνα προσωποποιημένης ψυχής που κατεβαίνει θλιμένη στον Άδη. 



Διαφορές 

  •  Συμμετοχή και ενός θνητού, του Εύφορβου στο θάνατο του Πάτροκλου.
  • Ο Πάτροκλος γυμνώνεται από τα όπλα του ζωντανός, ο Έκτορας αφού ξεψυχήσει. 
  • Ο Έκτορας ικετεύει να δοθεί το σώμα του για ταφή, ο Πάτροκλος όχι.
  • Το σώμα του Πάτροκλου θα τιμηθεί, του Έκτορα θα κακοποιηθεί απάνθρωπα. 
  • Ο Πάτροκλος τιμωρείται για την ύβρη του (ξέχασε την προειδοποίηση του Αχιλλέα και αψήφησε την προειδοποίηση του Απόλλωνα ότι δεν πρόκειται να κυριεύσει την Τροία)
 

Η στάση και ο ρόλος της Αθηνάς


Ο πρώτος ήρωας της Ιλιάδας κερδίζει την πιο μεγάλη νίκη του με την απροκάλυπτη βοήθεια και το δολερό παιχνίδι της Αθηνάς. Όμως, ενώ η ανθρώπινη παρέμβαση αφαιρεί δόξα, η θεϊκή επαυξάνει τη δόξα. Ο Αχιλλέας στο στ. 271 καυχιέται στον Έκτορα για τη νίκη του με το χέρι της Αθηνάς. Για κάθε μεγάλη πράξη απαιτείται συνδυασμός της ανθρώπινης δύναμης και της θεϊκής θέλησης που επικυρώνει και δικαιολογεί το μεγάλο έργο, προστατεύοντας ταυτόχρονα το θνητό από την έπαρση και τη συνακόλουθη τιμωρία.



Διασυρμός του Έκτορα και  θρήνος

  • Ο Αχιλλέας σκυλεύει το νεκρό, οι Αχαιοί θαυμάζουν την ομορφιά και την κορμοστασιά του και, τώρα που μπορούν, τον λαβώνουν σαρκάζοντας. Τη σκέψη της άμεσης επίθεσης εναντίον της Τροίας, που απευθύνει στους Αργίτες στρατηγούς, την παίρνει πίσω και βιάζεται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του στο νεκρό φίλο. Άλλωστε ξέρει ότι δεν είναι της μοίρας του να πάρει την Τροία ∙ σκοτώνοντας τον Έκτορα έχει ήδη μπει στην περιοχή του δικού του θανάτου.

 

  • Η κακοποίηση του νεκρού αντιπάλου, αν και παραδομένη συνήθεια των νικητών, είναι τρομακτικά απάνθρωπη. Η αγριότητα του Αχιλλέα άμετρη και υπέρογκη είναι εκδήλωση πόνου και θυμού, ανεξέλεγκτων και καταστροφικών παθών που συγκλονίζουν μια φύση διπολική, μια μεγάλη ψυχή που δεν ξέρει από μεσότητες, που συνταιριάζει τη φωτιά με την καλοσύνη. Ένας τόσο μεγάλος θυμός δεν μπορεί να καταλαγιάσει από τη μια στιγμή στην άλλη.


«Αυτά’πε κι έργ’ απάνθρωπα στον Έκτορα εσοφίσθη.
Των δυο ποδιών του ετρύπησε τα νεύρα από τες φτέρνες
ως τ’ αστραγάλι, και λουριά τους πέρασε από μέσα,
τον κρέμασε απ’ την άμαξαν να σέρνει το κεφάλι,
σήκωσε τα λαμπρ’ άρματα και ανέβη αυτός στ’ αμάξι,
και τα πουλάρια εράβδισε που πρόθυμα επετάξαν.
Σκόνην εσήκωσε ο νεκρός και τα μαλλιά απλωμένα
στο χώμα και όλ’ η κεφαλή, χαριτωμένη πρώτα,
που τώρα ο Ζευς την έδωκεν εις των εχθρών τα χέρια
να την χαλάσουν άσχημα στην γην την πατρικήν του.»
                                         (Χ στ.395-404, μτφρ. Ι. Πολυλά)


 


  • Ενώ ο Αχιλλέας απομακρύνεται σέρνοντας το νεκρό, ο φακός στρέφεται στα τείχη της Τροίας, παρακολουθώντας το θρήνο που ξεσήκωσε το διπλά φοβερό γεγονός ∙ όλα είναι θρήνος για τον Έκτορα και την Τροία μαζί, σα να έχει ήδη τυλιχτεί στις φλόγες.


Και άμ’ είδ’ εκεί να σύρεται στο χώμα το παιδί της
έβαλε τα ξεφωνητά και ανέσπα τα μαλλιά της
και την λαμπρήν μαντίλαν της επέταξε η μητέρα.
Μ’ αυτήν και ο γέρος έκλαιε, και ολόγυρα εις την πόλην
όλος οδύρετ’ ο λαός, φρικτά θρηνολογούσε.

Κι εφαίνετο απαράλλακτα σαν να’τρωγαν οι φλόγες
πατόκορφα τα υψηλά πυργώματα της Τροίας.
(Χ στ.405-411, μτφρ. Ι. Πολυλά)


  • Τρεις θρήνοι παρουσιάζουν το ίδιο ψυχικό γεγονός, τη θλίψη, εκδηλωμένη από τα διάφορα πρόσωπα κατά την ιδιαιτερότητα του καθενός: Ο Πρίαμος δεν μπορεί να υποφέρει τον εξευτελισμό του γιου του, η Εκάβη ανακεφαλαιώνει όλα όσα ήταν ο Έκτορας. Η Ανδρομάχη, που ανύποπτη ύφαινε και ετοίμαζε το λουτρό για τον Έκτορα, ακούει τα ξεφωνητά της Εκάβης και προαισθάνεται το φοβερό:


Είπε και από το μέγαρο πετάχθη φρενιασμένη
με κτυποκάρδι τρομερό, και οπίσω της οι κόρες.
Και όταν στον  πύργον έφθασε μες στων ανδρών το πλήθος,
ορθή στο τείχος κοίταξε, κι εμπρός στην πόλην κάτω
τον είδε αυτού συρόμενον, και τα γοργά πουλαρια
αφρόντιστα στων Αχαιών τες πρύμνες τον τραβούσαν.
Μαύρο σκοτάδι εσκέπασε το φως των οφθαλμών της
κι έπεσε οπίσω ανάσκελα με την ψυχήν στο στόμα.
                      (Χ στ.460-467, μτφρ. Ι. Πολυλά)

 



  • Ο θρήνος της, φωνή της μικρής οικογένειας, όχι της πατρίδας, συγκρατημένος, με έξαρση μόνο στην αρχή και στο τέλος, είναι θρήνος για τη μοίρα του παιδιού της: «Τώρα που του’λειψεν ο γονιός κακά πολλά θα πάθει ο Αστυάναξ μ’ όνομα που τόβγαλαν οι Τρώες. Ότι συ μόνος έσωζες την πυργωμένην πόλην.»



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου