Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2012

Ελισάβετ Μουτζάν - Μαρτινέγκου, Αυτοβιογραφία


Πορτρέτο της Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου.

Πάλαιψε μονάχη, του Κ. Πορφύρη*


"Ένιωθα πάντα κάτι σαν υποχρέωση απέναντι σ' αυτή τη λησμονημένη γυναίκα, να την ξαναθυμίσω στο Ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Μου έδινε την εντύπωση ενός ανθρώπου που ήθελε να μιλήσει και του βουλώνανε το στόμα. Όσο ζούσε, λαχταρούσε να ιδεί τα όσα έγραφε τυπωμένα. Μα πέθανε στα 31 της χρόνια, δίχως να ιδεί το όνειρό της να πραγματοποιείται. Και τα χειρόγραφά της καταχωνιάστηκαν ύστερα από το θάνατό της πενήντα ολόκληρα χρόνια. Στα 1881 ο γιος της, ο ποιητής Ελισαβέτιος Μαρτινέγκος δημοσίεψε την αυτοβιογραφία της μόνο. Μα κι αυτή κουτσουρεμένη. Ήτανε τέτοια η εποχή, που κανένας δεν την πρόσεξε. Κι η Ελισάβετ ξανάπεσε στη λησμονιά. Πέρασαν άλλα 66 χρόνια. Το 1947 ο Ζακυνθινός λόγιος Ντίκος Κονόμος έγραψε στο περιοδικό του "Επτανησιακά Φύλλα", πως βρήκε τα χειρόγραφά της κι έδινε την υπόσχεση "στο Θεό και στη μνήμη της Ελισάβετ" όπως έλεγε, πως θα τα δημοσιέψει. Μα ήρθαν οι σεισμοί κι η πυρκαγιά του 1953 κι η Ζάκυνθος έγινε στάχτη. Έγιναν στάχτη και τα χειρόγραφα της Μαρτινέγκου, κάπου 30 κομμάτια, που τα φύλαγε ο Κονόμος στο σπίτι του... Αποφάσισα να δανειστώ τα χρήματα που χρειαζόντανε και να εκδώσω μόνος μου το βιβλίο αυτό. Δεν αποβλέπω σε κέρδος...".

*Απόσπασμα από την εισαγωγή του στην έκδοση της "Αυτοβιογραφίας" που επιμελήθηκε ο ίδιος, το 1956 (εκδόσεις Διγενής)




Η ΑΥΤΟBIOΓΡΑΦΟΥΜΕΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑ: Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΜΟΥΤΖΑΝ - ΜΑΡΤΙΝΕΓΚΟΥ


της Ελένης Καρασαβίδου


Η Ελισάβετ Μουτζάν, γόνος δύο από τις ιστορικότερες ζακυνθινές οικογένειες (των γραμμένων στο “Libro d’oro” –“τη Χρυσή Βίβλο” των ευγενών του νησιού- από το 1633, ενετικής προελεύσεως Μουτζάν, ή Μουτσά, από την πλευρά του πατέρα της, και των Σιγούρων, που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην πολιτική και πνευματική ιστορία του νησιού, από την πλευρά της μητέρας της) γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 1801 και πέθανε το Νοέμβριο του 1832. Δεκάξι μέρες μετά τη γέννηση του πρώτου και τελευταίου της παιδιού.

Παρόλ’ αυτά, σε τούτη την τόσο σύντομη ζωή των τριάντα ενός της χρόνων, πρόλαβε να μας κληροδοτήσει βιώματα και στοιχεία της προσωπικότητάς της που της αποδίδουν δικαιωματικά το χαρακτηρισμό του τραγικού προσώπου. Ίσως, γιατί, όπως ο Βαγγέλης Αθανασόπουλος, στην εισαγωγή του βιβλίου του “Ε. Μουτζάν - Μαρτινέγκου, Αυτοβιογραφία”, σημειώνει: «Η ιστορία της αθώας και επιμελούς Μπέτας που αποστήθιζε το ‘αμαθήτευτον μάθημα’, της ευφάνταστης και διψασμένης για γράμματα Ελίζας που συγκροτούσε με κόπο την ‘γραμματισμένη ζωή της’, και της υπάκουα εξεγερμένης Ελισάβετ που είχε αφιερωθεί με πάθος -ή με μανία- στο γράψιμο, είναι η ιστορία μιας τυπικής περίπτωσης γυναίκας της αστικής τάξης στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Αλλά παράλληλα είναι η ιστορία μιας τυπικής περίπτωσης οδηγημένης έως τα όριά της, επειδή από το ένα μέρος η πρωταγωνίστρια (ή η μάρτυς) έτυχε να έχει πλήρη συνείδηση της μοίρας της και από το άλλο μέρος αποφάσισε να αντιμετωπίσει τη μοίρα αυτή.»

Η Ελισάβετ Μουτζάν - Μαρτινέγκου γεννήθηκε σε μια εποχή όπου στην Ευρώπη ορθωνόταν πανίσχυρο το ανδροκρατικό πρότυπο και η ανθρώπινη εταιρία του Διαφωτισμού σταματούσε εκεί που άρχιζαν «τα μακριά φορέματα της γυναικείας σκλαβείας».

Η νεαρή Ζακυνθινιά, σύντομα και βαθιά, θα συγκρουστεί με όλες αυτές τις έννοιες και θα αναδείξει το μικρό της δωμάτιο σε φλάμπουρο αντίστασης. Είναι, στην πραγματικότητα, μια αθόρυβη πορεία. Ένα μυστικό, προσωπικό δράμα. Η ζωή περνάει από έξω με μεγάλες δρασκελιές. Η Ευρώπη αναμετράται με το παρελθόν και το μέλλον της. Τα Επτάνησα βράζουν. Η ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του 1815, τα οριακά γεγονότα του Υψόλιθου και η Eπανάσταση του 1821 για εθνική αποκατάσταση και κοινωνική δικαιοσύνη, η φριχτή τρομοκρατία των Άγγλων, φαίνονται να περνούν αδιάφορα μπρος απ’ την κλειστή πόρτα. Οι αγέρηδες της εποχής βρίσκουν κλειστά παράθυρα. Αλλά και μια φλογισμένη πένα, που μέσα από τις γρίλιες τους θα φροντίσει να πιάσει όλο τον επαναστατικό αγέρα των αρχών του 19ου αιώνα, και να αποδώσει στο χαρτί τον αιώνιο αγώνα του ανθρώπου να αναμετρηθεί με το «Θεό», με τη μοίρα του, και να τον «κερδίσει».

Πραγματικά αυτό που μας συγκινεί στην αυτοβιογραφία της Ελισάβετ Μουτζάν - Μαρτινέγκου δεν είναι τόσο η απαράμιλλη λογοτεχνική της αξία, η οποία θα ήταν εξάλλου τόσο δύσκολο να επιτευχθεί, εξαιτίας των αντικειμενικών δυσκολιών που βάραιναν την πένα της σε κάθε της βήμα, αλλά το γεγονός ότι σε αυτή συναντάμε τη γραφή στην πιο πρωτογενή μορφή της, στην ίδια τη Σισύφεια κοινωνική αποστολή της, έτσι καθώς βοηθά τον άνθρωπο να βρει και να σκαλίσει το αληθινό του πρόσωπο και ν’ αρθρώσει την πιο μυστική του κραυγή, χρησιμοποιώντας την πένα του/της ως έμβολο ενάντια στη μοίρα του……

Κι είναι η Ελισάβετ που, παρόλα αυτά, θα παίρνει την πένα, σχεδόν κάθε βράδυ, και θ’ αγωνίζεται, φλεγόμενη, με τη βοήθεια αρχικά της μητέρας της και της γιαγιάς της κι αργότερα κάποιων κληρικών (από τους οποίους ξεχωρίζει ο προοδευτικός Κωνσταντινουπολίτης λόγιος Θεοδόσιος Δημάδης) για κάτι που σήμερα θεωρείται αυτονόητο και είναι, ίσως γι’ αυτό, λιγότερο εκτιμητέο. Να μορφωθεί, να μάθει να σκέφτεται, ακριβώς για να μάθει να συμμετέχει:

«Ζηλωταί του βαρβαρικού ήθους της Πατρίδος μου μη συγχυσθήτε! Αλλά τι λέγω μη συγχυσθήτε, αλλοίμονον! Σείς εγινήκατε θηρία από τον θυμόν σας. Εγώ συγχωρώ εις τας κόρας πολλά γράμματα. Εγώ διορίζω εις αυτάς τας ίδιας την ελευθερίαν εις το να ευγαίνουν από το σπήτι, όθεν εγώ εις τα μάτια σας φαίνομαι εν τέρας της φύσεως, δεν με μέλλει. Το ήθος είναι βάρβαρον, τυραννικόν. Εγώ μισώ, βδελύττωμαι, ονειδίζω όλα τα βαρβαρικά, τα τυραννικά πράγματα, μήτε φοβούμαι εκείνους οπού τ’ αγαπούν και διαφεντεύουν... Ήθος τυραννικόν, ήθος βάρβαρο εσύ, ναι με καταδικάζεις αλλ’ εγώ εμπαίζω την καταδίκην σου, όχι, όχι, ο θεός δεν μου έδωσε καρδίαν αχρείαν, ούτε συ με τα κλεισίματα σου, με τα φυλακώματα σου ηδυνήθης ποτέ να μου την αχρειώσης, αυτή επιθυμεί πάντοτε τας μεγάλας επιχειρήσεις και είναι πάντοτε έτοιμη να τας αρχίση και να τας τελειώση.»





Ένα σπάραγμα που έφθασε ως εμάς,  του Δημήτρη Αρβανιτάκη*


"Πότε, λοιπόν, και γιατί γράφει η Ελισάβετ την αυτοβιογραφία της; Νομίζω ότι την γράφει αφού τα μάτια της αντίκρισαν την ήττα, την γράφει υπό το βάρος τούτης ακριβώς της τελεσίδικης αποτυχίας: εκείνη η νύχτα στο λιμάνι της Ζακύνθου της απέδειξε ότι ο κόσμος ήταν αναπότρεπτα ανδρικός (σσ. Η Ε. Μουτζάν αποφάσισε να φύγει νύχτα και κρυφά από το σπίτι της για να πάρει μονάχη το καράβι που πήγαινε στη Βενετία. Όμως ο τρόμος του εγχειρήματος τη γύρισε πίσω). Εμείς γνωρίζουμε, βέβαια, ότι τα πράγματα άλλαξαν, αλλά για τον ιστορικό ελάχιστη σημασία έχει αυτό. Σημασία έχει εκείνο που γνωρίζουν, εκείνο που μπορούν να σκεφτούν οι ίδιοι οι άνθρωποι ως ιστορικά υποκείμενα μιας δεδομένης στιγμής: οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν το αύριό τους - και αυτό είναι η ιστορία. Οι κατώτερες κοινωνικές ομάδες, οι περιθωριακές λογικές, οι αντιρρητικοί λόγοι δεν είχαν φωνή στην ιστορία. Κατά κανόνα, την ίδια μοίρα είχαν και οι γυναίκες, μέχρι περίπου τον 19ο αιώνα. Καμιά φορά, όμως είμαστε τυχεροί και κάτι από τη σιωπή τους, ένα σπάραγμα, φτάνει ως εμάς. Αυτός είναι ο λόγος της Ελισάβετ: μια απελπισμένη κραυγή, που πνίγηκε την ώρα ακριβώς του ονείρου.
Η επιστροφή στη "φυλακή" του πατρικού σπιτιού, η προοπτική του εφ' όρου ζωής "τάφου" της συζυγικής ζωής, κόβει κάθε σχέδιο της Ελισάβετ. Και αυτό η ίδια το γνωρίζει. Αποδεχόμενη την ήττα της, και αφού ναυαγήσουν κάποιες ελάχιστες ακόμη ελπίδες (απομόνωση στο σπίτι της οικογένειας στην ύπαιθρο, μοναστήρι στη Βενετία), γράφει, ας μου επιτραπεί η έκφραση, τον "επικήδειό της, τον επιτάφιο της μέχρι τότε ζωής της. Είναι ένα κείμενο όλο εν βρασμώ, ένα κείμενο που περιγράφει ένα και μόνο ζήτημα: τη δίψα της γνώσης και τα εμπόδια που συναντούσε...
Ποιος γράφει, λοιπόν, αυτοβιογραφία στα τριάντα του χρόνια;... Τι θέλει, άραγε, να μας πει η Ελισάβετ;
...Η Ελισάβετ, αποφασίζει να εξιστορήσει εν θερμώ αυτό που υπήρξε η αγωνία και ο αγώνας της: για να μην ξεχάσει... Νομίζω, επειδή αισθανόταν ότι σ' εκείνη τη στιγμή τελείωνε η δική της επιλογή ζωής, ο αγώνας της για τα "γράμματα", καθώς υποτασσόταν νικημένη πλέον σε αυτό που μισούσε: στην προοπτική του ευνουχιστικού γάμου... 

*Ο Δ. Αρβανιτάκης είναι ιστορικός στο Μουσείο Μπενάκη. Aποσπάσματα από εκτενή ανακοίνωσή του.


Η γυναίκα της Ζάκυνθος

Η Ελισάβετ της Ζάκυνθος

Από τις εκδόσεις «Δωδώνη» κυκλοφόρησε το θεατρικό έργο της Εύης Θεοδωρίδου «Η Ελισάβετ της Ζάκυνθος». Το έργο είναι εμπνευσμένο από την αυτοβιογραφία της πρώτης γυναίκας θεατρικής συγγραφέως Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου, μιας πρωτοπόρου και ρηξικέλευθης προσωπικότητας, η οποία έζησε στις αρχές του 19ου αιώνα στη Ζάκυνθο και, παρά τη σύντομη ζωή της, άφησε έργο μεγάλης πνευματικής αξίας.
Όπως επισημαίνει στο προλογικό του σημείωμα ο κριτικός θεάτρου Κώστας Γεωργουσόπουλος «η ζωή της Ελισάβετ, η μοίρα της, το περιβάλλον της, οι αγώνες της, οι αντιστάσεις της, οι ματαιώσεις της και οι επιθυμίες της συγκροτούν ένα ιδανικό πρόσωπο για να εμπνεύσει ένα θεατρικό έργο. Η συγγραφέας κατορθώνει να αναγάγει την Ελισάβετ σε τραγικό πρόσωπο, την υψώνει στο κέντρο μιας θεατρικής γυναικείας πινακοθήκης και επιτυγχάνει να δημιουργήσει έργο αυτοδύναμο, αυτόνομο και αυτάρκες, ικανό να προσφέρει μεγάλη υποκριτική ηδονή στην ηθοποιό που θα την ενσαρκώσει και μεγάλη καθαρτική λύτρωση στο κοινό που θα το απολαύσει».
Το έργο είναι ένας ύμνος στο χρέος του ανθρώπου για αυτοπραγμάτωση.  Είναι η κραυγή μιας φυλακισμένης, σκεπτόμενης γυναίκας και η συντριβή  ενός ιδιοφυούς μυαλού από τις αντιδραστικές δυνάμεις της οικογενειακής και κοινωνικής  πραγματικότητας. Η Ελισάβετ καθίσταται εμβληματικό, αρχετυπικό  σύμβολο των νεότερων χρόνων, της ανάγκης του ανθρώπου για αυτοπραγμάτωση, αξία που πολλά χρόνια αργότερα ύμνησε ο Ίψεν στο έργο του.



Η άλλη γυναίκα της Ζάκυθος



Γράφει ο Σπύρος Βραχωρίτης (16/02/2012)

« Το λοιπόν», δεν είναι βόας, δεν είναι κροταλίας, αλλά…αλλά είναι γυναίκα!

Αν, λέω αν, η αυτοβιογραφία της Ελισάβετ Μουτζάν, διαβαστεί σαν η «πονεμένη» ιστορία μιας γυναίκας έγκλειστης καθ’ όλη τη διάρκεια της σύντομης ζωής της πού αναζητά στο γράψιμο την παρηγοριά… (το υποκατάστατο που της στέρησε η ανδροκρατούμενη κοινωνία του καιρού της), αυτό κατά τη γνώμη μου δεν συνιστά ούτε φαινόμενο ούτε υπέρβαση. Αυτοβιογραφίες, επιστολογραφίες και άλλα σχετικά, ειδικού ενδιαφέροντος, θέματα, τροφοδότησαν και θα τροφοδοτούν τους αιώνες, όπου και όσο θα υπάρχουν αδικίες, καταπίεση και μειονότητες.

Θέλω να πιστεύω ότι υπάρχει και άλλος τρόπος ανάγνωσης της Αυτοβιογραφίας, δηλαδή ως χρονικό της αμφισβήτησης ενός «εθίμου» της (ιθύνουσας τάξης της Ζακύνθου) που ήθελε τες γυναίκες κλεισμένες στο σπίτι τους και τελείως αμόρφωτες. Μόνη διέξοδος: Ο γάμος, για να συνεχίσουν την ίδια κατάσταση ως παιδοπαραγωγικές μηχανές: κόρες - μητέρες - γιαγιάδες.


«Βαρβαρικόν ήθος της πατρίδος μου»

Στο ψευδοδίλημμα: Εγκλεισμός ή γάμος (δηλαδή νέος εγκλεισμός, διά βίου) και στο πραγματικό δίλημμα: γάμος ή θάνατος η Ελισάβετ απάντησε «και γάμος και θάνατος».

Η Μουτζάν δεν έγραψε απλώς, αλλά συν-έγραψε. Η Αυτοβιογραφία είναι το χρονικό μιας περιπέτειας της «γραφής», η περιγραφή με όσο γίνεται περισσότερες λεπτομέρειες μιας δημιουργικής πορείας ενός ανθρώπου: πώς έμαθε να διαβάζει, να γράφει, να συγγράφει, να μεταφράζει, να πρωτοτυπεί, να οραματίζεται.


Η Χαρά της μαθήσεως

Η γραφή της Μουτζάν είναι απολύτως σωματική, χειρωνακτική θα έλεγα. Εκείνο που θα μπορούσε να μας διαφύγει είναι ο σωματικός τρόπος των αναγνώσεών της. Δεν είναι τέκνο πνευματικής παρθενογένεσης ή της αυτοδίδακτης καλλιτεχνικής επίδοσης, αλλά άτομο απολύτως προσωπικών επιλογών ως προς τον τρόπο μιας (υποθέτω) σωματικής μέθεξης τόσο στα όσα επέλεξε για να διαβάσει όσο και σε όσα (κατ’ έμπνευσιν) αποφάσισε να συγγράψει. Απλουστεύοντας, θα έλεγα: μια, σινεφιλικής τακτικής, «σκηνοθέτις».

« Έγκλειστη μεν», αλλά σε άμεση σχέση και διάλογο με τρεις διαδοχικούς δασκάλους (με τον τελευταίο επί επτά, παρακαλώ, έτη). Ας μην ξεχνάμε ότι στο αρχοντικό της διαμορφώθηκε η ιστορία της Ζακύνθου των αρχών του 19ου αιώνα. Και κάτι άλλο, σπάνιο: δεν αναφέρεται πουθενά στο όργανο που υποτίθεται ότι δεσπόζει σε όλα τα σπίτια της τάξης της : το πιάνο.

Αντιθέτως, η βιβλιοθήκη του αρχοντικού πρέπει να ήταν και μεγάλη και αρκετά ενημερωμένη. Το όραμά της για ένα studio - ησυχαστήριο, μελέτης και καλλιτεχνικής επίδοσης την οδηγεί σε τακτικές απόδρασης. Το μοναστήρι αποτελεί ένα πρώτης τάξεως πρόσχημα για να αποφύγει τον γάμο. Εις μάτην, η τόλμη της φθάνει μέχρι την εξώπορτα. Είναι αρκούντως ευφυής ώστε να καταλάβει ότι οι γυναικείες μονές δεν ήσαν για να ικανοποιούν απαιτητικούς αναγνώστες!

Η Παραδουνάβιος και Ελλαδική Επανάσταση του 1821 βρίσκει την Ελισάβετ και ενημερωμένη (ο ένας από τους δασκάλους της υπήρξε μυημένος φιλικός) και ενθουσιώδη. Είναι 20 χρονών. Ο Διονύσιος Σολωμός είναι 23. Όταν, λίγα χρόνια αργότερα, εκείνος θα αρχίσει να σχεδιάζει την Γυναίκα της Ζάκυθος εκείνη θα έχει ολοκληρώσει τον Φιλάργυρο. Τα μηνύματα που έχουν πάρει και οι δύο τους είναι κοινά. Ο εξωτερικός χώρος της συναναστροφής και ο εσωτερικός της έμμεσης πληροφορίας και πληροφόρησης, αποτελούν μιαν αδιάσπαστη ενότητα στην μικροκλίμακα του χωρόχρονου.

Η Αυτοβιογραφία της Μουτζάν δημοσιεύτηκε, λογοκριμένη, από τον Ελισσαβέτιο Μαρτινέγκο, τον μοναχογιό της. Χωρίς το χειρόγραφο, μόνον υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε για το είδος των στοιχείων που παρέθεσε η Μητέρα και διέγραψε ο Νέος …

Θα ήθελα να επιμείνω σε κάποια σημεία:

1. Η Ελισάβετ Μουτζάν συγγράφει όχι απλώς για να εκφραστεί αλλά, και για να «επικοινωνήσει» και ει δυνατόν να αναγνωριστεί (εξ ου και ο όγκος της θεατρικής παραγωγής της).

2. Το ότι διάβασε (και αποφάσισε να συμμορφωθεί) στους κανόνες του εγχειριδίου για την τραγωδιακήν τέχνην (μία εκδοχή, στα ιταλικά, της Ποιητικής του Αριστοτέλους) σημαίνει ότι κατάλαβε αρκετά πράγματα για την ιδιαιτερότητα της ελληνικής τραγωδίας.

3. Συνέγραψε θέατρο (22 έργα) χωρίς να έχει δει ούτε μία παράσταση (ούτε καν ζακυνθινή ομιλία). Ωστόσο, τα θεατρικά έργα που διάβασε και την επηρέασαν, εμπεριέχουν τους κανόνες της αναπαράστασης τους. Ένας λόγος παραπάνω για να θαυμάσουνε την «αποκρυπτογραφική» της ικανότητα και το βαθύτατο θεατρικό της ένστικτο (διαβάζοντας ένα θεατρικό κείμενο είναι σε θέση να φανταστεί και τον τρόπο αναπαράστασής του).

4. Είναι, ίσως, η μόνη, παγκοσμίως, γυναίκα που τολμά να διεκδικήσει από τον Άνδρα το προνόμιο συγγραφής θεατρικών έργων κατά τον 19ο αιώνα!

5. Εντυπωσιάζεται (και το αναφέρει) με το Δεκαήμερο του Βοκκακίου. Και μόνον αυτή η επιλογή και προτίμηση την χαρακτηρίζει (οι ενστάσεις της για το ήθος και ο ενθουσιασμός για το ύφος του συγγράμματος μας βάζει σε πολλές σκέψεις).

Ζώντας σε μιαν εποχή όπου οι καλλιτέχνες ή αυτοκτονούσαν ή τρελαίνονταν, εκείνη επέλεξε τον έμμεσο τρόπο της αυτοκτονίας της: και άνδρας και γυναίκα και παρθένος και σύζυγος και μητέρα και καλλιτέχνης και πολίτης και ησυχαστής.

Γνήσιο τέκνο ενός Διαφωτισμού sui generis, δημιούργησε το δικό της Eργαστήρι, τον δικό της «σκοτεινό θάλαμο» και Σπουδαστήριο, εγκαθιστώντας τον πρώτο προσωπικό της «υπολογιστή» σε ένα φανταστικό Διαδίκτυο. Τιμωρήθηκε με ένα γάμο «προξενητικής» φύσεως. Απάντησε με μιαν «φαινομενικώς» υπάκουη μητρότητα, η οποία «εμμέσως» αναιρέθηκε. Είμαι σίγουρος ότι, κατά τη διάρκεια της λοχείας, φρόντισε να ρίξει τόσο πολύ τον αμυντικό της μηχανισμό ώστε να αποδράσει προς το Μέλλον, παρακάμπτοντας, ω του θαύματος, τον 20ό αιώνα με τους μοντερνισμούς, τους φεμινισμούς, τους μεταμοντερνισμούς και τους βομβαρδισμούς του!






Αποσπάσματα της Αυτοβιογραφίας της


Έως τούτον τον καιρόν, δηλαδή έως τον όγδοον χρόνον της ζωής μου, εγώ δεν εγνώριζα ακόμη το αλφαβητάρι. Η μητέρα μου επιθυμούσε να πάρη διδάσκαλον δια να με μάθη γράμματα, και καθώς μου λέγει τώρα, ήκουε μεγάλην θλίψιν οπόταν εστοχάζετο μη τύχη και μείνω τελείως αγράμματη. Επιθυμούσεν, είπα, να πάρη διδάσκαλον, αλλ' αύτη η ταλαίπωρος δεν είχε καμμίαν εξουσίαν και δεν ημπορούσε να διάταξη τα πράγματα της φαμηλίας της καθώς ήτον εις την αρέσκειάν της. Η μάμμη μου είχε την επιστασίαν εκεί­νων των πραγμάτων όπου περικλείει ο οίκος, ο θείος μου είχε και έχει την επιστασίαν και την έξουσίαν των ακινήτων υπαρχόντων, ο πατέρας μου εφρόντιζε δια τας πολιτικάς υποθέσεις και δια τας οικιακάς δεν είχε καμμίαν έγνοιαν, όθεν η μητέρα μου είχε την επιστασίαν της ανατροφής των παιδιών, αλλά τα μέ­σα της έλειπον. Το μέσον δια να τον πληρώνη ημπο­ρούσε νά το έχη, αλλά το μέσον δια να πάρη τούτον τον διδάσκαλον, πώς ημπορούσε να το εύρη; Το σπήτι μας είχε (καθώς και ακόμη έχει) εκείνο το παλαιόν, βάρβαρον και αφύσικον και απάνθρωπον ήθος, όπου θέλει ταις γυναίκαις ξεχωρισμέναις από την ανθρωπίνην εταιρίαν. Έξ αιτίας τούτου του κακοτάτου ήθους, αυτή ευρίσκετο χωρίς καμμίαν γνώρισιν και να πάρη άνθρωπον όπου δεν εγνώριζε μήτε αυτή το ήθελε, μή­τε η επίλοιπη φαμήλια. Εστοχάσθη λοιπόν νά μου δείξη αυτή η ιδία εκείνα τα ολίγα γράμματα, όπου ήξευρεν, όθεν μου ήγόρασε μίαν φυλλάδα, και άρχισε κάθε βράδυ να μου καππακίζη το « Αγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος, ελέησον ημάς».


Ο διδάσκαλος οπού άνωθεν είπα, μου είχεν εμπνεύσει μεγάλον ζήλον δια τα γράμματα, αυτός αφ' ου είχε μου δώκη μάθημα, εκάθητο και μου ερμήνευε την Θεοσέβειαν, και όλαις εκείναις ταις άλλαις αρεταίς όπου πρέπει να έχη ο άνθρωπος μάλι­στα δε ο Χριστιανός, έπειτα εκάθητο και μου εγκω­μίαζε την σπουδήν, και μαζύ με αυτήν, εκείνους οπού την έχουν, και οπού την ζητούσι. Τούτος ο σεβάσμιος ιερεύς γνωρίζωντας πως δεν ήτον πλέον αρκετός να μου δώση περισσότερα γράμματα από εκείνα οπού μου έδωσεν, είχεν είπη πολλαίς φοραίς του πατρός μου να μου εύρη ένα διδάσκαλον έπιτήδειον δια να με μαθητεύση, αλλ' αυτός δεν τον ήκουσε, διότι είχεν εκείνην την παλαιάν βάρβαρον γνώμην, η οποία θέλει να μη μαθαίνουν οι γυναίκες πολλά γράμματα. ……


    Έως τόσον απερνούσα πολλά καλά εις τα Πηγα­δάκια. Εγώ δεν είχα κανένα πράγμα οπού να με ενοχλήση, και η ώραις οπού εκεί απερνούσα ήσαν τη αληθεία ώραις εύτυχισμέναις. Επήγαινα μαζύ με τους γονείς μου εις την εκκλησίαν, οπού είχα να υπάγω ν' ακούσω λειτουργίαν από όταν ήμουν οκτώ χρόνων, εύγαινα και επήγαινα εις περιδιάβασιν, εύγαινα και εκαθόμην έξω από την θύρα του σπητίου, επρόβαινα εις το παρεθύρι. Όλα ταύτα είναι το ουδέν εις άλ­λους, αλλ' εις έμενα όπου ήμουν πάντοτε κλεισμένη εις ένα  σπήτι, ήτον μεγάλον πράγμα……

     Ένα βιβλίον οπού ονομάζεται Fior di Virtu,  δηλαδή Άνθος Χαρίτων, έχει το κείμενον μεταγλωττισμένον εις την εδικήν μας ρωμαϊκήν γλώσσαν, όθεν εγώ εδιάβαζα εις τούτο καμπόσα λόγια ιταλικά, έπειτα εκοίταζα την εξήγησιν και τοιούτης λογής τα εμάνθανον πολλά εύκολα. Μία τέτοια σπουδή με ηνάγκασε ν' αφίνω το εργόχειρόν μου και να καταγίνωμαι εις αυτήν. Τούτο εκακοφάνηκε της μητέρας μου και της μάμμης μου και άρχισαν να με εμποδίζουν. Το εμπόδισμα αντί να μου σβύση την επιθυμίαν της μαθήσε­ως περισσότερον μου την ανάπτει …….

        Ο πατέρας μου καθώς άνωθεν είπα είχεν ακόμη εκείνην την παλαιάν γνώμην του τόπου οπού δεν ήθελεν εις τα κοράσια πολλά γράμματα, όθεν νομίζω πως δεν  έβλεπε με καλόν μάτι τον διδάσκαλον  οπού ήρχετο να μου δίδη μάθημα και  μιαν βραδιάν αναφέρωντας τον η μητέ­ρα μου, Και τί (της λέγει) έρχεται να της μάθη επιστήμαις; Ό λόγος ήτον με στομάχι, εγώ οπού ήμουν έξω εις την άλλην κάμεραν τον ήκουσα, και ησθάνθηκα τον εαυτόν μου καταδαφισμένον. Μ' έπιασεν ένας μεγάλος φόβος μην ήθελε με εμποδίσει από την σπουδήν, έκραξα τότε την μητέρα μου, της κάμνω γνωστήν την μεγάλην μου στενοχωρίαν, αύτη με περνά με λό­για και ευγαίνει από την κάμεραν, εγώ μνέσκω μο­νάχη και στρέφωντας τα μάτια μου εις μίαν εικόνα της Θεομήτορος αρχινώ να την παρακαλώ εκ καρδίας να ήθελε μου δώκη την χάριν να νικήσω όσα εμπόδια μου επρόβαιναν εις την σπουδήν και να ήθελε με αξιώσει να γίνω ένα καιρόν ωφέλιμη εις την ανθρωπίνην εταιρίαν. Την άλλην ημέραν η θλΐψις μ' έκαμε να πάρω μίαν όψιν αχαμνήν, η μητέρα μου φοβείται δια την υγείαν μου όθεν με παρηγορά λέγωντάς μου πως ήθελε ομιλήσει με τον πατέρα μου περί τούτου, ωμίλησε, και αυτός της είπε πως δεν ήθελεν εμποδίσει τον διδάσκαλον από το να έρχεται να μου δίνη μάθη­μα. Διά το όποιον πράγμα εγώ ησύχασα..….

Εις τούτον τον καιρόν η υπανδρεία άρχισε να μου ανοστίζη. Εγώ αγκαλά και πάντοτε εις το σπήτι  κλεισμένη, από εκείνα τα ολίγα υποκείμενα τα οποία ημπορούσα να ιδώ αγροί-  κουσα να λέγουν βάσανα και πάθη και όλα δια ταις υπανδρευμέναις, προς τούτοις μία εξα­δέλφη μου πρώτη και μία δεύτερη, κοράσια με φρονιμάδα, με ευμορφίαν, με ευγένειαν, και με καλόν προικιόν υπανδρεύθηκαν και απερνούσαν την πλέον χειρότερην ζωήν, οπού ημπορεί να περάση γυναίκα εις τον κόσμον. Δεν φθάνει τούτο, μία βραδιά η μητέρα μου μου έδωκε να περάσω ένα σειρήτι από ένα βρα­κάκι του αδελφού μου του μικρού, εγώ δεν εκατάλαβα πως απερνούσε και το επέρασα κακά, όθεν θυμόνει (δεν λέγω πως είχεν άδικον) και ονειδίζωντάς με μου λέγει πως δεν είμαι καλή δια τίποτες, πως δεν είμαι δια κόσμον, πως δεν είμαι δι' άλλο, παρά δια να γίνω καλογραία. Εγώ δεν της είπα τίποτες, παρά επήγα εις την κάμεράν μου εκλείσθηκα και εκεί έδωκα αρχή και τέλος εις ένα μεγαλότατον θρήνον. Ο λόγος της μητρός μου ήτον λόγος του αέρος, αλλ' εγώ εστοχάσθηκα πως μία κάποια θεία έμπνευσις την έκαμε να τον προφέρη. Μου ήλθαν παρευθύς εις τον νουν όλαις η δυστυχίαις εις ταις οποίαις είναι υποκείμεναις η υπανδρευμέναις, με το ογλίγωρον μάτι του νοός ταις εκύτταξα, ταις επαρατήρησα και έμενα τρομασμένη. Από τότε άρχισα να συγκρίνω την μοναστικήν ζωήν με την κοσμικήν και πάντοτε ηύρεσκα πολλά καλήτερην εκείνην από τούτην. Εγώ έκαμνα ένα συμπερασμόν και έλεγον, «Όπου είναι ειρήνη είναι και ευτυ­χία· εις το μοναστήρι είναι ειρήνη, λοιπόν είναι και ευτυχία». Από ημέραν εις ημέραν εστερεωνόμουν πάντοτε εις την γνώμην μου και ήθελα να την φανερώ­σω της μητρός μου, αλλά δεν το έκρινα πρέπον, διότι εφοβόμουν μην ήθελεν αλλάξη ο στοχασμός μου, και τοιούτης λογής ήθελε φανώ ακατάστατη, δείχνωντας σήμερον μίαν γνώμην και αύριον μίαν άλλην, όθεν εστοχάσθηκα να της το φανερώσω αφ' ου είχεν απεράσει ένας χρόνος……

Απεθυμούσα να μην ήθελε κάμω γνωσταίς εις τους μεταγενεστέρους τούταις ταις σύγχυσαις οπού εγώ έλαβα εξ αιτίας του πατρός μου, αλλά δεν ημπορούσα να κάμω αλλέως, διατί απεφάσισα να μη κρύψω τίπο­τες από τα περιστατικά της ζωής μου, και διατί ήθε­λα να παρακαλέσω όλους τους πατέρας να μη προ­τιμούν καλήτερα τον εαυτόν τους από τα τέκνα τους. Αγαπάτε, αγαπάτε, πατέρες, σας παρακαλώ, τα τέκνα σας, φροντίζετε πάντοτε να τα κάμνετε να ζουν ευτυχώς, μίαν φοράν οπού χωρίς αυτά να σας την ζη­τήσουν, εσείς αυτοθελήτως τους εδώκατε την ζωήν. Αλλά είναι θηλυκά· μάλιστα διατί είναι θηλυκά χρεωστείτε να τα αγαπάτε περισσότερον. Εμείς η μαύραις γυναίκες όντας γεναμέναις από την φύσιν πλέον αισθητικαίς, όντας καταδικασμέναις από την συνήθειαν να ήμεθα πλέον υποκείμεναις εις τους πατέρας αφ' ό,τι είναι οι άνδρες, γροικούμεν την πατρικήν αγάπην περισσότερον, και περισσότερον φροντίζομεν να δειχνώμασθε εις τους πατέρας υποτεταγμέναις. Από το άλλο μέρος χρεωστείτε, διατί είναι θηλυκά να τα αγαπάτε καλήτερα, επειδή και αυτά (ομιλώ δια τα θηλυκά της πατρίδος μου), όντας φυλακωμένα εις ένα  σπήτι έχουσι περισσότερον χρείαν από την πατρικήν φροντίδα σας……

Ελισάβετ Μουτζάν Μαρτινέγκου, Αυτοβιογραφία. Εισαγωγή - Φιλολογική επιμέλεια Βαγγέλης Αθανασόπουλος. Αθήνα, Ωκεανίδα, 1997.

Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο "Νεάρχου Παράπλους"




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου